Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη Η φωνή σου έχει ξεθωριάσει απ' το φωνογράφο της ζωής Αυτή που κάποτε ήταν Ο απολαυστικότερος ήχος Το τραγούδισμα της ψυχής Χιλιοπαιγμένη στο μεγάλο δίσκο βινυλίου του νού.. Έχει πια φθαρεί Πάλιωσε Σκούριασε Η ακίδα συνέχιζε να χαϊδεύει Και να διαπερνάει κάθε εκατοστό της περιστρεφόμενης επιφάνειας Αδιάκοπα.. Τα σημάδια της φανερά από Το πλήρωμα Το πέρασμα του χρόνου.. Δυσκόλευε την τοξοειδή κίνηση του Χαραγματιές Χαραγματιές σαν αυτές Που άφησε με το φευγιό του Στη ζωή όλα είναι δανεικά Ακόμη και το φευγιό κάποια στιγμή θα συναντήσει το αντάμωμα του.. Θα το περιμένει σαν αιώνιος φύλακας Να 'ρθει να φουντώσει την τρικυμία του πόθου τους Σαν φουριόζος άνεμος Αναμεμειγμένος με αναμνήσεις Αρώματα Και υποσχέσεις μιας ζωής.. Έτσι λοιπόν.....