Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...
Το περιεργαζόμουν σαν να αντίκρυζα πρώτη φορά κάτι του είδους του. Ακόμη κι αν αλλάζω ένα κάθε χρόνο, ακόμη κι αν κρατάω ημερολόγιο από τότε που ήμουν τετάρτη δημοτικού, το συγκεκριμένο διέφερε σίγουρα απ’ ό,τι είχα κρατήσει στα χέρια μου μέχρι σήμερα. Ήταν μπεζ, με μία λεπτή πλαστικοποιημένη στρώση για εξώφυλλο. Ένα φαινομενικά απλό, μπεζ ημερολόγιο. Το οποίο όμως μέσα του… έκρυβε μία ιστορία αγάπης από εκείνες του παλιού κινηματογράφου. Και ανήκε στην προπρογιαγιά μου. Το όνομά της ήταν Καλυψώ. Το επώνυμό της δεν το έμαθα ποτέ. Υπήρχε ανέκαθεν μία μυστικοπάθεια για εκείνη τη γυναίκα. Σαν να ντρεπόταν η προγιαγιά μου για τα κατορθώματα της μάνας της, για τα οποία φυσικά δεν έμαθε ποτέ η γιαγιά μου. Άρα ούτε η μαμά μου. Άρα ούτε κι εγώ. Δεν είχα δει ποτέ φωτογραφία της. Αλλά τη φανταζόμουν με καστανά σγουρά μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια – δεν ξέρω γιατί πράσινα – και λεπτά χείλη. Νομίζω θα της άρεσαν οι πέρλες. Ξέρω ότι γεννήθηκε το 1905 και ότι είχε έναν αδελφό, τον Μεμά. Άθλ...