"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
Το περιεργαζόμουν σαν να αντίκρυζα πρώτη φορά κάτι του είδους του. Ακόμη κι αν αλλάζω ένα κάθε χρόνο, ακόμη κι αν κρατάω ημερολόγιο από τότε που ήμουν τετάρτη δημοτικού, το συγκεκριμένο διέφερε σίγουρα απ’ ό,τι είχα κρατήσει στα χέρια μου μέχρι σήμερα. Ήταν μπεζ, με μία λεπτή πλαστικοποιημένη στρώση για εξώφυλλο. Ένα φαινομενικά απλό, μπεζ ημερολόγιο. Το οποίο όμως μέσα του… έκρυβε μία ιστορία αγάπης από εκείνες του παλιού κινηματογράφου. Και ανήκε στην προπρογιαγιά μου. Το όνομά της ήταν Καλυψώ. Το επώνυμό της δεν το έμαθα ποτέ. Υπήρχε ανέκαθεν μία μυστικοπάθεια για εκείνη τη γυναίκα. Σαν να ντρεπόταν η προγιαγιά μου για τα κατορθώματα της μάνας της, για τα οποία φυσικά δεν έμαθε ποτέ η γιαγιά μου. Άρα ούτε η μαμά μου. Άρα ούτε κι εγώ. Δεν είχα δει ποτέ φωτογραφία της. Αλλά τη φανταζόμουν με καστανά σγουρά μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια – δεν ξέρω γιατί πράσινα – και λεπτά χείλη. Νομίζω θα της άρεσαν οι πέρλες. Ξέρω ότι γεννήθηκε το 1905 και ότι είχε έναν αδελφό, τον Μεμά. Άθλ...