Custom Menu

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2020

 Βούλας Γκεμίση   "Πληρωμένα Όνειρα"

Μέρος πρώτο:  "Μαριάννα"

Γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης



Φίλες και φίλοι

στα πλαίσια βιβλιοπαρουσιάσεων των μελών της λογοτεχνικής μας ομάδας, σήμερα, έχουμε την τιμή να σας παρουσιάσουμε την καινούργια δουλειά της συγγραφέως.

"Δεν είναι όλα τα όνειρα ανεκτίμητης αξίας.

Για κάποια από αυτά το τίμημα είναι ιδιαίτερα ακριβό"

Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος παρακολουθούμε τη δραματική ιστορία της νεαρής Μαριάννας. Θα εγκαταλείψει τη σχολή της κρυφά από τους γονείς της για να αφοσιωθεί στη λαμπερή καριέρα του μόντελινγκ και του εύκολου πλουτισμού. Οι υποσχέσεις που θα έρθουν στο δρόμο της θα είναι πολλές και συνάμα λαμπερές αλλά, όπως η ίδια με τρόμο θα ανακαλύψει, δεν θα είναι αυτές που περίμενε, μήτε αυτές που περίμενε να πραγματοποιήσει.

Με τη γνωστή δυνατή γραφίδα της Βούλα Γκεμίση, θα διαβάσουμε ένα ακόμα κοινωνικό δράμα με πολύ έντονα χαρακτηριστικά, μέσα από ένα χώρο που εξωτερικά είναι τυλιγμένος στη λάμψη και στην γκλαμουριά αλλά πίσω από το "φαίνεσθαι" υπάρχει η τραγική αλήθεια.

Η πλοκή είναι μια ολάκερη διδαχή ζωής! Τα μηνύματα που περνάει η συγγραφέας, οι σκέψεις, οι αξίες, οι ρόλοι και οι στάσεις ζωής είναι ένα προς ένα σημαντικά και κεφαλαιώδη.

Το έργο μπορείτε να το βρείτε ελεύθερο στο wattpad στον παρακάτω σύνδεσμο:

"ΠΛΗΡΩΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ"

Το πρώτο μέρος αναπτύσσεται σε 24 κεφάλαια μέσα από τα οποία θα νιώσετε ένταση, οργή, συγκίνηση, αγωνία και άπειρα συναισθήματα που θα σας καθηλώσουν.


Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2020

Οι δικές σας βιβλιοπροτάσεις για το μήνα του Halloween

 



Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ


Ο Οκτώβρης είναι εδώ. Ο μήνας του τρόμου, της μαγείας, των φαντασμάτων, του Το είχες και στο χωριό σου. Ο μήνας του Halloween έχει μπει για τα καλά κι έχει φέρει μαζί του το πολυπόθητο φθινόπωρο, την γρήγορη δύση του ηλίου, τη δροσιά εκείνη που μας ωθεί να κρυφτούμε στις μάλλινες κουβέρτες μας παρέα με μια κούπα ζεστό τσάι κι ένα βιβλίο. Και καθώς λοιπόν πλησιάζει εκείνη η νύχτα που το πέπλο ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών πέφτει, οι περισσότεροι στρεφόμαστε στο είδος του τρόμου και της φαντασίας. Έτσι, για μία ακόμα φορά ζήτησα τη βοήθεια των φίλων μου και προθυμοποιήθηκαν να σας προτείνουν τα κατάλληλα αναγνώσματα γι’ αυτό το μήνα. Επειδή όμως δέχτηκα πάρα πολλά μηνύματα, έκανα μια μικρή επιλογή στο ποια θα σας παρουσιάσω, ώστε να μπορέσω στο τέλος να κάνω τις δικές μου προτάσεις.


Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τα δικά σας αγαπημένα.


Από τη μεγάλη λίστα που παρέλαβα, δεν έλειψε και η κλασική λογοτεχνία. Το Φάντασμα της Όπερας του Gaston Leroux είναι αρκετά ατμοσφαιρικό, ιδανικό για αυτό το μήνα. Ο κρυμμένος στις σκιές Έρικ είναι μια τραγική φιγούρα που θα προσθέσει συγκίνηση στον μήνα των έντονων συναισθημάτων. Η Christine όμως δεν είναι η μοναδική πρωταγωνίστρια που παρασύρεται σε σκοτεινά μονοπάτια. Στην Καρμίλλα του J. Sheridan Le Fanu η βασική χαρακτήρας βιώνει μια συνταρακτική εμπειρία, περισσότερο υπερφυσική από ότι η Christine. Με φόντο ένα γοτθικό κάστρο, πλάσματα από έναν άγνωστο και χθόνιο κόσμο ταράζουν την ζωή της γεμίζοντας την με την απόλυτη φρίκη.


Μια αγαπημένη υποκατηγορία τρόμου και φαντασίας, που δε θα μπορούσε να λείψει από αυτή τη λίστα, είναι τα βιβλία με φαντάσματα, γνωστά και ως Paranormal. Το πρώτο είναι ένα προσωπικό αγαπημένο, γι’ αυτό κι ευχαριστώ πολύ τη φίλη Νικολέτα που το πρότεινε και μου έδωσε την ευκαιρία να σας το παρουσιάσω. Η τριλογία Εφιάλτες της Άρτεμις Βελούδου Αποκότου είναι ό,τι καλύτερο έχει να αναδείξει η εγχώρια λογοτεχνία. Με έντονο το Λαβκραφτιανό στοιχείο, η συγγραφέας μας ταξιδεύει στο Dunwich, όπου οι δυο πρωταγωνιστές καλούνται να λύσουν μια κατάρα. Αν σας αρέσουν οι σκοτεινές ιστορίες, με κατάρριψη των λογοτεχνικών κλισέ και μια απίστευτα δυνατή σχέση ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, τότε οι Εφιάλτες είναι η ιδανική επιλογή.



Εξίσου αγαπημένο και σκοτεινό είναι το Ninth House της Leigh Bardugo. Ξεφεύγοντας από τον μαγικό κόσμο των Grisha, η Leigh μας αφηγείται την ιστορία οκτώ κοινοτήτων του πανεπιστημίου Yale, τα μέλη των οποίων καταπιάνονται με διάφορες τελετουργίες. Η επικοινωνία με την άλλη πλευρά είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο και η σκοτεινή μαγεία ένα από τα βασικά μαθήματα στα οποία εξετάζονται αυστηρά. Με αμφιβόλου είδους μαγείας μπλέκει κι η Aurora της Βικτώριας Μόσχου. Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου Guardians of the Auras είναι η Πανδώρα του κόσμου της, καθώς όταν ανοίγει ένα αρχαίο κουτί ακολουθούν σοβαρές καταστροφές.


Λιγότερο σκοτεινό είναι το βιβλίο Η πιο τρομακτική ιστορία όλων των εποχών του Philip Kerr. Ναι μεν, ο τίτλος μας προϊδεάζει για κάτι φρικαλέο, αλλά αυτό το πόνημα απευθύνεται σε παιδιά. Επομένως, είναι πιο φιλικό στον αναγνώστη, ο οποίος εξερευνά ένα στοιχειωμένο βιβλιοπωλείο. Επίσης παιδικό βιβλίο είναι η Coraline του Neil Gaiman. Η νεαρή κοπέλα ανοίγει την δέκατη τέταρτη πόρτα του διαμερίσματος που διαμένει με την οικογένεια της και ανακαλύπτει έναν διαφορετικό κόσμο. Δεν είναι όμως συνεχώς ευχάριστος.


Ένα άλλο αγαπημένο και ταιριαστό είδος για αυτόν τον μήνα είναι τα βιβλία με μάγισσες. Η αρχή θα γίνει με το Serpent & Dove της Shelby Mahurin. Σε έναν φανταστικό κόσμο μεσαιωνικού τύπου, οι μάγισσες διώκονται από την εκκλησία και καίγονται στην πυρά. Η Lou, μια μάγισσα που έχει δραπετεύσει από τη σύναξη της, πασχίζει να κρατήσει την ταυτότητα της μυστική για να γλιτώσει από θεούς και δαίμονες. Όταν όμως αναγκάζεται να παντρευτεί έναν κυνηγό μαγισσών, τα πράγματα περιπλέκονται επικίνδυνα. Η Diana Bishop από την άλλη, έχει μια πιο ήρεμη ζωή, για ένα μικρό διάστημα τουλάχιστον. Όταν καλεί τυχαία ένα χαμένο βιβλίο αλχημείας, όλος ο υπερφυσικός κόσμος – μάγισσες, βρικόλακες, δαίμονες – στοιχειώνει την καθημερινότητα της με την ελπίδα ότι θα είναι κοντά όταν το καλέσει ξανά. Και τότε, η πρωταγωνίστρια του Discovery of Witches (της Deborah Harkness) θα παλέψει για την ζωή της και για το μεγάλο μυστικό της δημιουργίας όλων αυτών των πλασμάτων.



Οι μάγισσες του East End, της Melissa de la Cruz, έχουν το δικό τους μυστικό. Για χρόνια οι δυνάμεις τους είναι αδρανοποιημένες, μέχρι τη στιγμή που αποφασίζουν ότι δεν γίνεται να αντιμάχονται το πεπρωμένο τους. Κάποιοι όμως, δεν επιθυμούν αυτή την αλλαγή και τότε μάνα και κόρες θα πρέπει να παλέψουν με τις δυνάμεις του σκότους. Επίσης κρυφές είναι οι δυνάμεις των Iris και Malina στο Wicked like a wildfire (Lana Popovic) κατόπιν διαταγής της μητέρας τους. Όταν όμως εκείνη χάνεται ξαφνικά, τα κορίτσια θα πρέπει να ξεχάσουν την υπόσχεση τους για να μπορέσουν να τη σώσουν.


Προχωρώντας στο είδος των βρικολάκων, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το Vampire Academy της Richelle Mead. Είναι από τα βιβλία που αν δεν το ανέφεραν οι φιλαναγνώστες φίλοι μου, θα το βλέπατε στην δική μου λίστα προτάσεων. Στην ακαδημία Μορόι και Νταμπίρ του Αγίου Βλαδίμηρου, η εκκολαπτόμενη φύλακας Rose Hathaway παλεύει με αόρατους εχθρούς, προκείμενου να προστατέψει την φίλη της Lisa Dragomir. Η τελευταία πριγκίπισσα του οίκου τους καταδιώκεται από άγνωστα πλάσματα και μονάχα η ετοιμοπόλεμη Rose φαίνεται αρκετά ικανή ώστε να τα ανακαλύψει και να τα πολεμήσει.


Το δεύτερο βιβλίο με βρικόλακες που μας – και σας – πρότειναν είναι το The Beautiful της Renee Ahdieh. Το μυθιστόρημα μας πηγαίνει πίσω στο χρόνο, στο 1872. Μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα, φεύγει από το Παρίσι και βρίσκει καταφύγιο στη Νέα Ορλεάνη. Εκεί θα μαγευτεί από τη ζωντάνια της πόλης, η οποία όμως κρύβει ένα μεγάλο και σκοτεινό μυστικό.



Φτάνοντας στο τέλος των προτάσεων σας, θα αναφερθούν δύο βιβλία που δεν θα μπορούσαν να διαβαστούν σε πιο κατάλληλη εποχή. Ο λόγος γίνεται για το Νεκρωταφίο Ζώων του Stephen King και το Demonic Debutantes, έργο εννέα συγγραφέων (Christine Bottas, Amber Boyd, Steven R. Brandt, E.A Comiskey, Sophia Diaz, Holly Gonzalez, Kristin Jacques, Victoria Moschou, Josephine Templeton). Το μεν Νεκρωταφίο Ζώων μας ταξιδεύει σε μια φαινομενικά ήρεμη πόλη του Μέιν, όπου ένα παλιό, ινδιάνικο νεκροταφείο γίνεται η αιτία να ξεχάσει ο πρωταγωνιστής τα όρια της ζωής και άθελα του να αφήσει το Κακό να ταράξει την ησυχία της οικογένειας του. Το Demonic Debutantes είναι η ιστορία των εννέα κορών της Κόλασης, οι οποίες θα πρέπει να υπακούσουν τις επιταγές του Εωσφόρου και να καταστρέψουν τους ανθρώπους. Το κατά πόσο θα μείνουν αφοσιωμένες στην Κόλαση από τη στιγμή που θα βρεθούν στην Γη, μπορείτε να το μάθετε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.



Για τον επίλογο σας φύλαξα τέσσερις δικές μου προτάσεις, που καλύπτουν όλο το φάσμα των Halloween αγαπημένων. Για το είδος των μαγισσών έχω να σας προτείνω το The year of the witching της Alexis Henderson. Όπως πολύ εύστοχα είχε σχολιάσει μία αναγνώστρια, πρόκειται για το τέλειο μίγμα του Salem και της Ιστορίας της Θεραπαινίδας. Σε μια πατριαρχική κοινωνία που επικρατούν οι νόμοι μιας αίρεσης, η νεαρή Immanuelle πασχίζει να αποβάλλει από πάνω της την φήμη της μητέρας της. Μα καθώς αγωνίζεται να αποδείξει ότι δεν έχει καμία σχέση με τη μαύρη μαγεία την οποία χρησιμοποιούσε η μητέρα της, συνειδητοποιεί πως ό,τι θεωρούσε δεδομένο ήταν ένα καλοφτιαγμένο ψέμα.


Για το είδος των βρικολάκων η καλύτερη δυνατή πρόταση είναι το Σάλεμς Λοτ του Stephen King. Φυσικά και αγαπάμε τις σύγχρονες απεικονίσεις των βαμπίρ, στις οποίες τους δίνονται περισσότερο ανθρώπινα χαρακτηριστικά, όσον αφορά την προσωπικότητα. Ωστόσο, δεν ξεχνάμε τις παλαιότερες απεικονίσεις τους, όπου πρόκειται για πλάσματα που υπακούν μονάχα στη δίψα τους. Οι βρικόλακες του Σάλεμς Λοτ είναι αυτά τα βαμπίρ και δε θα ήθελες να τα συναντήσεις, γιατί δεν θα έδειχναν έλεος.


Η τρίτη πρόταση αφορά την ιστορία μικρού μήκους Η ιστορία του χειρούργου του J.P. Dixon. Ένα γροτέσκο αφήγημα που εξερευνά μέχρι που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη ματαιοδοξία και ο μαζοχισμός. Πρόκειται για την απόλυτη φρίκη!


Τέλος και εξίσου σημαντικός είναι ο H.P Lovecraft. Όλα του τα έργα είναι ένα προς ένα γι’ αυτό το μήνα, αλλά για να σας κάνω τη ζωή πιο εύκολη, θα σας αναφέρω τα διηγήματα που υπόκεινται στα ήδη που έχουμε αναφέρει: Όνειρα στο σπίτι της μάγισσας, Τρόμος στο Dunwich, Η μετάβαση του Χουάν Ρομέρο, Νταγκόν, Η ονειρική αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ και φυσικά το πασίγνωστο Το κάλεσμα του Κθούλου. Οι πιο γενναίοι μπορούν να εξερευνήσουν και τις σελίδες του Νεκρονομικόν, φροντίζοντας πάντα να διαβάσουν προσεκτικά τις οδηγίες που δίνονται στις περισσότερες εκδόσεις.




Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2020

Κάποιος να μ' αγαπάει..














Λόγια πικρά λόγια γλυκά 

Κουβέντες 
Μισοτελειωμένες
Διαλυμένες 
σε αλκοόλ και στάχτη 
Φαρμάκια να κρέμονται 
σαν αόρατες 
διάφανες κλωστές
που στάζουν ακριβά δηλητήρια 
απ' τις άκρες των χειλιών 
Ρωγμές ποτισμένες 
με καυστικό συναίσθημα

Φονικό αγάπης απεφάνθησαν

-Ηδυπαθής έρωτας-

Φονικό αγάπης απεφάνθησαν

Χείμαρρος ανεξέλεγκτος 
που ρέει ακατάπαυστα 
Λόγια πίκρα λόγια γλυκά 
ανακατεμένα 
με αμφιβολίες και πλάνη 
Σε ένα γλυκόπικρο μεθύσι 
αλλιώτικο από όλα τ' άλλα 
τα γνώριμα τα οικεία τα μεγάλα

Κάποιος που μ' αγαπάει..

Κάποιος να μ' αγαπάει..




Κ.Χ













Από την Ποιητική της συλλογή "Ζωή και Ποίηση"




Just stop your crying, it's a sign of the times..





Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2020

"Πίνοντας καφέ με τον Ντάντε Αλιγκιέρι και τον Κρίστιαν Γκρέυ"

"Πίνοντας καφέ με τον Ντάντε Αλιγκιέρι και τον Κρίστιαν Γκρέυ"

(Χιουμοριστικό διήγημα για τις ενοχές του διαβάσματος)

Γράφει η:  Ελευθερία Καλογνωμά



Κάθισε στο αγαπημένο της καφέ, μόνη ως συνήθως. Η μέρα ήταν ακόμη ζεστή αλλά όχι τόσο ώστε ν' αναζητήσει τον εσωτερικό κλιματιζόμενο χώρο. 'Ηθελε να βρίσκεται όσο το δυνατόν περισσότερο έξω, να βλέπει τον κόσμο να περνά βιαστικός και να γελάει από μέσα της που εκείνη δε βιαζόταν καθόλου. Ο σερβιτόρος έφερε τον παγωμένο καφέ, εκείνη άναψε ένα τσιγάρο -περισσότερο γι' αυτό εξάλλου είχε καθίσει έξω- και σταύρωσε τα πόδια. 'Εβγαλε από την τσάντα της το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει το προηγούμενο βράδυ, ένα για το οποίο γινόταν μεγάλος ντόρος. Συνήθως δεν παρακολουθούσε τις κριτικές, ούτε εμπιστευόταν τόσο τις βιβλιοφιλικές ομάδες του Facebook, πίστευε πως ανακυκλώνουν τα ίδια και τα ίδια, υποστηρίζοντας και προβάλλοντας συγκεκριμένους συγγραφείς και είδη, αλλά το συγκεκριμένο το είχε διαβάσει η κολλητή της και την είχε πρήξει για το πόσο καλό ήταν. Είχε έρθει η ώρα λοιπόν να το διαπιστώσει και μόνη. Εξάλλου, είχε την δική της κρίση, ήξερε τι ακριβώς της άρεσε. Μμμ! 'Ηξερε;;;

Το βιβλίο ξαφνικά πέταξε μέσα από τα χέρια της κι εκείνη σχεδόν πνίγηκε με την γουλιά του καφέ που μόλις είχε πιει. Σήκωσε έντρομη τα μάτια και σκέφτηκε πως ο σερβιτόρος κάτι είχε κάνει λάθος, κάτι περίεργο είχε βάλει μέσα στο ρόφημα, είχε παραισθήσεις! Στην διπλανή καρέκλα καθόταν... ο Δάντης! 'Οχι ο γνωστός τραγουδιστής, ο άλλος, εκείνος ο Ιταλός που χώρισε την κόλαση σε ορόφους και μας έκανε να πιστεύουμε πως είμαστε όλοι προορισμένοι για τον πάτο: ο Ντάντε Αλιγκιέρι! 

"Ντροπή σου!" της είπε κι εκείνη πετάρισε τα μάτια σοκαρισμένη. Της μιλούσε κιόλας! "Τι είναι αυτό που διαβάζεις;! Πώς έπεσες τόσο χαμηλά;! Εσύ με τις φιλοσοφικές σπουδές διαβάζεις τέτοιες ερωτικές ιστορίες του σωρού;! Θα καείς στο πυρ το εξώτερον! Τώρα που το σκέφτομαι, έπρεπε να φτιάξω ακόμη ένα υπόγειο στην κόλαση, για σας που διαβάζετε ποταπά αναγνώσματα! Δεν είναι επτά τα θανάσιμα αμαρτήματα, οκτώ είναι!"

Του άρπαξε το βιβλίο από το χέρι και κοίταξε γύρω της. Μόνη της παραλογιζόταν ή τον έβλεπαν κι άλλοι;!

"Καταρχήν δεν είναι του σωρού! 'Η τέλος πάντων, νομίζω... Τώρα το άρχισα. Κι εσένα ποιο ακριβώς είναι το  πρόβλημά σου;! Διαβάζω τα πάντα!"

"Την Θεία Κωμωδία την έχεις διαβάσει;" ρώτησε ανασηκώνοντας το φρύδι.

"Φυσικά! Και μάλιστα σε μετάφραση Καζαντζάκη!"

"Μάλιστα... Κι αυτό τι θέλει στα χέρια σου; Πώς ξέπεσες έτσι; Πώς μπορείς να διαβάζεις ΕΜΕΝΑ κι έπειτα ν' ασχολείσαι με φτηνά ερωτικά εγχειρίδια;"

"'Ο,τι διαβάζει κανείς καλό είναι. 'Ολο και κάτι θα πάρεις από ένα βιβλίο, δεν..."

"Και τι έχουν παρακαλώ τα αισθηματικά μυθιστορήματα;!" ακούστηκε μια φωνή δίπλα τους και τινάχτηκαν κι οι δυο. Αν υπήρχε μεγαλύτερο σοκ, τότε το είχε μόλις υποστεί! Στην άλλη κενή καρέκλα καθόταν ο Κρίστιαν Γκρέυ! Ναι, ναι, ο γνωστός Κρίστιαν Γκρέυ, αυτός που αλλάζει χρώματα αλλά καταλήγει πάντα γκρι! Κοίταξε γύρω της απελπισμένη! 'Οπου να 'ναι θα σκάσουν μύτη στην γωνία οι κύριοι με τα άσπρα, σκέφτηκε, χρειαζόμουν έναν ζουρλομαδύα για χειμώνα!

"Καλώς την επιτομή του πεζού, αμαρτωλού ήρωα του σωρού!" αναφώνησε ο Αλιγκιέρι κι ο Κρίστιαν του χάρισε το πιο γοητευτικό του χαμόγελο. Εκείνη ένιωσε το σαγόνι της ν' ακουμπά στο τραπέζι. 

"Επειδή σε έχω διαβάσει...", απευθύνθηκε ο Κρίστιαν στον Ντάντε, "... και σε θαυμάζω, θα παραβλέψω την προσβολή σου και θα σε ρωτήσω κι εγώ... ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημά σου;! Ο καθένας είναι ελεύθερος να γράφει και να διαβάζει ό,τι θέλει."

"Φυσικά! Μόνο που εμένα με διαβάζουν για να γίνουν σοφότεροι. Την δική σου ιστορία για ποιον λόγο ακριβώς την διαβάζουν; Και γιατί είσαι εσύ εδώ κι όχι η συγγραφέας που σε έπλασε; Κρύβεται από την ντροπή της;"

Ο Κρίστιαν χαμογέλασε πάλι πλατιά και σταύρωσε τα πόδια, ξεκουμπώνοντας το κομψό του σακάκι.

"Όχι, βέβαια, απλά κάνει διακοπές με τα εκατομμύρια που εισέπραξε από τα βιβλία μου και τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστώ. 'Ηρθα εγώ γιατί είμαι πιο όμορφος. 'Ετσι δεν είναι;" ρώτησε μειλίχια, απευθυνόμενος στην άμοιρη αναγνώστρια που, τι να του έλεγε, πως δεν ήταν όμορφος;! Να πει ψέματα;! "Πάντως αυτό που διαβάζεις, κοπελιά, δεν πιάνει μία μπροστά στην δική μου ιστορία", πρόσθεσε κι εκείνη ξεροκατάπιε αλλά ο Ντάντε δίπλα της έγινε έξαλλος.

"Τόσοι κλασικοί, τόσα παγκόσμια αριστουργήματα ανά τους αιώνες κι εμείς συζητάμε για αποχρώσεις του γκρι και ερωτύλους της δεκάρας! Γκρι βάφουμε τους τοίχους όχι τους ανθρώπους! Εγώ δυο φορές είδα την Βεατρίκη και έγραψα ένα έπος!"

"Και τι κατάλαβες; Δεν έγινε ποτέ δική σου, πέθανες με το απωθημένο!" επισήμανε ο Κρίστιαν κι ο Ντάντε κοκκίνησε.

"Είσαι θρασύς! Οι μεγάλοι έρωτες συχνά είναι πλατωνικοί, δεν περιορίζονται στις επιταγές της σάρκας κι αυτοί είναι που εμπνέουν τα μεγαλύτερα αριστουργήματα, τα πιο όμορφα ποιήματα, τα..."

"Μπλα, μπλα, μπλα... Δικαιολογίες!" έκανε ο Κρίστιαν και ο άλλος ξέσπασε.

"Είσαι υπερφίαλος και αυθάδης!"

"Πάψτε και οι δυο!" φώναξε ξαφνικά η αναγνώστρια και την κοίταξαν. "Δε φτάνει που καθίσατε στο τραπέζι μου απρόσκλητοι, τσακώνεστε κιόλας! Και με βάλατε στη μέση! Με ποιο δικαίωμα κρίνετε τις αναγνωστικές μου προτιμήσεις;! Γιατί θα πρέπει, με όλον τον σεβασμό κύριε Αλιγκιέρι, να νιώθω ένοχη επειδή όταν δεν είμαι καλά ψυχολογικά, προτιμώ να χάνομαι μέσα σε απλές, καθημερινές ιστορίες ανθρώπων σαν εμένα ή ανθρώπων που ζουν ένα όνειρο που εγώ η ίδια δε θα ζήσω ποτέ; Και γιατί θα πρέπει να παριστάνω διαρκώς την σοφιστικέ; Είστε τεράστιος και το γνωρίζουμε όλοι, σας αναγνωρίζει το σύμπαν, εγώ προσωπικά σέβομαι απεριόριστα το έργο τόσο το δικό σας όσο και χιλιάδων άλλων σπουδαίων που δε θα προλάβω σ' αυτήν τη ζωή να διαβάσω. 'Οταν αισθάνομαι πως θέλω να διευρύνω το μυαλό μου, την σκέψη μου, την κρίση μου, ανακαλώ τα αναγνώσματα των σπουδών μου, ξεψαχνίζω τους κλασικούς και ζηλεύω το τεράστιο πνεύμα τους, μαθαίνω από αυτούς, σχεδόν προσθέτω μερικούς πόντους στη φτωχή μου διανόηση. Αλλά όταν αυτό το ίδιο μυαλό έχει πήξει από τα προβλήματα, τους απλήρωτους λογαριασμούς, την ασθένεια της μητέρας μου, τον φόβο πως από μέρα σε μέρα θ' απολυθεί ο άντρας μου, το δάνειο του σπιτιού, τις απαιτήσεις των παιδιών και τα νεύρα μου που δεν είναι καλά... ε, τότε θέλω να ξεχαστώ, έστω και για λίγο να ταξιδέψω σε μέρη που δε θα πάω ποτέ και το ξέρω, να ονειρευτώ πως υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος, πιο ρομαντικός, πιο... πιο τέλος πάντων! Κι εσύ μην χαίρεσαι, κύριε Γκρέυ!", έκανε κι ο Κρίστιαν έχασε ξαφνικά το αλαζονικό του υφάκι. "Η δική σου ιστορία είναι εξαιρετικά κακογραμμένη, μόνο η ωραία σου φάτσα το έσωσε στον κινηματογράφο!" Στράφηκε και στους δυο: "Υπάρχουν υπέροχα σύγχρονα μυθιστορήματα όπως επίσης υπάρχουν και πολυδιαβασμένα έργα που, εγώ προσωπικά, βρήκα βαρετά και υπερεκτιμημένα. Γι' αυτό, αφήστε με στην ησυχία μου, αφήστε με να διαβάζω ό,τι μου κάνει κέφι ανάλογα με την φάση που περνάω, τις συνθήκες που βιώνω. Αρκετά περνάμε με την πανδημία, την οικονομική κρίση, το χάλι μας το μαύρο, ας μη γεμίζουμε ενοχές τον εαυτό μας και για τα χόμπυ μας! Κάτω η δικτατορία όσων προσπαθούν να επιβάλλουν το οτιδήποτε! Ζήτω τα αδιάβαστα βιβλία που μας περιμένουν, καλά, κακά, αυτό ας το κρίνει ο καθένας ανάλογα με τα δικά του προσωπικά κριτήρια! Κι επιτέλους, αφήστε με να πιω τον καφέ μου!"

"Κυρία... είστε καλά;"

Κοίταξε τον σερβιτόρο δίπλα της που την κοιτούσε απορημένος και τρομαγμένος. Στράφηκε προς τις καρέκλες, ήταν άδειες, άφαντος ο Ντάντε Αλιγκιέρι, άφαντος κι ο Κρίστιαν Γκρέυ. Μόνο μια ανεπαίσθητη μυρωδιά της κολώνιας του τελευταίου είχε μείνει στην ατμόσφαιρα και η βαριά αύρα των αιώνων που έσερνε πίσω του ο πρώτος. 

"Καλά είμαι... συγγνώμη...", ψέλλισε κι ο σερβιτόρος έφυγε κοιτάζοντάς την λοξά, σίγουρα σκεφτόταν πως ήταν τρελή. Εκείνη όμως χαμογέλασε και πήρε πάλι τον καφέ στα χέρια της. Δεν ήταν τρελή, ήταν απλά μια μορφωμένη αμαρτωλή, με πολλούς εραστές, όχι φυσικούς αλλά χάρτινους. Κι όλοι τους είχαν κι από κάτι να της δώσουν, της είχαν δώσει ήδη πολλά κι η ζωή είναι πολύ μικρή για να την τρως με τις ενοχές. Στο μυαλό και την καρδιά της υπήρχε χώρος για όλους τους, γιατί αυτό έλεγε πάντα και το πίστευε: ας διαβάζουμε ακόμη και τις ετικέτες από τα σαμπουάν, κι από αυτές θα μάθουμε κάτι, την ονομασία ενός συστατικού που δεν γνωρίζαμε και που μπορεί να μας κάνει αλλεργία. Τίποτα που να είναι γραμμένο σε χαρτί δεν είναι άχρηστο, ακόμα και τα λεγόμενα "σκουπίδια". Γιατί είναι όπως με τους ανθρώπους: στη ζωή μας θα γνωρίσουμε καλούς και κακούς, αλλά οι κακοί είναι αυτοί που μας δίνουν τα πιο χρήσιμα μαθήματα και μας κάνουν να εκτιμάμε περισσότερο τους καλούς.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2020

VALIDE - I MAKTULE // ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΗ ΜΗΤΕΡΑ

 


Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ 


Εις μνήμην της Μεγάλης Βαλιντέ, Μαχπεϊκέρ Κιοσέμ Σουλτάν (c. 1590 - 2 Σεπτεμβρίου 1651)


Όρνια! Καταραμένα όρνια! Κατασπαράζετε με τόση ευκολία όσους σας ευεργέτησαν, τυφλωμένοι από την λάμψη του χρυσού. Με την διαταγή μιας προδότριας και την υπόσχεση να γεμίσετε τις τσέπες της έχετε πάρει στο κατόπι την Μεγάλη Μητέρα, την Αντιβασιλέα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την μοναδική αφέντρα του χαρεμιού!

Τρέχω αλαφιασμένη να γλιτώσω από τα αιματοβαμμένα χέρια σας, παρά το προχωρημένο της ηλικίας μου, γιατί δεν θέλω να σας δώσω την χαρά να με διώξετε από τον επίγειο κόσμο. Κάποτε έκλεψαν την ελευθερία μου, την αθωότητα μου. Τώρα θα χάσω και την ζωή μου; Δεν είναι δική σας και δεν έχετε δικαίωμα να αποφασίσετε πότε θα πάρω την τελευταία μου ανάσα. Οι ζωές μας ανήκουν στον Αλλάχ άπιστα όρνια!

Κοιτάξτε κόσμε πόσο ξέπεσα! Κάποτε βάδιζα στον Χρυσό Διάδρομο με ακριβά καφτάνια, την χένα να κοσμεί τα σκούρα μου μάτια και το σαγηνευτικό άρωμα να αγκαλιάζει το δέρμα μου. Κάποτε περπατούσα στον Χρυσό Διάδρομο με νιότη, με όνειρα, με έναν μικρό Σεχζαντέ στο χέρι. Κάποτε βάδιζα στον μαρμάρινο δρόμο προς το δωμάτιο του σουλτάνου με ελπίδα για μια καλύτερη θέση στο αιματοβαμμένο χαρέμι. Και τώρα δείτε την κατάντια μου· η άλλοτε χρυσοφορούσα Χασεκί είναι κατατρεγμένη μέσα στο ίδιο της το παλάτι, το χρυσό της κλουβί.

Θα στρίψω εδώ. Είναι ο χώρος των ευνούχων, των σιχαμένων υαινών που ορέγονται τα κάλλη των παλλακίδων και την γλυκιά ηδονή. Υπάρχει ένα πέρασμα. Θα διαφύγω μέσα από την πύλη των αμαξών και θα σώσω το ταλαιπωρημένο μου κορμί. Η ψυχή μου έχει χαθεί έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια.

Καταφέρνω και ξεγλιστρώ στο σκοτεινό δωμάτιο. Η πιστή μου σκλάβα μένει πίσω. Θέλει να με προστατέψει. Αν δεν καταφέρει να επιζήσει, θα χάσει τα προνόμια που δίνω σε κάθε κόρη που στερείται την ελευθερία της για χάρη του σουλτάνου. Δεν θα στολίσει το σπίτι Πασά με προίκα ικανή να θρέψει και τα δισέγγονα της. Μα θέλει αυτή η ευκαιρία να δοθεί σε άλλες γυναίκες. Αν χαθώ εγώ, ποιος θα τις νοιαστεί ξανά; Ποια άλλη σουλτάνα θα θυμηθεί όσα η ίδια στερήθηκε για να τα επιστρέψει στις υποτακτικές της;

Φτάνω έξω από την πύλη. Την σπρώχνω. Έχω γεράσει, δεν έχω την ίδια δύναμη με το παρελθόν. Κάποτε το σώμα μου μπορούσε να παραμορφωθεί για τις ανάγκες αμέτρητων γεννήσεων. Τώρα όμως που τα μακριά μου μαλλιά άσπρισαν, τα χέρια μου γέμισαν με ρυτίδες και η μέση μου παραπονιέται συχνά στην πολύωρη ορθοστασία, μια ξύλινη πύλη φαντάζει το ίδια βαριά με την Καάμπα.

Δεν πρέπει όμως να τα παρατήσω. Έχω επιζήσει από ένα σωρό δοκιμασίες γεμάτες βία και αίμα. Πρέπει να βγω κι αυτή την φορά νικήτρια.

Σπρώχνω ξανά, πιο δυνατά. Πνιχτές κραυγές βγαίνουν από τα χείλη μου όσο οι γροθιές μου παλεύουν να κατανικήσουν την αντίσταση της πόρτας. Μα είναι μάταιο. Ξέρω ότι έχει κλειδωθεί. Το έγκλημα είναι καλά οργανωμένο.

Τι ειρωνεία! Απόψε το παλάτι έπρεπε να γνωρίσει την δική μου αναταραχή. Τα βαριά βήματα όφειλαν να ανήκουν στα θετά μου παιδιά, τους γενναίους γενίτσαρους που με έσωσαν από δεκάδες θανάτους. Ούτε ο πατέρας μου δεν με έκανε να νιώσω τέτοια ασφάλεια, αφού δεν κατάφερε να σταματήσει την απαγωγή μου από πειρατές. Μονάχα έκλαιγε έξω από την εκκλησία του πιστεύοντας πως ο θεός του θα με έσωνε. Ανοησίες! Ο θεός του με εγκατέλειψε. Και τώρα με εγκαταλείπει κι ο δικός μου.

Οι γενίτσαροι άργησαν και η ομάδα της προδότριας κατέλαβε το Τοπκαπί για να σφαγιάσει καθετί δικό μου, ακόμα κι εμένα. Η άτιμη φιλοδοξία, η δίψα για την εξουσία μετατρέπει τα περιστέρια σε όρνια. Αυτό το κορίτσι το είχα σαν κόρη μου. Όταν το χτυπούσε ο γιος μου, εγώ φιλούσα τις πληγές της. Όταν επέτρεψα την πτώση του παιδιού μου, έκανα το δικό της σουλτάνο. Μα όφειλε να είναι υπάκουη, γιατί ήταν νέα και δεν είχε τα φώτα να γίνει αντιβασιλέας.

Κι εσύ ήσουν νέα όταν πήρες το τιμόνι του καραβιού που λέγεται κράτος. Εγώ γιατί πρέπει να μείνω στο περιθώριο;

Δεν μπορούσε να καταλάβει. Εκείνη έγινε από Χασεκί Βαλιντέ. Φόρεσε χρυσό στην θέση του ασημιού. Εγώ όμως έγινα από Χασεκί εξόριστη σε ένα παλάτι που έστελναν σουλτάνες να ξεχαστούν και να πεθάνουν. Εγώ είδα δυο Παντισάχ να πέφτουν και να ανεβαίνουν και να σφαγιάζονται. Είδα μαυροφορεμένες γυναίκες και νεκροφιλημένα παιδιά. Εγώ μάτωσα για να γίνω Βαλιντέ και κατόπιν αντιβασιλέας. Πάνω στις δικές μου πλάτες ήθελε να πατήσει για να αποκτήσει ό,τι εγώ κατέκτησα με κόπο.

Μα δεν της ήταν αρκετό. Ήθελε απόλυτη δύναμη. Δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να την διώξω και μαζί της τον δεσμό της με τον θρόνο· τον εγγονό μου. Δεν θα τον σκότωνα. Τι ανοησίες κατάλαβε η σκλάβα μου και με πρόδωσε με το χειρότερο τρόπο; Ήταν δυνατόν να σκοτώσω ένα κομμάτι μου; Μα αυτές πίστεψαν σε μια άκαρδη γριά και αποφάσισαν να με ρίξουν. Αντί να πέσουν αυτές, χάνω τώρα εγώ την ισορροπία μου.

Έφτασαν! Η πιστή μου δούλη προσποιείται πως είμαι εγώ. Μα αναγνωρίζουν την φωνή της. Δεν πιστεύουν ότι μια κοπέλα είναι η Μεγάλη Μητέρα.

Ακολουθεί ένας γδούπος. Την έριξαν στο πάτωμα. Τι θα της κάνουν; Θα την σκοτώσουν όπως τους υπόλοιπους ακόλουθους μου; Και μετά; Θα έχω εγώ σειρά;

Κρύβομαι σε μια ντουλάπα. Είναι μια παιδιάστικη λύση, αλλά η μόνη.

Κι άλλος δυνατός ήχος. Είναι πιο εκκωφαντικός και πιο απόκοσμος. Είναι σαν τον καλπασμό του θανάτου. Είναι σαν την κάθοδο του Αζραήλ που έρχεται να με αναζητήσει. Γι’ αυτό κρύβομαι καλά, γιατί δεν είμαι αγνή και θα κλέψει την ψυχή μου με επώδυνο τρόπο*.

Τα όρνια με αναζητούν. Ξέρουν ότι είμαι εδώ. Ανοίγουν ένα ένα τις ντουλάπες μέχρι να με βρουν. Η σφιχτή μου γροθιά βυθίζεται στην τσέπη της παντελόνας μου και βρίσκω χρυσό. Τον είχα φυλάξει για τον αγά των γενιτσάρων. Μα φαίνεται πως θα τον χαραμίσω στον γλοιώδη Σουλεϊμάν, τον μαύρο αρχιευνούχο, τον αγά της μηχανορραφίας και της προδοσίας.

Ανοίγει η πόρτα. Αντικρίζω το αρρωστημένο τους χαμόγελο. Τα μάτια τους αστράφτουν από ικανοποίηση. Αντανακλαστικά πετάω τα χρήματα στο πάτωμα. Καταφέρνω να στρέψω αλλού την προσοχή τους. Αλλά όχι για αρκετή ώρα. Κάποιοι έχουν το χρονικό περιθώριο να βουτήξουν τα κέρματα, αλλά ο Σουλεϊμάν ρίχνεται πάνω μου. Τον βοηθούν κι άλλοι ευνούχοι και αρπάζουν τους ώμους μου βγάζοντας με από την κρυψώνα μου.

Οι φωνές μου δεν τους συγκινούν. Με τραβάνε με τόση δύναμη που φοβάμαι ότι θα σπάσουν τα κόκαλα μου. Δεν μπορούν να συμφωνήσουν στην κατεύθυνση κι ο καθένας με ωθεί στην δική του μεριά. Κι εγώ παλεύω. Μάχομαι για την ελευθερία μου.

Ένας σκλάβος αρπάζει τα σκουλαρίκια μου και μου τα βγάζει με μένος. Ο πόνος καταβάλλει κάθε κύτταρο του κορμιού μου, καθώς το δέρμα των αυτιών μου σκίζεται από την απροσεξία του. Μα με πληγώνει περισσότερο το γεγονός ότι έκλεψε τα συγκεκριμένα κοσμήματα.

Τι νομίζεις ότι κάνεις; Αυτά είναι δώρο του Σουλτάνου Αχμέτ Χαν. Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να τα μολύνεις με το άγγιγμα σου;

Οδύρομαι να περισώσω ένα από τα λίγα πράγματα που μου απέμειναν από τον άντρα μου. Μα δεν τους συγκινώ. Συνεχίζουν να βουτάνε τα κοσμήματα μου και να σκίζουν τα υφάσματα πάνω μου. Δεν περιμένουν να τα κλέψουν από το κουφάρι μου. Θέλουν να τους δω να με απογυμνώνουν από τον πλούτο μου.

Αρχίζουν να με σέρνουν έξω από το δωμάτιο. Οι ώμοι μου πονάνε από το σφιχτό τους άγγιγμα. Τους διατάζω να με αφήσουν. Τους υπενθυμίζω την θέση μου και την δική τους, μα εκείνοι γελούν ειρωνικά:

Ben Buyuk Valide, Mahpeyker Kösem sultan!

Ωστόσο, δεν νοιάζονται πια που είμαι η Μεγάλη Μητέρα, η φεγγαροπρόσωπη ηγέτρια τους, η σουλτάνα τους! Για εκείνους είμαι πλέον το θύμα τους, το αρνί που θα θυσιάσουν για να φτάσει η Τουρχάν στην κορυφή.

Με σέρνουν στον διάδρομο κι εγώ βλέπω σκιές. Είναι σκοτάδι, οι δάδες δεν καίνε τόσο δυνατά που να επιτρέπουν την ύπαρξη σκουρόχρωμων μορφών. Όμως εγώ μπορώ να διακρίνω αχνές φιγούρες εδώ κι εκεί. Και μισοκλείνοντας τα μάτια μου, είμαι σε θέση να αναγνωρίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Αχμέτ; Μπισμιλλάχ! Σουλτάνε μου! Είσαι στα αλήθεια εσύ;

Τα όρνια δεν με ακούν. Δεν μου δίνουν σημασία. Αγνοούν οτιδήποτε βγει από τα χείλη μου. Εκείνοι νοιάζονται μόνο για τα πλούτη που θα αποκτήσουν.

Για όνομα, σταματήστε! Ο σουλτάνος Αχμέτ στέκει μπροστά σας! Πώς τολμάτε να φέρεστε με τόση ασέβεια στον ίδιο και την Χασεκί του;

Ο Σουλεϊμάν σφίγγει το άγγιγμα του και γέρνει στο ματωμένο αυτί μου.

Έπαψες να είσαι Χασεκί εδώ και χρόνια. Ο σουλτάνος Αχμέτ είναι νεκρός παλαβή γριά.

Πώς είναι δυνατόν να ξεστομίζει κάτι τέτοιο με σιγουριά; Όντως, θυμάμαι να γέρνει στην αγκαλιά μου και να αφήνει την τελευταία του πνοή. Θυμάμαι το χλωμό του πρόσωπο να συναγωνίζεται το λευκό του σάβανο, καθώς κλείναμε το φέρετρο για να τον οδηγήσουμε στο τζαμί του, που με τόση αγάπη ανέμενε να ολοκληρωθεί.

Παραταύτα, τον βλέπω τώρα καθαρά, αμούστακο αγόρι που το γνώρισα μπαίνοντας στο χαρέμι του. Βρέθηκα στο κρεβάτι του μόλις άρχισε να ανθίζει το δέρμα του, ενώ είχε ήδη παιδιά. Και η κοιλιά μου κάρπισε τόσες φορές για να του χαρίσω ηγεμόνες και σουλτάνες, για να εξασφαλίσω την αυτοκρατορία του, την αυτοκρατορία μας!

Αχμέτ μου, askim benim! Σώσε με σουλτάνε μου! Μην τους αφήσεις να μου κάνουν κακό.

Εκείνος μου χαρίζει ένα μελαγχολικό χαμόγελο και τείνει το χέρι του προς το μέρος μου. Θέλω να το πιάσω. Προσπαθώ να απελευθερώσω τουλάχιστον το ένα μου άκρο για να νιώσω ξανά το χάδι του. Το σώμα μου καίγεται να θυμηθεί το πάθος που νιώσαμε το βράδυ εκείνο που με έκανε νόμιμη σύζυγο του. Ανάμεσα στις τόσες παλλακίδες του, διάλεξε την ασήμαντη σκλάβα από την Τήνο κι εγώ σε αντάλλαγμα του γέμισα το παλάτι με επιγόνους. Μπορεί μπροστά μου να στέκει το αγόρι που στα δεκατρία του χρόνια κλήθηκε να αναλάβει το κράτος, εγώ όμως σκεφτόμουν τον άντρα που με έσφιγγε στην αγκαλιά του και μου αφιέρωνε ερωτικά ποιήματα.

Την ώρα που στρίβουμε για τα διαμερίσματα μου οι αναμνήσεις μου κι εκείνος σκόρπισαν σαν καπνός, ο οποίος βγαίνει από το τζάκι που καίει τις κρύες νύχτες του χειμώνα, όταν όλη η Ιστανμπούλ ντύνεται στα λευκά.

Ένα δάκρυ ξεχύνεται στο μάγουλο μου, καθώς η εικόνα του άντρα και σουλτάνου μου χάνεται. Μαζί του χάνεται και η ελπίδα να σωθώ. Εκείνον θα τον άκουγαν, αν βέβαια πίστευαν τα λόγια της σκλάβας.

Η επόμενη σκιά που παίρνει μορφή, με πληγώνει περισσότερο από τον Αχμέτ. Βλέπω δυο ζευγάρια εφηβικά μάτια, μαύρα σαν την νύχτα, δυο χείλη σαν γλυκιά ρυάκια και μάγουλα ροδαλά που μαρτυρούν την υγεία του αγοριού. Αυτό το παιδί θα μπορούσε να φτάσει μέχρι τα βαθιά γεράματα... αν δεν το είχε δολοφονήσει ο αδερφός του.

Μεχμέτ! Αγόρι μου! Γιε μου! Σεχζαντέ μου!

Η καρδιά μου φτερουγίζει σαν περιστέρι που αποζητά να εγκαταλείψει το έδαφος και θέλει να δαμάσει τους ανέμους. Βλέπω ξανά το πρώτο μου παιδί, τον τρυφερό μου Μεχμέτ.

Αυτή την φορά κάνω μεγαλύτερη προσπάθεια να δραπετεύσω. Τα χτυπήματα μου τους πιάνουν απροετοίμαστους και για δευτερόλεπτα οι ώμοι μου ανακουφίζονται από το ασφυκτικό τους άγγιγμα. Τρέχω προς το όμορφο αγόρι μου κι εκείνο ανοίγει την αγκαλιά του για να με υποδεχτεί. Κάποτε το νανούριζα με άσματα του τόπου μου μέσα στην δική μου αγκαλιά και τώρα εκείνο θέλει να με προστατέψει από τον θάνατο.

Όμως ούτε ο Μεχμέτ μου τα καταφέρνει. Λίγο πριν αγγίξω τα μαλακά του άκρα βρίσκομαι ξανά αιχμάλωτη των ευνούχων.

Με βρίζουν και με χτυπούν και ο Μεχμέτ κατσουφιάζει.

Όχι, όχι αγόρι μου. Μην στενοχωριέσαι για την μητέρα σου. Είναι δυνατή και θα τα καταφέρει.

Ο Μεχμέτ ανακουφίζεται και ξεφυσάει. Ο αέρας που βγαίνει από τα χείλη του σπρώχνει τον γιακά της πουκαμίσας του και αποκαλύπτεται το κόκκινο σημάδι που άφησε το σκοινί του εκτελεστή. Και τότε θυμάμαι ξανά...

Ο σουλτάνος Οσμάν Χαν αποφάσισε να δράσει με βάση την νομοθεσία και να εκτελέσει τον μικρότερο αδερφό του Μεχμέτ.

Για να νιώσει ο πρώτος γιος του Αχμέτ ασφαλής, σκότωσε το παιδί μου. Έφυγα χήρα για το παλιό παλάτι στην Αδριανούπολη πιστεύοντας ότι το αγόρι μου θα γλίτωνε από την σκληρή παράδοση. Έσωσα την ζωή του αδερφού του Αχμέτ, Μουσταφά περιμένοντας να παραδειγματιστεί ο Οσμάν και η φιλόδοξη μητέρα του, Μαχφιρούζ. Ακόμα και χωρίς εκείνη όμως, ο Οσμάν δεν δίστασε να τυφλωθεί από τις φοβίες του και να με εξαναγκάσει να παρευρεθώ στην κηδεία του παιδιού μου.

Ανοίξτε το φέρετρο! Θέλω να δω τον γιο μου.

Κλαίω γοερά. Ανοίγουν την κάσα και αντικρίζω ένα άψυχο ομοίωμα του Μεχμέτ.

Αυτό δεν είναι το παιδί μου. Ο γιος μου έχει ροδαλά μάγουλα. Τα μάτια του αστράφτουν. Αυτό είναι μια κούκλα. Πού είναι το παιδί μου; Τι κάνατε στον πρωτότοκο μου;

Ουρλιάζω και τραβάω τα πέπλα μου από την απόγνωση. Οι σκλάβες μου προσπαθούν να κρατήσουν το πρόσωπο μου κρυμμένο, μα εγώ υποφέρω και πρέπει να διώξω τον πόνο από πάνω μου ή και μέσα μου.

Έτσι νιώθω και τώρα που βλέπω μετά από χρόνια τον Μεχμέτ μου να στέκεται όρθιος και χαμογελαστός. Και κλαίω και ουρλιάζω και ζητάω να μου τον φέρουν πίσω. Θέλω να κρατήσω στην αγκαλιά μου το ροζιασμένο βρέφος που βγήκε από τα σπλάχνα μου και γέμισε την καρδιά μου με αγάπη.

Ο Μεχμέτ στρέφεται προς την κατεύθυνση που ακολουθούμε και κοιτάζει με θλίψη τον Οσμάν. Εκείνος ανταποδίδει και στρέφεται σε μένα.

Θα πρέπει να είμαι θυμωμένη. Πρέπει να του φωνάξω, να ευχηθώ να καίγεται στην κόλαση γι’ αυτό που πέρασα εξαιτίας του. Μα δεν τα καταφέρνω. Θυμάμαι τον δικό του παιδικό εαυτό. Θυμάμαι να κάνουμε μαζί βόλτα με την άμαξα και να με ευχαριστεί που χρησιμοποίησα την επιρροή μου στους γενίτσαρους, ώστε να εκθρονίσουν τον Μουσταφά και να πάρει εκείνος την εξουσία. Προτίμησα τον Οσμάν γιατί ήταν μεγαλύτερος και μου το ανταπέδωσε σκοτώνοντας τον Μεχμέτ μου.

Συγχώρα με!

Όχι, δεν πρέπει. Μόνο ο Αλλάχ συγχωρεί.

Τα χείλη μου αντιδρούν από μόνα τους παρά τις υποδείξεις της λογικής. Πλήρωσε το αίμα που έχυσε με το δικό του αίμα. Οι γενίτσαροι που τον ανέβασαν, τον εκτέλεσαν για τα λάθη του. Ποια είμαι λοιπόν εγώ να του κακιώνω, όταν τα θετά μου παιδιά πήραν εκδίκηση για τον αδερφό τους;

Σε συγχωρώ.

Ο Οσμάν γνέφει συμπονετικά και, όπως ο Μεχμέτ, κοιτάζει την νέα σκιά που πρέπει να αντιμετωπίσω. Αυτή όμως δεν μου μιλάει. Με κοιτάζει με απαθής έκφραση κι αναρωτιέμαι αν χαίρεται γι’ αυτό που μου συμβαίνει. Εξαιτίας μου έχασε τα πρωτεία στο χαρέμι και σίγουρα θα ευχόταν τον θάνατο μου κάθε φορά που σφάδαζα στην γέννα. Τώρα που ήρθε η ώρα να διαβώ το σκοτεινό μονοπάτι της άλλης ζωής, ίσως να νιώθει επιτέλους την δικαίωση που στερήθηκε σε αυτόν τον ντουνιά.

Απομακρύνομαι κι από την Μαχφιρούζ και πλέον τα δάκρυα έχουν παγώσει στα μάγουλα μου. Οι αναμνήσεις είναι πολλές και βασανιστικά γρήγορες. Δεν μου δίνουν το περιθώριο να κατασταλάξω πλέον τι νιώθω. Θλίψη; Νοσταλγία;

Το τοπίο ξεκαθαρίζει όταν δεν βλέπω πια αμφιλεγόμενα πρόσωπα, αλλά παιδιά μου. Η καρδιά μου γνωρίζει ξανά την αναταραχή που προκάλεσε η εικόνα του Μεχμέτ μόλις το βλέμμα μου συναντά αυτό του Κασίμ και του Σουλεϊμάν.

Λιοντάρια μου. Μικρές μου αγάπες μου. Συγχωρέστε με που δεν πρόλαβα να σας σώσω. Αν το ήξερα, θα σταματούσα τον αδερφό σας εγκαίρως. Δεν ήθελα να χαθείτε, να γίνετε κι εσείς τα θύματα του αιματηρού νόμου της αδελφοκτονίας. Συγχωρέστε την δύστυχη μάνα σας που δεν κατάφερε να σταματήσει την εκτέλεση σας.

Εκείνοι δεν μοιάζουν πικραμένοι. Κοιτάζουν την Βαλιντέ τους με ανακούφιση, όπως όταν ήταν μικρά και δεχόντουσαν την επίπληξη των ευνούχων για τις σκανταλιές τους. Και σαν λέαινα χιμούσα πάνω τους για να προστατέψω τα παιδιά μου από την κριτική τους.

Αυτή την φορά χαίρομαι που τα όρνια δεν είναι σε θέση να δουν τους νυχτερινούς επισκέπτες του Παραδείσου. Δεν θέλω να τους ακούσω ξανά να τα αποκαλούν τα κακομαθημένα παιδιά της Χασεκί. Ούτε που με ένοιαξε ποτέ αν είχαν δίκιο. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να καταφέρω αυτή την φορά να τα σώσω από κάτι, γιατί την πρώτη φορά απέτυχα να τα προφυλάξω από τον...

Μουράτ;

Ο δεύτερος μου γιος, το μωρό που ακολούθησε μετά την γέννηση της Αϊσέ και της Φατμά μου, βρισκόταν στο κατώφλι της κρεβατοκάμαρας μου με την επίσημη φορεσιά του σουλτάνου.

Η πρώτη φορά που ντύθηκε με τέτοιο τρόπο ήταν στα έντεκα του χρόνια. Μετά την δεύτερη εκθρόνιση το Μουσταφά όλοι στράφηκαν στην πρώην Χασεκί με τους τέσσερις γιους. Ο μεγαλύτερος εν ζωή ήταν ένα παιδί που όμως εμπιστεύτηκαν περισσότερο από τον παρανοϊκό Μουσταφά. Και μαζί του εμπιστεύτηκαν κι εμένα.

Η άλλοτε Χασεκί έγινε Βαλιντέ Σουλτάν και έχοντας την επιδοκιμασία πασάδων και γενίτσαρων έγινε και αντιβασιλέας. Μόλις ο Μουράτ μου μεγάλωσε τον άφησα να διοικεί μοναχός του, μα δεν σταμάτησα ποτέ να τον συμβουλεύω σαν βασιλομήτωρ. Πάνω από όλα ήμουν η μητέρα του κράτους που με βοήθησε να σκοτώσω την σκλάβα μέσα μου και να αναγεννηθώ σε σουλτάνα. Δυστυχώς όμως, η δύναμη δεν με βοήθησε να σώσω τους εγγονούς μου, που τους είδα να χάνονται έναν έναν σε παιδική ηλικία. Και όλο και μελαγχολούσε ο Μουράτ μου.

Τον καταλάβαινα πλήρως. Κάθε φορά που έχανα κάποιο παιδί μου έχανα κι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Το έθαβα μαζί τους μέχρι που έμεινα κι εγώ ένα άψυχο κουφάρι. Ακριβώς αυτό που αντίκρισα όταν ο Μουράτ μου αρρώστησε κι άφησε κι αυτός την τελευταία του ανάσα στο καταραμένο παλάτι.

Σουλτάνε μου! Αγόρι μου! Σε συγχώρεσα που σκότωσες τα αδέρφια σου. Παιδί μου είσαι κι εσύ. Δεν μπορώ να σε μισήσω. Ακόμα κι όταν ξεψύχησες στην αγκαλιά μου, σε συγχώρεσα για τον πόνο που μου προξένησες. Πώς θα μπορούσα να μην σε συγχωρέσω άλλωστε; Από όσα παιδιά γέννησα, εσύ ήσουν αυτό που μου θύμιζε τον εαυτό μου. Εσύ μου έμοιασες περισσότερο από όλους. Γι’ αυτό κι ανέβηκες ψηλά, με αποτέλεσμα να πονέσει η πτώση.

Ο Μουράτ μου δεν απαντάει. Σκύβει το κεφάλι του πληγωμένος. Τον ξέρω καλά. Δεν του αρέσει αυτό που βλέπει και προστατεύει τον εαυτό του από τον πόνο. Έτσι έκανε σε κάθε κηδεία παιδιού του.

Ο Σουλεϊμάν με σπρώχνει με βία για να σταματήσω να κοιτάζω τον τοίχο. Για εκείνον δεν είναι παρά ένα άδειο μάρμαρο.

Ανοίγει την πόρτα της κάμαρας μου και με ρίχνει στο έδαφος. Το στέρνο μου καταβάλλεται από έντονο πόνο, όταν συναντά το ακριβό χαλί. Βήχω σε μια προσπάθεια να γεμίσω τους τραυματισμένους μου πνεύμονες με οξυγόνο και ανασηκώνω τα υγρά μου μάτια για να δω τι θα επακολουθήσει.

Μπροστά μου όμως βλέπω το μεγαλύτερο κρίμα των τελευταίων χρόνων. Στην άκρη του κρεβατιού μου στέκεται η φιγούρα του τελευταίου παιδιού που οδήγησα στην αιώνια κατοικία του, στο ένα από τα τέσσερα μαυσωλεία της Αγίας Σοφίας.

Ιμπραχήμ... Γιαβρί μου!

Εκείνος συνοφρυώνεται θυμωμένος. Πιστεύει ότι εγώ τον σκότωσα. Πιστεύει ότι διάλεξα τον θρόνο σε βάρος εκείνου.

Πώς μπορείς να σκέφτεσαι κάτι τέτοιο; Σε έσωσα από τον Μουράτ όταν ήταν έτοιμος να σε εκτελέσει με τα αδέρφια σου!

Και με θυσίασες η ίδια όταν είδες πως ήμουν στο έλεος των πασάδων κι όχι στο δικό σου.

Όχι, παιδί μου! Οργάνωσα την εκθρόνιση σου, ναι. Αλλά δεν ήθελα να πεθάνεις. Φρόντισα να μείνεις στο Τοπκαπί υπό επίβλεψη.

Φρόντισες να μείνω στο Τοπκαπί φυλακισμένος! Μα η αυτοκρατορία δεν μπορεί να έχει δυο σουλτάνους, όπως ο ουρανός δεν μπορεί να έχει δυο ήλιους. Κι έτσι επέτρεψες στους γενίτσαρους να με σφάξουν. Μην προσπαθήσεις να δικαιολογηθείς. Ξέρεις πόσο βίαιοι είναι. Ήξερες πως δεν θα με άφηναν να ζήσω. Εσύ κι η άκαρδη Τουρχάν σχεδιάσατε βήμα προς βήμα την πτώση μου.

Κλαίω ξανά. Έχει απόλυτο δίκιο, δεν μπορώ να αρνούμαι την αλήθεια κι ούτε να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Αν μπορούσα, θα το έκανα και θα φρόντιζα να τον προσέχω περισσότερο. Θα φρόντιζα να αποτρέψω την τρέλα του, η οποία τον κατέστησε ανεπαρκή στα μάτια του κράτους. Ποιος άλλωστε έφταιγε για την ψυχική του ασθένεια περισσότερο από την μάνα που δεν το προστάτεψε από τον μόνιμο φόβο της εκτέλεσης;

Συγγνώμη γιαβρί μου. Συγγνώμη σουλτάνε μου!

Ο Ιμπραχήμ δεν μου απαντά. Σκύβει το κεφάλι και κλαίει κι αυτός. Ακούγεται σαν κουτάβι που το εγκατέλειψε η μητέρα του και τώρα είναι απροστάτευτο και έρμαιο κάθε αρπακτικού. Μου θυμίζει τις κραυγές απόγνωσης που έβγαζε, καθώς οι εκτελεστές των στρίμωχναν στη γωνία του μπουντρουμιού. Κι εγώ παραπέρα είχα κλείσει τα αυτιά μου για να μην τον ακούω να ζητά την βοήθεια μου.

Δεν διάλεξα τον θρόνο Ιμπραχήμ. Διάλεξα τα άλλα μου παιδιά, τον λαό. Είμαι η Μεγαλοπρεπής μητέρα, Valide - i muazzama, όπως με αποκαλούν. Όφειλα να προστατέψω κι εκείνα. Και πρόδωσα το γιαβρί μου.

Ο Ιμπραχήμ γυρνάει την πλάτη του και σιγοτραγουδά. Μουρμουρίζει το νανούρισμα που τους έλεγα όταν ήταν μωρά. Η τελευταία φορά που με άκουσε να το τραγουδώ ήταν στην κηδεία του Μεχμέτ. Πίστεψα ότι κοιμόταν βαθιά και θέλησα να γλυκάνω τον ύπνο του με το νανούρισμα τους. Μα το παιδί μου ήταν νεκρό. Και τώρα ο Ιμπραχήμ προσπαθούσε να γλυκάνει τον δικό μου θάνατο με την μελωδία του παρελθόντος.

Αναστενάζω δεν με ακούς, μαργαριταρένια μου;

Κλαίω, δεν με λυπάσαι; Κλαίω δεν με λυπάσαι;

Άντε κάλε μάνα αγάπα με κι εμένα. Κούνει καλέ μάνα το παιδί για μένα.

Δεν είσαι μάνας γέννημα, μαργαριταρένια μου.

Ούτε θεό φοβάσαι. Ούτε θεό φοβάσαι.

Άντε καλέ μάνα αγαπά με κι εμένα. Κούνει καλέ μάνα το παιδί για μένα.

Κλείνω τα μάτια μου και απολαμβάνω την φωνή του. Νιώθω το σώμα μου ανάλαφρο. Δεν υπακούσει σε φυσικούς νόμους. Ανασηκώνεται σαν πούπουλο και πλέον το βλέμμα μου είναι στραμμένο στην οροφή.

Όχι, δεν είναι η φωνή του Ιμπραχήμ αυτή που ελέγχει το σώμα μου. Είναι τα χέρια του Σουλεϊμάν που τώρα κρατούν ένα κομμάτι ύφασμα. Έχει κόψει την κουρτίνα του σοφά μου και με πλησιάζει.

Δεν παλεύω πια. Ξέρω τι έρχεται και δεν θέλω να σταματήσει. Τους είδα όλους σήμερα κι έχω ανάγκη να τους αγγίξω. Οι αναμνήσεις με σκότωσαν πολύ πριν τον ευνούχο. Και τώρα αισθάνομαι έτοιμη να συναντήσω ξανά ό,τι με έκανε να νιώθω ζωντανή.

Το ύφασμα τυλίγεται γύρω από τον λαιμό μου. Με σφίγγει. Ο αέρας αδυνατεί να εισέλθει στο σώμα μου. Το δέρμα μου παραμορφώνεται από την πίεση του υφάσματος. Ζαλίζομαι. Τα πάντα γύρω μου χορεύουν πιο γρήγορα κι από παλλακίδα σε γιορτή. Το δωμάτιο σκοτεινιάζει ακόμα περισσότερο. Τα βλέφαρα μου βαραίνουν και δεν έχω άλλη επιλογή από το να κλείσω τα μάτια μου.

Αισθάνομαι μια ψύχρα να χαϊδεύει το πρόσωπο μου. Υποθέτω πως αυτό είναι η πρώτη απόδειξη ότι πέθανα. Θέλω να δω πού βρέθηκα, αν συγχωρέθηκαν τα αμαρτήματα μου ή αν θα συνεχίσω να λογοδοτώ για αυτά. Γι’ αυτό αντιμάχομαι την άρνηση του σώματος μου και καταφέρνω να ανοίξω δειλά δειλά τα μάτια μου.

Τότε βλέπω εκείνη, το πρόσωπο που πέθανε πρώτο, που σκότωσα για να καταφέρω να ζήσω. Έχει την ίδια αθώα έκφραση με όταν πέρασε το κατώφλι του χαρεμιού και οι ζωηρές της μπούκλες κρύβουν τα κουρέλια της. Τα ζεστά της μάτια όμως δεν σου επιτρέπουν να περιεργαστείς το φτωχό της ντύσιμο. Είναι διαπεραστικά και γεμάτα γρίφους που μονάχα ένας δυνατός νους μπορεί να λύσει. Αλλά το μυστήριο επισκιάζεται από την αγνότητα της. Γι’ αυτό κι έπρεπε να την σκοτώσω. Η Αναστασία έπρεπε να πεθάνει για να έρθει στην θέση της η Μαχπεϊκέρ και έπειτα η Κιοσέμ. Η ρωμιά σκλάβα θυσιάστηκε για το καλό της Οθωμανής σουλτάνας και από το ασήμαντο κορίτσι έγινε η πρώτη γυναίκα που κράτησε το τιμόνι του κράτους. Από το κορίτσι που υποκλινόταν έγινε η γυναίκα που έπεφταν οι γενίτσαροι στα πόδια της, ενώ έσφαζαν σουλτάνους μέσα στο ίδιο τους το παλάτι. Εκείνη υπέστη τον χειρότερο θάνατο, γιατί θυσιάστηκε για το μεγαλύτερο καλό της αυτοκρατορίας και το δικό μου. Κι αυτή αξίζει την απολογία μου περισσότερο από όλους.

Είναι ακόμα ζωντανή αγά!

Αναθεματισμένη σκύλα. Έχεις περισσότερες ζωές κι από γάτα. Πέθανε επιτέλους.

Όχι, μη! Πρέπει να ζητήσω συγγνώμη. Πρέπει να εξιλεωθώ στο αθώο πλάσμα που διέφθειρε η εξουσία. Μην με αφήσετε να πεθάνω δίχως να παραδεχτώ πόσο μου έλειψε!

Εκείνοι δεν με ακούν, γιατί η φωνή μου δεν μπορεί να βγει από τον κατακρεουργημένο μου λαιμό. Και μένει να καταστραφεί περισσότερο, καθώς ο Σουλεϊμάν επαναλαμβάνει τον στραγγαλισμό με μεγαλύτερο μένος. Κι αυτή την φορά δεν αποτυγχάνει. Αυτή την φορά χάνω όλες μου τις ζωές και η ψύχρα επιστρέφει σαν επιθετικός, χειμωνιάτικος άνεμος.

Σύντομα όμως η ατμόσφαιρα ζεσταίνει και φωτίζεται. Μπροστά μου βλέπω ένα πλάσμα χάρμα οφθαλμών που τείνει το κοκαλιάρικο χέρι του προς τα μένα. Τα δάχτυλα του περιεργάζονται το στήθος μου και βυθίζονται σε αυτό για να βγάλουν μια δεύτερη Κιοσέμ. Αυτή όμως μοιάζει άυλη και γαλήνια. Είναι ανακουφισμένη, γιατί δεν πονάει πια. Και πλέον ούτε κι εγώ.

Αζραήλ, γιατί με λυπήθηκες; Γιατί δεν πήρες την ψυχή μου βίαια;

Çünkü sen Valide-i Şehide.

Γιατί είσαι η Μητέρα - Μάρτυρας.




* Σύμφωνα με το Ισλάμ, ο άγγελος του θανάτου, Αζραήλ εμφανίζεται στους μελλοθάνατους σαν κάτι όμορφο, αν έχουν κάνει καλές πράξεις ή σαν τέρας, αν έχουν αμαρτήσει σε ασυγχώρητο σημείο. Και ανάλογα με τις πράξεις τους θα πάρει τις ψυχές τους ανώδυνα ή θα υποφέρουν ως αντίποινα για τις ενέργειες τους.


Σημείωμα συγγραφέα:

Η Ρωμιά Αναστασία έγινε η Οθωμανή Κιοσέμ και ήταν μία από τις πιο δυνατές γυναίκες της αυτοκρατορίας. Ήταν η τελευταία σημαντική Χασεκί, υπήρξε δυο φορές Βαλιντέ για χάρη των γιων της, Μουράτ Δ' και Ιμπραχήμ Α' και δύο φορές επίσημη αντιβασιλέας για τον Μουράτ και τον εγγονό της Μεχμέτ Δ'. Ήταν η πρώτη γυναίκα αντιβασιλέας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η μόνη γυναίκα που έλαβε τον τίτλο Buyuk Valide στα χρόνια βασιλείας του εγγονού τους. Είναι γνωστή επίσης για το φιλανθρωπικό της έργο ως προς τους φτωχούς της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τις Ελληνίδες σκλάβες της, τις οποίες απελευθέρωνε μετά από τρία χρόνια υπηρεσίας, τις προίκιζε και τις πάντρευε με εύπορους άντρες. Μετά την δολοφονία της, ο λαός της Πόλης κήρυξε τριήμερο πένθος. Σήμερα αναπαύεται στο μαυσωλείο του Μπλε Τζαμιού, ανάμεσα στον άντρα της, Αχμέτ Α' και την μεγάλη της κόρη Αϊσέ Σουλτάν. 


Δημοφιλείς αναρτήσεις τελευταίου μήνα