Custom Menu

Κυριακή, 2 Μαΐου 2021

Οι εφιάλτες του Άγκαρατ του Αριστείδη Νάστου

 




Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ 



Όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε ένα βιβλίο, τείνουμε να το τοποθετούμε μονάχα σε ένα είδος. Πολλοί θα μου πείτε ότι αυτό γίνεται για συντομία ή γιατί πάντα θα υπάρχει αυτό το ένα λογοτεχνικό είδος που θα ξεχωρίζει. Στο πρώτο θα συμφωνήσω, αλλά στο δεύτερο επιτρέψτε μου να φέρω αντίλογο. Σαφώς και ένα βιβλίο δεν μπορεί να έχει μόνο ένα χαρακτηριστικό, αλλά πρέπει για καθαρά λόγους μάρκετινγκ να βρούμε την ειδοποιό διαφορά. Υπάρχουν όμως μερικά βιβλία που δύσκολα μπορείς να τα βάλεις μονάχα σε μία κατηγορία κι εγώ αυτά τα βιβλία τα αγαπώ λίγο παραπάνω γιατί δε σιχαίνομαι τίποτα περισσότερο από τις ταμπέλες. Εντάξει, και τις μπάμιες.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για τους Εφιάλτες του Άγκαρατ, το δεύτερο βιβλίο του Αριστείδη Νάστου, το οποίο πρόκειται για αυτοέκδοση. Ο συγγραφέας μας ταξιδεύει στη γαλλική ύπαιθρο του 14ου αιώνα, παραμονές του Εκατονταετούς πολέμου, ενός αιματηρού κεφαλαίου της ευρωπαϊκής ιστορίας. Πρόκειται για μια περίοδο που δεν πρωταγωνιστεί σε βιβλία που ταξιδεύουν στον ευρωπαϊκό μεσαίωνα και το ίδιο ισχύει για την περιοχή. Συνήθως βλέπουμε να κυριαρχεί το αγγλικό στοιχείο. Εδώ όμως έχουμε την άλλη πλευρά. 

Ο πρωταγωνιστής μας είναι ο Αλβίν, ένας σύζυγος, πατέρας και φαινομενικά ταπεινής καταγωγής άντρας που υποφέρει από ανεξήγητους εφιάλτες. Η σύζυγος του, Μαριέτ παρατηρεί την αλλόκοτη συμπεριφορά του, καθώς τα φρικιαστικά όνειρα ολοένα και αυξάνονται και πασχίζει να εντοπίσει την αιτία αυτών. Μολονότι είναι αρκετά χρόνια παντρεμένοι, δε γνωρίζει απολύτως τίποτα για το σκοτεινό παρελθόν του που έρχεται να τους στοιχειώσει την ίδια περίοδο που αγγλικά στρατεύματα καταφτάνουν στη Φραγκία. Τότε αρχίζει μια περιπέτεια γεμάτη κίνδυνο, μυστήριο, αναπάντεχους συμμάχους και εχθρούς και αρκετή δόση μαγείας. 

Το παρελθόν του Αλβίν ταυτίζεται με τη δράση των Καθαρών, ενός γνωστού αιρετικού τάγματος με μεσαιωνικές ρίζες. Ο αναγνώστης όμως δεν έρχεται σε επαφή μονάχα με το θρησκευτικό κομμάτι, αλλά και το υπερφυσικό που ελλοχεύει σε κάθε σελίδα, μέχρι να κάνει μια πανηγυρική εμφάνιση στην κορύφωση της δράσης. Ο συγγραφέας έχει ενώσει με αρκετή μαεστρία το μύθο με την πραγματικότητα, δημιουργώντας μια σκοτεινή και γοητευτική ατμόσφαιρα. Ο αναγνώστης είναι πολλές φορές ανήμπορος να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από το φανταστικό κομμάτι, παρασυρόμενος από την περιγραφική πένα του συγγραφέα. 

Ένα ακόμα αγαπημένο μου κομμάτι του βιβλίου είναι η γραφή, που για μένα πια αποτελεί το άλφα και το ωμέγα. Δύσκολα μπορεί κανείς να δημιουργήσει κάτι τελείως πρωτότυπο, αλλά αν εκφράζεται με το λυρισμό και την απίστευτα ομορφιά που κάνει ο Αριστείδης Νάστος, τότε δεν έχει να φοβάται τίποτα. Όταν μιλάμε για την τέχνη του λόγου, δε χωράνε απλότητες και ευτυχώς σε αυτή την περίπτωση δεν εντόπισα καμία. Με αυτή την ευχέρεια, ο συγγραφέας όχι μόνο ζωντανεύει την ιστορία του, αλλά γεμίζει το κείμενο με σοφές κουβέντες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εύκολα σαν μότο. 

Οι χαρακτήρες ήταν αρκετά συμπαθείς και ως ένα βαθμό τα κίνητρα και η εξέλιξη τους εμφανείς. Εδώ όμως έρχεται αυτό που με απογοήτευσε και πρόκειται για κάτι καθαρά υποκειμενικό. Είμαι αναγνώστρια που προτιμάει να μπαίνει στο βάθος του ψυχικού κόσμου, να βλέπει τη δράση και τα κίνητρα των πρωταγωνιστών μέσω των σκέψεων και του ψυχισμού τους, να μου το κάνουν νια νια, να το πω πιο απλά. Στο βιβλίο όμως η ιστορία εξελίχθηκε πολύ γρήγορα για τα δεδομένα μου και ως ένα βαθμό ένιωσα ότι οι χαρακτήρες δε δρούσαν μόνοι τους, αλλά ότι υπάκουγαν στις υποδείξεις του δημιουργού. Επιπλέον, ένας αναγνώστης χωρίς το γνωστικό υπόβαθρο της περιόδου, θα είχε ανάγκη περισσότερη ανάλυση τόσων σημαντικών ιστορικών φαινομένων. Αντίστοιχα, και το φανταστικό κομμάτι ήθελε περισσότερη παρουσίαση και επεξήγηση, ώστε να μη χρειαστεί κανείς να φτάσει στο σημείωμα συγγραφέα για να καταλάβει τα κίνητρα του. Τέλος, καλό θα είναι να επανεξεταστεί το κείμενο όσον αφορά την επιμέλεια, ώστε το κείμενο να είναι άρτιο.



Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ.  


Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021

Συνέντευξη με το Γρηγόρη Δημακόπουλο

 

Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στο blog μας το Γρηγόρη Δημακόπουλο, συγγραφέα του βιβλίου Η εποχή των θρύλων και συντάκτη στο site ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.Κ.





Αρχικά θα θέλαμε να μας συστηθείς για να σε γνωρίσει λίγο καλύτερα το κοινό. Περίγραψε τον εαυτό σου σε τέσσερις προτάσεις.

Είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά με πάθος, που δίνεται, που δε φοβάται να τσαλακωθεί, που του αρέσει η επαφή με τους ανθρώπους. Προσπαθώ να είμαι ειλικρινής, προσηνής και μετριοπαθής, και απεχθάνομαι να πληγώνω εκείνους που μπαίνουν στη ζωή μου. Με σαγηνεύει το ταξίδι στο άγνωστο, με εξιτάρει η έννοια του χρόνου, το μέγεθος του χάους που ορίζει τις στιγμές που ζούμε, και νιώθω δέος μπροστά στα μυστικά του σύμπαντος, όταν αυτά αποκαλύπτονται μπροστά μας. Αγαπώ τα βιβλία, τις ταινίες, τον αθλητισμό, τη γνώση και τις επιστήμες, μα πάνω απ’ όλα μου αρέσει να έχω σφαιρικότητα γύρω από κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής ώστε στο τέλος να μπορώ να νιώσω πλήρης, και να πω πως έζησα όσα περισσότερα μπορούσα.



Το έργο σου είναι High Fantasy και όποιος το έχει διαβάσει, έχει παρατηρήσει το πόσο λεπτομερώς παρουσιάζεις τον κόσμο σου. Πόσο δύσκολο σου ήταν να τον δημιουργήσεις;

Παράξενο, όταν σκέφτομαι το έργο μου, και το πόσο κουράστηκα να του δώσω τα χαρακτηριστικά που επιθυμούσα, η κοσμοπλασία δεν είναι ένα από τα στοιχεία που μου έρχονται στον νου. Αν και αγγίζει υψηλότατα επίπεδα ως ποσοτικό μέγεθος, δεν μπορώ να πω πως με δυσκόλεψε η σύνθεσή της· κι αυτό γιατί ίσως ήρθε μέσω μιας αργής και φυσικής διαδικασίας, έγραφα και την ανακάλυπτα κι εγώ ο ίδιος, μπορεί να πει κανείς, ψηλαφιστά, λιθαράκι-λιθαράκι τη φορά. Οι ιστορίες και τα γεγονότα αναδύονταν αυθόρμητα μέσα από το ασυνείδητό μου, δίχως να υφίσταται η αναγκαιότητα να τα οριοθετήσω ή να τα σκιαγραφήσω από την αρχή (υπολογιστική προσέγγιση-στήσιμο του υποβάθρου), όπως κάνουν οι περισσότεροι δημιουργοί. Βασίστηκα σε ιδέες και γνώσεις που κατέγραφα την τελευταία (και βάλε) δεκαετία, μα η όλη διαδικασία θύμιζε περισσότερο τη σχέση της σμίλης ενός λιθοξόου με τον ακατέργαστο όγκο ενός συμπαγούς σώματος μαρμάρου: αργά αλλά σταθερά λάμβανε σχήμα, πλαισιώνοντας τον βασικό κατευθυντήριο πυρήνα, τα αισθήματα των χαρακτήρων και τη γενική πλοκή.






Ποιοι συγγραφείς αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ένα τόσο μαγευτικό ανάγνωσμα;

Συγγνώμη, εδώ θα είμαι λακωνικός! Ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν ήταν ο δημιουργός που με ενέπνευσε όσο κανείς άλλος. Το έργο του είναι αξεπέραστο. Και θα είναι για πολλά χρόνια ακόμη, κατά πώς φαίνεται. Το έργο του με μάγεψε, άλλαξε τον τρόπο σκέψης μου, με μεταμόρφωσε σ’ αυτό που είμαι σήμερα. Υπάρχουν πολλοί κορυφαίοι συγγραφείς στο είδος του φανταστικού –ο Φράνκ Χέρμπερτ του Ντιούν είναι ένας απ’ αυτούς, τον ανακάλυψα μόλις πέρυσι, κι έχω ενθουσιαστεί από τον τρόπο γραφής του-, όμως κανείς δεν αγγίζει την ψυχή μου όπως εκείνος.



Ο αναγνώστης μέσα σε όλα παρατηρεί την τρυφερή σχέση μεταξύ πατεράδων και γιων. Είναι κάτι που δεν το βλέπεις αρκετά εύκολα στα βιβλία, καθώς σχεδόν πάντα γιοι και μπαμπάδες είναι σε ρήξη. Εσύ γιατί διάλεξες έναν άλλο δρόμο;

Όπως αναφέρω και στο σημείωμα του συγγραφέα του 2ου μέρους της Εποχής των Θρύλων, που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες, τα πάντα άλλαξαν όταν γεννήθηκε ο γιος μου. Στο βιβλίο, αρχικά, επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί μια κοπέλα ως βασική πρωταγωνίστρια. Όμως, από τη στιγμή που ήρθε στη ζωή ο γιος μου –και μάλιστα υπό τις πιο δύσκολες συνθήκες-, όταν αντίκρισα στη μονάδα των πρόωρων μωρών τον πόνο και τη δυστυχία των ανθρώπων να συγκρούονται καθημερινά με την ελπίδα και την πίστη για ένα ευτυχές αύριο, έρημα νησιά όλοι τους γύρω από τα παιδιά τους, μα και ταυτόχρονα συγκινητικά δεκτικοί στη βουβή συμπαράσταση ενός βλέμματος συμπόνιας μέσα από το τζάμι που μας χώριζε, δεν μπόρεσα να σταθώ ανεπηρέαστος απέναντι στα συναισθήματα που με κατέκλυζαν. Συναισθήματα που αποτυπώθηκαν τελικώς στο χαρτί, κρυμμένα επιμελώς στις σελίδες του βιβλίου, ως τον απόηχο αυτών που εγώ ένιωθα για το παιδί μου.



Μας υποσχέθηκες ότι στο δεύτερο μέρος οι γυναίκες θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην πλοκή. Τι να περιμένουμε;

Η απειρία μου κατά τον αρχικό σχεδιασμό της βασικής πλοκής αλλά και η ιδιότητά μου ως πατέρας, που όπως ανέφερα παραπάνω πήρε τα ηνία, μεταδίδοντας την οπτική αυτή που ταίριαζε σε μένα εκείνη τη φάση της ζωής μου, είχε ως αποτέλεσμα η συμμετοχή των γυναικών στο πρώτο μέρος να είναι μικρή. Όμως, νιώθω την ανάγκη να τονίσω πως οι γυναίκες παίζουν σπουδαίο ρόλο στο σύμπαν της Εποχής των Θρύλων, δεν είναι ένας κόσμος ανδροκρατούμενος. Αποτελούν τραγικά πρόσωπα ίσως, και έχουν διαδραματίσει βασικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, έτσι τουλάχιστον όπως αυτή παρουσιάζεται στις σελίδες του βιβλίου. Ενδεικτικά να αναφέρω πως ένα από τα πλέον σημαντικά πρόσωπα της τριλογίας είναι γένους θηλυκού. Στο 2ο μέρος θα δείτε επτά γυναικείους χαρακτήρες, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ιδιοσυγκρασιών, από τον αρχετυπικό ρόλο μιας μοχθηρής αντιπάλου, ως την τραγική φιγούρα μιας γυναίκας που βασανίζεται από τύψεις και αμφιβολίες. Αν και καμία απ’ αυτές τις ηρωίδες δεν είναι αυτό που λέμε βασική πρωταγωνίστρια, εύχομαι η συμμετοχή τους στην ιστορία να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε στο πρώτο μέρος, και να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού. Νομίζω πάντως πως αρκετές αναγνώστριες που διάβασαν το πρώτο μέρος το διαισθάνθηκαν εμμέσως αυτό, διέκριναν πως η ιστορία αυτή απευθύνεται σε όλους, άνδρες και γυναίκες, δίχως διάκριση. Κι αυτό συνέβη ίσως γιατί αντιλήφθηκαν πως τα αισθήματα που γεννήθηκαν μέσα μου, βρίσκοντας εν τέλει τον δρόμο τους στο βιβλίο, δεν είχαν γένος, παρά πρόβαλαν τις ανάγκες της ψυχής.





Ποια στοιχεία του πραγματικού κόσμου έδωσες στον δικό σου;

Πέραν φυσικά των στοιχείων εκείνων που οφείλουν να κάνουν τον φανταστικό κόσμο ένα γνώριμο πεδίο με τον οποίο ο αναγνώστης δύναται να ταυτιστεί, (διαπροσωπικές σχέσεις, απόδοση συναισθημάτων, βιωματικές εμπειρίες και φιλοσοφικές θεωρήσεις που ανυψώνουν την αίσθηση αληθοφάνειας και γενικής συνέπειας), μέσα στο βιβλίο έχω εισάγει θεωρίες και κοσμογονικά στοιχεία υπό την ένδυση του μυθολογικού στοιχείου. Επίσης, εισήγαγα κάποιους θρύλους που είχαν ως έναυσμα ιστορίες της παράδοσής μας, παραλλαγμένους όμως, ώστε να αντανακλούν στην κοσμοπλασία του βιβλίου. Οι Γυναίκες της Λίμνης στο 1ο κεφάλαιο και ο Θρύλος του Καθρέφτη στο 10ο κεφάλαιο, για παράδειγμα, είναι κάποιοι απ’ αυτούς.



Πιστεύεις ότι οι Έλληνες αναγνώστες εκτιμούν το είδος της φαντασίας;

Τη φαντασία, γενικά, ναι, αρκετά. Τους Έλληνες συγγραφείς του είδους όχι ακόμη. Όχι όσο θα έπρεπε. Θα αλλάξει αυτό, εικάζω, απλά η αλλαγή θα έρθει πιο αργά απ’ ό,τι θα θέλαμε. Πρέπει να παρέλθει μια περίοδος αναγνωστικής οικειότητας και συγγραφικής ωρίμανσης. Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό να στηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις τον χώρο, δίχως να χάνουμε την ειλικρίνειά μας και την αξιοπρέπειά μας. Πρέπει να στηρίζουμε έμπρακτα τα βιβλία που ξεχωρίζουν, αγοράζοντάς τα. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε με θετική διάθεση και αίσθημα ευθύνης τους νεαρούς συγγραφείς (να επενδύουμε στην ανανέωση, στη φρεσκάδα και τη δυναμική της νιότης, ακολουθώντας τον σφυγμό της ίδιας της ζωής), αλλά και να περιφρουρούμε δημιουργικούς πυρήνες που βασίζονται στον εθελοντισμό όπως το Nyctophillia, το Will oWisps, τη Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας Καρδίτσας, το Weird Side Daily ή το δικό σας ιστολόγιο, καλή ώρα, που δίνουν βήμα, θέτοντας παράλληλα γερά θεμέλια στον ανερχόμενο αυτόν χώρο.



Τέλος, θα θέλαμε να κλείσεις με μια συμβουλή προς τους επερχόμενους συγγραφείς.

Η συμβουλή μου προς τους επερχόμενους συγγραφείς είναι η εξής: να μη βιαστούν. Να μη βιαστούν να πουν «τέλειωσα το έργο μου, δε γίνεται καλύτερο». Να μη βιαστούν να στείλουν το χειρόγραφο για αξιολόγηση. Να του δώσουν χρόνο. Μήνες, χρόνια αν είναι δυνατόν. Να μη βιαστούν να απορρίψουν τις καλοπροαίρετες κριτικές που ενδεχομένως θα λάβουν, εγείροντας άμυνες μέσα τους. Το πιθανότερο είναι πως το έργο τους έχει όντως σοβαρές αδυναμίες· και ίσως περισσότερες απ’ ό,τι φαντάζονται. Σφάλματα που αργότερα θα τα βλέπουν και θα λένε «πώς δεν το έβλεπα αυτό τότε, τι σκεφτόμουν; Πώς στο καλό το διορθώνω τώρα;» Να μη βιαστούν να απογοητευτούν με μια απόρριψη και να συνεχίσουν να δουλεύουν με πείσμα, πάθος, μεράκι και προσήλωση, έχοντας κατά νου πως αυτοκριτική δε σημαίνει αδυναμία χαρακτήρα μα ισχυρή προσωπικότητα που αναγνωρίζει την ανάγκη της προσαρμοστικότητας ως μέθοδο εξέλιξης. Να μη βιαστούν να αποδεχθούν μια συμφωνία που δεν τους συμφέρει, με τη δικαιολογία πως έτσι είναι η αγορά. Η ανάγκη για βελτίωση και η ταπεινοφροσύνη που κατακτά κανείς μέσω της αποτυχίας έρχεται με την πάροδο του χρόνου. Πράγμα που σημαίνει πως η επιτάχυνση των γεγονότων στα πρώτα βήματα ενός δημιουργού θέτει -κατά κανόνα- σαθρά θεμέλια στο οικοδόμημα που προσπαθεί να εγείρει. Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω πως τη συμβουλή αυτή τη δίνει ένας άνθρωπος που δεν την τήρησε… ή για να είμαι πιο δίκαιος με τον εαυτό μου, νόμισε πως την τήρησε. Ξεκίνησα να γράφω την τριλογία το 2013 και την ολοκλήρωσα το 2015. Τότε, θεωρούσα πως το εγχείρημα είχε τελειώσει, καθώς άκουγα τα καλά λόγια των ανθρώπων της οικογένειας επιλέγοντας να ελαττώσω το μέγεθος των αρνητικών στοιχείων που μου επεσήμαναν. Μόλις έλαβα τις πρώτες απορρίψεις, πήρα την απόφαση να το ξαναδουλέψω από την αρχή. Περιττό να πω πως 6 χρόνια μετά, έπειτα από αμέτρητες αναθεωρήσεις, διορθώσεις και επιμέλειες, η τριλογία έχει ολοκληρωθεί κατά τα 2/3 και θεωρώ πως έχει δρόμο ακόμη μέχρι να βάλω την οριστική τελεία.



Σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσουμε το Γρηγόρη και να του ευχηθούμε ό,τι καλύτερο στη συγγραφική του πορεία. Μπορείτε να τον βρείτε επίσης και στο Instagram

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2021

Συνέντευξη με τη Μαίρη Ελευθεριάδου

 Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στο blog μας τη Μαίρη Ελευθεριάδου, συγγραφέα του βιβλίου "Το πιο μελωδικό ρεφρέν".




            Πες μας λίγα λόγια για εσένα, την πορεία και τα ενδιαφέροντα σου.

Καταρχάς ευχαριστώ πολύ για το βήμα μέσω της υπέροχης σελίδας σας. Λοιπόν, ας αρχίσω με τις συστάσεις με λένε Μαίρη σε έναν μήνα θα γίνω 26 και είμαι καθηγήτρια γαλλικών. Αγαπώ πάρα πολύ την οικογένεια μου και την παρέα μου, την διδασκαλία, την συγγραφή και να διαβάζω βιβλία. Επίσης, μου αρέσουν πολύ τα ταξίδια.


    Πως η συγγραφή βρέθηκε στο διάβα σου, την κυνήγησες ή απλώς προέκυψε;

Έγραφα από πολύ μικρή ηλικία ημερολόγιο και σε συνδυασμό με τα βιβλία που διάβαζα πιστεύω με ώθησαν να γράψω πρώτη φορά στα 13 μου. Εκείνη η ιστορία έμεινε στο συρτάρι, ώσπου 10 χρόνια μετά αποφάσισα να γράψω πιο συστηματικά. Όταν αποτυπώθηκαν οι πρώτες λέξεις στο χαρτί ήταν μια μαγική στιγμή και ένιωσα πολύ όμορφα. Οπότε μάλλον ήταν ένα αποτέλεσμα όλων των παραπάνω. Στην αρχή δεν είχα κιόλας κατά νου να εκδοθεί.


      Ποια η εμπειρία σου από τη συγγραφική πλατφόρμα του Wattpad; Πιστεύεις ότι βοήθησε ώστε να αναγνωριστεί το έργο σου;

Το Wattpad είναι ένα ιδανικό εργαλείο για τους συγγραφείς που προσφέρει πολλές δυνατότητες. Εκεί δημοσίευσα πρώτη φορά Το πιο μελωδικό ρεφρέν και μέσω αυτής της πλατφόρμας είχα τις πρώτες εντυπώσεις των αναγνωστών και φτάσαμε στην έκδοση. Μετά από πολλά θετικά σχόλια για τα οποία είμαι ευγνώμων και την παρότρυνση των δικών μου προσώπων αποφάσισα να πάρει τον δρόμο των εκδόσεων. Επίσης, να πω ότι στο Wattpad υπάρχουν πάρα πολλά διαμαντάκια που αξίζει να διαβάσει κανείς.


              Το βιβλίο σου ήδη από τον τίτλο «Το πιο μελωδικό ρεφρέν» μας προϊδεάζει για το τι θα επακολουθήσει. Μοιράσου λίγα στοιχεία για το περιεχόμενο του και τους ήρωες σου.

Είναι μια ιστορία για τον πρώτο έρωτα που ζουν δυο νέοι με φόντο την Αθήνα και τα αγαπημένα τους τραγούδια. Ταυτόχρονα βλέπουμε την επαγγελματική τους πορεία και τον φιλικό τους κύκλο. Ελπίζω οι αναγνώστες να ταυτιστούν διαβάζοντας το, να θυμηθούν τον πρώτο τους έρωτα και ίσως και τα φοιτητικά τους χρόνια.


            Τι είναι η μουσική για εσένα και πως επηρεάζει τη ζωή σου;

Η μουσική πρωταγωνιστεί στην καθημερινότητα μου. Ακούω πολύ τακτικά στον ελεύθερο χρόνο μου, όταν διαβάζω ένα βιβλίο και όταν γράφω.


       Η πλοκή διαδραματίζεται στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στην Αθήνα, τη γενέτειρα σου. Αυτός ήταν ο καθοριστικός παράγοντας ώστε να επιλέξεις τον τόπο δράσης;

Ήταν πολύ καθοριστικός καθώς επιθυμούσα να υπάρχει αληθοφάνεια και παραστατικότητα σχετικά με το μέρος που ζουν οι ήρωες. Επιπλέον, ήθελα να αναδείξω τις ομορφιές της πόλης που οι περισσότεροι Αθηναίοι λατρεύουν να μισούν αλλά και που ταυτόχρονα δεν μπορούν μακριά της. Υπάρχει πολλή ομορφιά σε αυτή την μεγαλούπολη, απλά για να την διακρίνεις χρειάζεται να μπορείς να την παρατηρήσεις πιο προσεκτικά και να την αφουγκραστείς.


       Έχουμε 15  τραγούδια και επομένως 15 κεφάλαια. Είχες από την αρχή αυτό το σχέδιο στο μυαλό σου ή προέκυψε;

Όταν ξεκίνησα να γράφω την πλοκή ήθελα εξ αρχής να είναι μια ιστορία αγάπης όμως ήθελα να βρω ένα στοιχείο που να την διαφοροποιήσει. Την λύση την έδωσε η μουσική. Το ένα κεφάλαιο έφερε το ένα τραγούδι και σταδιακά ήρθαν τα επόμενα. Έχει να κάνει με την άποψη ότι μπορούμε να ταυτίσουμε ένα συγκεκριμένο τραγούδι με μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής μας, κάτι που λίγο πολύ όλοι μας έχουμε κάνει.


            Τα τραγούδια έχουν κάποια ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για εσένα και με ποιο τρόπο εισχώρησαν μέσα στην ιστορία σου;

Ναι, όλα τους έχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου και τα θεωρώ ιδανικά για να εκφράσουν συναισθήματα. Ας πούμε το πρώτο τραγούδι που είναι στο πρώτο κεφάλαιο, το Absolute beginners εκφράζει όλη αυτή την γλυκιά αγωνία και ξεγνοιασιά που νιώθουν οι απόλυτα αρχάριοι στον έρωτα. Για όποιον θέλει να τα ακούσει, υπάρχουν διαθέσιμα στο Youtube και στο Spotify σε μορφή playlist με τον τίτλο του βιβλίου.


    Ποιος από τους ήρωες σου είναι πιο κοντά στη δική σου χαρακτηροδομή και ποιο είναι το αγαπημένο σου χωρίο από την ιστορία;

Οι φίλες μου διαβάζοντας το, μου είπαν ότι η ηρωίδα η Ηλέκτρα έχει πολλά κοινά με τον δικό μου χαρακτήρα και το αστείο είναι πως βγήκε αυθόρμητα όταν το έγραφα. Το πιο αγαπημένο μου χωρίο είναι το εξής: «Ξεκίνησε ένα γνώριμο κομμάτι… Οι στίχοι του μιλούν για κάποιον χωρισμό και όμως με ζεσταίνουν. Με μια οικειότητα και ίσως με μια εγγύτητα που με οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε σένα… Πιάνω τον εαυτό μου ασυναίσθητα να τραγουδά δυνατά το ρεφρέν και ξάφνου έρχεται στα χέρια μου το μικρόφωνο. Το πιο μελωδικό ρεφρέν το αφιερώνω σε σένα φυσικά. Για όσα ξύπνησες μέσα στην καρδιά μου και έφυγαν ξαφνικά.»


       Ποιοι συγγραφείς στάθηκαν ως πρότυπα σου ;

Έχω πάρα πολλούς αγαπημένους συγγραφείς που τους έχω εκφράσει την αδυναμία μου μέσω των social media αλλά στη διάρκεια της συγγραφής προσπαθώ να έχω την δική μου συγγραφική ταυτότητα.


         Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Είμαι στην φάση της προετοιμασίας μιας ιστορίας που θέλω πολύ να εκδοθεί και ελπίζω να πάνε όλα καλά και να ταξιδέψει σε πολλές βιβλιοθήκες.



Το βιβλίο της μπορείτε να το βρείτε εδώ

Τα τραγούδια του βιβλίου μπορείτε να τα ακούσετε εδώ.


Ας ευχαριστήσουμε τη Μαίρη για την όμορφη συνέντευξη της και να της ευχηθούμε τα καλύτερα δημιουργικά χρόνια. 


Δευτέρα, 19 Απριλίου 2021

Συνέντευξη με τον Αλέξη Ζησιμόπουλο

 

Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στο blog μας τον Αλέξη Ζησιμόπουλο, συγγραφέα των βιβλίων Σκοτεινά Βήματα και Σκοτεινά Βήματα - Πλειάδα




Αρχικά θα θέλαμε να μας συστηθείς για να σε γνωρίσει λίγο καλύτερα το κοινό. Περίγραψε τον εαυτό σου σε τέσσερις προτάσεις.

Είμαι ο Αλέξης Ζησιμόπουλος. Υποτίθεται ότι είμαι συγγραφέας στον χώρο του φανταστικού. Μέχρι τώρα έχω γράψει τα βιβλία «Σκοτεινά Βήματα» και «Σκοτεινά Βήματα: Πλειάδα». Δεν είμαι καλός τελικά στο να μιλάω για εμένα σε τέσσερις προτάσεις.



Τα βιβλία σου αναπτύσσονται σε έναν τελείως φανταστικό κόσμο. Τι στοιχεία του έχεις δώσει από το δικό μας;

Είναι κάπως δύσκολο να απαντήσω. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν αρκετά στοιχεία και φυσικά τα βασικά (έχουμε ανθρώπους, ζώα, κοινωνίες και βασικές έννοιες και αξίες γνώριμες σε εμάς και τους χαρακτήρες των βιβλίων).

Δεν μπορώ να πω ότι έκανα συγκεκριμένη έρευνα ώστε να αναπαράγω κάτι που συμβαίνει στον δικό μας κόσμο στον κόσμο του βιβλίου. Έγραφα με έναν τρόπο που πίστευα ότι έβγαζε νόημα για τον κόσμο του βιβλίου. Αυτό φυσικά μπορεί σε περιπτώσεις να έχει κάποια αλήθεια, μα ο σκοπός μου δεν ήταν να την αναδείξω ή να την στοχεύσω.

Επίσης πάει μια πενταετία και βάλε από τότε που έγραψα τα «Σκοτεινά Βήματα» και ένα-δυο χρόνια επιπλέον που είχα την ιδέα για την ιστορία. Εκείνη την περίοδο σίγουρα δεν θα είχα ξεκινήσει να γράφω με σκοπό να τραβήξω παράλληλες μεταξύ του κόσμου μας και του βιβλίου, πέρα από επιφανειακά πράγματα.




Οι πρωταγωνιστές σου έχουν τα πιο πρωτότυπα ονόματα. Πώς προκύπτουν;

Ισχύει πως μου αρέσει να βγάζω ονόματα και τίτλους. Και μου αρέσει να ακούω ότι είναι καλές οι επιλογές μου. Σ’ ευχαριστώ, Δανάη, έχεις την εύνοιά μου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για την παραγωγή ενός ονόματος και δεν θα παραχωρήσω όλα τα μυστικά αυτής της ιερής διαδικασίας (βεβαίως, βεβαίως). Ο γενικός κανόνας είναι να ακούγεται «σωστό» για ένα βιβλίο φαντασίας.

Μπορεί να τροποποιηθεί ένα υπαρκτό όνομα, το όνομα του Ομπίν είναι ένα τέτοιο παράδειγμα (παίρνοντας το gender-neutral όνομα Robyn, έκανα μια τροποποίηση στα γράμματα και τον τονισμό). Άλλα ονόματα είναι υπαρκτές λέξεις ή φτιαχτές που ακούγονται σαν κάτι που στέκει (συνήθως λατινοφέρνει), όπως το όνομα του Λάπις ή του Βόριαν. Κάποια άλλα μπορεί να είναι αναφορές σε ονόματα ανθρώπων που γνωρίζω, χαρακτήρων άλλων βιβλίων και άλλα τέτοια, όπως το Προδ που αναφέρεται στον φίλο μου Πρόδρομο. Σκέφτομαι ότι όταν τα κοντινά μου πρόσωπα φτάσουν σε αυτές τις σελίδες, θα σκάσουν ένα χαμόγελο. Το γεγονός ότι μάλλον λίγοι θα πιάσουν τέτοιες αναφορές το κάνει καλύτερο.

Φυσικά, τα καλύτερα ονόματα προκύπτουν από την καθημερινή ζωή. Το autocorrect είναι φίλος μας. Τα σαρδάμ είναι σύμμαχος. Για παράδειγμα, το Έρχιμ είναι ένα καλό όνομα για βιβλίο φαντασίας ή είναι η προσπάθεια κάποιου ανθρώπου να γράψει «έρχομαι» σε μήνυμα; Δεν θα μάθουμε ποτέ. (Αναρωτιέμαι αν το πρόσωπο με το οποίο είχα αυτή τη συνομιλία το θυμήθηκε τώρα αυτό).



Ασχολείσαι και με το σκίτσο. Έχεις σκεφτεί ποτέ να εμπλουτίσεις βιβλία σου με αυτά;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Έχω δύο λόγους και είναι καθαρά υποκειμενικοί:

Αν και μπορεί να σκιτσάρω, σε καμία περίπτωση δεν είμαι «καλλιτέχνης». Δεν θα μπορούσα να φτιάξω σκίτσα σε ένα τέτοιο επίπεδο ώστε να μπουν σε ένα βιβλίο, δεν έχω ούτε τις γνώσεις κι ούτε τα εργαλεία.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν το προτιμώ όταν συμβαίνει αυτό σε βιβλία. Εικονογραφήσεις, χάρτες, δισέλιδα με σκηνές ολόκληρες… κατά κύριο λόγο δεν μου αρέσει τόσο να είναι μέσα στο βιβλίο όταν διαβάζω. Γι’ αυτό δεν θα σχεδίαζα ένα βιβλίο που θα τα είχε κιόλας. Μέχρι στιγμής είμαι της άποψης ότι καλύτερα για τα δικά μου έργα οι χάρτες ή τα σκίτσα (δικά μου ή άλλων) να βρίσκονται εκτός βιβλίων ως συμπληρωματικό περιεχόμενο και fan arts.

Βέβαια, παρότι δεν είμαι υπέρ της εικονογράφησης, δεν αποκλείω να φτιάξω ένα σκίτσο ως αναφορά που θα αξιοποιηθεί από κάποιον γραφίστα για να εμπλουτιστεί ένα εξώφυλλο ή τα κεφάλαια ή οι σελίδες των βιβλίων μου με κάποιο στοιχείο – μα ως εκεί.



Το ξέρω ότι έχεις βαρεθεί αυτή την ερώτηση, αλλά πότε θα έχουμε νέα για το τρίτο βιβλίο των Σκοτεινών Βημάτων;

Είχα αναφέρει πως μέσα στο 2021 δεν θα κυκλοφορήσει κάποιο βιβλίο μου (αυτό ακόμη ισχύει). Δυστυχώς, για να μην έρχομαι στη θέση να λέω κάθε χρονιά πως φέτος δεν θα κυκλοφορήσουν «Σκοτεινά Βήματα», όντως θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο το εξής:

Το επόμενο βιβλίο που θα κυκλοφορήσει δεν θα είναι το τρίτο βιβλίο στα «Σκοτεινά Βήματα». Επίσης, δεν είναι στα σχέδιά μου να γράψω αυτό το βιβλίο στο κοντινό ή μακρινό μέλλον. Αυτή τη στιγμή, το να συνεχίσω την σειρά φαντάζει μια πολύ κακή επένδυση χρόνου.

Κατανοώ ότι ακούγεται αρκετά περίεργο αυτό που δηλώνω και ίσως να χωράει και άλλους χαρακτηρισμούς. Ωστόσο, είναι πολλά που ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει για αυτή τη σειρά και τα ευρύτερα συγγραφικά μου σχέδια (χωρίς να φταίει). Πλησιάζει ο καιρός που θα κλείσει ένας χρόνος από την κυκλοφορία της Πλειάδας. Πραγματικά ο χρόνος κυλάει γρήγορα. Πιστεύω πως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα πω περισσότερες πληροφορίες τότε.

Λυπάμαι, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να απαντήσω στο «Σκοτεινά Βήματα πότε;» με κάτι πέρα από «Μάλλον ποτέ».






Τι άλλες ιστορίες μας ετοιμάζεις;

Γράφω μια σειρά βιβλίων φαντασίας άσχετη με τα «Σκοτεινά Βήματα». Ελπίζω κάποια στιγμή να μπορέσω να σας παρουσιάσω το πρώτο βιβλίο αυτής της σειράς σε έντυπη μορφή, θα το ήθελα πολύ και ανυπομονώ. Δυστυχώς νομίζω ότι αργεί ακόμη αυτή η μέρα και δεν μπορώ από τώρα να μοιραστώ ουσιαστικές πληροφορίες.



Θα ήθελες να πειραματιστείς και με άλλες υποκατηγορίες του fantasy ή ακόμα και με άλλα λογοτεχνικά είδη;

Σίγουρα. Δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος που διάλεξα το steampunk για τα «Σκοτεινά Βήματα», δεν είμαι ταγμένος εκεί ή κάπου αλλού συγκεκριμένα.

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ή να πω σε ποιο υποείδος του fantasy θα ανήκει το επόμενο έργο μου, μα μπορώ να πω ότι δεν θα είναι steampunk ή παρόμοιας αισθητικής/ύφους με τα «Σκοτεινά Βήματα». Σίγουρα θα ήθελα, αν είχα την ευκαιρία, να δίνω κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Επειδή είμαι από τους συγγραφείς που σχεδιάζουν προτού γράψουν, είναι αρκετά δύσκολο και χρονοβόρο να στήνω απ’ την αρχή ιστορίες σε πολλά διαφορετικά είδη. Μπορεί κατά καιρούς να έχω γράψει μικρά κείμενα, ιδέες ή διηγήματα σε άλλα είδη που δεν θα εκδοθούν ποτέ, αλλά ένα ολόκληρο βιβλίο ή σειρά θα απαιτούσε τέτοια αφοσίωση που δεν το βλέπω πολύ πιθανό για μένα να καταφέρω να έχω μια πολυποίκιλη βιβλιογραφία ποτέ. Και αυτό είναι απόλυτα ΟΚ.

Δεν νομίζω ότι θα ήμουν ικανός να επεκταθώ σε πολλά είδη και ούτε το σκέφτομαι είναι η αλήθεια. Αν είχα να πω μια ιστορία σε ένα άλλο είδος, σίγουρα θα το προσπαθούσα. Να τονίσω όμως ότι δεν θεωρώ ότι πρέπει όλοι να τα κάνουν όλα. Μπορεί να μου αρέσει να διαβάζω αστυνομικά, αλλά δεν πρέπει να γράψω ένα και ούτε χρειάζεται εάν το κάνω να είμαι καλός σε αυτό. Ένα λογοτεχνικό είδος που θα απέφευγα σίγουρα θα ήταν ο τρόμος. Θεωρώ αρκετά δύσκολο να τρομάξεις κάποιον μέσω κειμένου και δύσκολα τρομάζω διαβάζοντας το είδος.

Πάντως, έως τώρα παραμένω γενικώς στο fantasy και κλίνω προς το fantasy-romance με αυτά που γράφω τελευταία.



Τέλος, θα θέλαμε να κλείσεις με μια συμβουλή προς τους επερχόμενους συγγραφείς.

Μην το κάνετε.

Όχι, αστειεύομαι.

Πιστεύω πως η δημιουργική γραφή είναι μια από τις πιο όμορφες ασχολίες. Πραγματικά δεν έχει ταβάνι. Περιορίζεται μόνο από τη φαντασία και την όρεξη του καθενός. Ειδικά όσοι γράφουν περιοδικά, σαν χόμπι και ανά καιρούς θα περάσουν υπέροχα. Όσοι επιθυμούν να γράφουν συστηματικά, με πρόγραμμα και στοχεύουν στην βελτίωση (με την έννοια που ο περισσότερος κόσμος αναμένει από έναν συγγραφέα), θα περάσουν και περιόδους δεινοπάθειας.

Γι’ αυτό το πιο σημαντικό πράγμα είναι η προστασία της διάθεσης. Όταν ο ρυθμός, η ποιότητα, το αποτέλεσμα και οι ιδέες εξαρτώνται τόσο πολύ από την στιγμή και όχι την εμπειρία ή το muscle memory, προτείνω ο καθένας να βάζει στο προσκήνιο τον εαυτό του. Μην αφήνετε τις ιδέες και το ταλέντο σας να σας καταπίνουν και μην προσπαθείτε με βιασύνη να παράγετε ένα αποτέλεσμα με το ζόρι.

Να γραφτεί ένα βιβλίο είναι εύκολο. Να γραφτεί ένα καλό βιβλίο δεν είναι τόσο απλό.


Σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσουμε τον Αλέξη και να του ευχηθούμε ό,τι καλύτερο στη συγγραφική του πορεία. Μπορείτε να τον βρείτε επίσης και στο Instagram

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2021

"ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ"

                                                         (Γράφει η Βούλα Γκεμίση)                               


                                               "ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ" - STEPHEN KING



"Ο κεντρικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο 12χρονος Λουκ Έλλις ζει με την οικογένεια του σε ένα προάστιο της Μινεάπολης. Ένα ήσυχο βράδυ, μία ειδική ομάδα ατόμων εισβάλει στο χώρο του, δολοφονώντας τους γονείς του με απώτερο σκοπό να τον μεταφέρουν στο Ινστιτούτο. Ένα μέρος ειδικά διαμορφωμένο για παιδιά με ανεπτυγμένες ικανότητες όπως είναι η τηλεπάθεια και η τηλεκίνηση.

Όταν ο Λουκ θα ανοίξει τα μάτια του, αρχικά θα πιστέψει ότι βρίσκεται στο δωμάτιο του. Πολύ γρήγορα όμως θα αναθεωρήσει την πρωταρχική του σκέψη καθώς παρατηρώντας όλες τις λεπτομέρειες θα αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι το δωμάτιο αυτό δεν είναι παρά μία κακή αντιγραφή του υπνοδωματίου του.

Ο Λουκ εγκλωβίζεται σε ένα κτίριο που μοιάζει με παιδική φυλακή. Σε αυτή την παιδική φυλακή θα συναντήσει και άλλα παιδιά όμοια με εκείνον και ο Λουκ θα τα πλησιάσει προκειμένου να τροφοδοτήσει με απαντήσεις τα ερωτήματα που του έχουν δημιουργηθεί. Τα παιδιά μέσα από τις απαντήσεις του θα του δώσουν το στίγμα του Ινστιτούτου. Το στίγμα αυτό επισημαίνει ότι σε αυτό το κτίριο επιβιώνουν με κανόνες.

Για όποιον υπακούει υπάρχει ανταμοιβή. Για όποιον δεν συμμορφώνεται υπάρχει πάντα σκληρή τιμωρία. Ο Λουκ δυσκολεύεται να προσαρμοστεί μέσα σε αυτό το κτίριο και όταν συνειδητοποιεί ότι τα παιδιά με τα οποία έχει έρθει πολύ κοντά αρχίζουν ένα - ένα να χάνονται, έρχεται αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα αυτή τον καθοδηγεί προς την λογική και ο μόνος δρόμος για να επιβιώσει είναι απλά να εξαφανιστεί. Κάπου εκεί που η λογική ακροβατεί με την παράνοια που ζει ξεκινάει και η αντίστροφη μέτρηση! "

Θα καταφέρει άραγε ο Λουκ να δραπετεύσει; Και αν ναι, ο τρόμος είναι κάτι που τελικά ξεπερνιέται;

*Κλείνοντας σας θέτω τον δικό μου προσωπικό προβληματισμό:
Σ' έναν κόσμο που έχει μάθει να Ευνουχίζει τα Παιδικά Όνειρα μπορούμε να διασφαλίσουμε την Παιδικότητα σε όλα τα επίπεδα της;;; Εσείς τι λέτε;

👉Για όσους θέλετε να δείτε με ποιο τρόπο αυτό το βιβλίο με έκανε να πιστεύω ότι Ζω σε ένα Κοινωνικό Ινστιτούτο μπορεί να δει το παρακάτω βίντεο:

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

👉Αγόρασα το βιβλίο από αυτό το site με Έκπτωση: https://mikk.ro/CvfG

Δημοφιλείς αναρτήσεις τελευταίου μήνα