Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουάριος, 2024
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ, ΔΕ ΦΩΝΑΖΟΥΝ

{Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά} Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν. Φεύγουν πάντα σιωπηλά, καμιά φορά χαμογελώντας, ίσως και γελώντας. Μα μη γελιέσαι. Δε γελάνε με σένα. Με τον εαυτό τους γελάνε, γιατί τους φαίνεται πια πραγματικά αστείο το πόσα έδωσαν και τελικά δεν πήραν τίποτα, το πόσο έκαναν τα πάντα για άλλους και οι ίδιοι δεν έγιναν ποτέ «τα πάντα» για κανέναν. Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν, δεν έχουν πλέον λόγο. Φώναζαν από καιρό με όλη τους τη δύναμη, μα δεν τους άκουσε κανείς, γιατί η κραυγή τους ήταν στα μάτια τους και κανείς δεν έκανε τον κόπο να κοιτάξει μέσα τους. Απλά περνούσες δίπλα τους, τους μιλούσες, σου μιλούσαν, τους ζητούσες τα πάντα και στα έδιναν, δε ζητούσαν τίποτα και δεν μπήκες ποτέ στον κόπο να ρωτήσεις: «Εσύ; Θες κάτι;». Αν τους κοιτούσες πραγματικά στα μάτια, θα διάβαζες την προσμονή γι’ αυτή την ερώτηση. Δεν το έκανες. Εγώ είμαι αυτάρκης , έλεγες, ανεξάρτητος, άρα, έτσι είναι κι ο άλλος δίπλα μου ‧ άρα, δε χρειάζεται τίποτα, όσα του προσφέρω του είναι...

Το τραγούδι του Αϊκμαντού

Ήταν έτσι γραμμένο στα αιγυπτιακά χειρόγραφα, εδώ και πολλούς αιώνες. Πρώτα κατέφταναν στην όχθη του ποταμού οι γονείς. Οι γυναίκες φορούσαν όλες ανεξαιρέτως λευκούς μανδύες πάνω από τα φαρδιά τους λινά πουκάμισα, χρώμα τιμητικό για την ημέρα εκείνη. Οι άντρες ήταν οι μόνοι ξυπόλυτοι στην τελετή, ως ένδειξη σεβασμού. Πρώτα πλησίαζαν τους τρεις ιερείς οι έγκυες. Έπιναν από ένα σμιλευμένο κύπελλο έναν ζωμό και οι ιερείς τους διάβαζαν μία ευχή για την ευημερία και μακροζωία του παιδιού που θα γεννούσαν. Ύστερα ήταν η ώρα που μαζευόμασταν εμείς τα παιδιά. Ο Ναζάρ περπατούσε δίπλα μου σιωπηλός, προβληματισμένος από τι στιγμή που μαζευτήκαμε και ξεκινήσαμε για το ποτάμι. Ίσως η διαίσθηση του τού έλεγε πως σήμερα θα επέλεγαν εκείνον. Όμως αυτό δεν έπρεπε να τον ανησυχεί, θα ήταν μεγάλη τιμή για την οικογένεια του αν τους διάλεγε ο Θεός Λίσεμ. «Θα μου πεις τι έχεις; Κοντεύουμε να φτάσουμε!» τον σκούντησα μόλις ξεχώρισα στο βάθος το περικάρπιο της μαμάς με τις γαλάζιες χάντρες. Ο Ναζάρ κοίτα...

Απόσπασμα από τη διλογία " Ίχνη στην Έρημο" (Αμμοθύελλα - Όαση) Εκδόσεις Υδροπλάνο, της Ελευθερίας Καλογνωμά

«Μην κοιτάξεις πίσω. Μην τολμήσεις να κοιτάξεις πίσω…» Δεν το κάνω. Κοιτάζω μόνο μπροστά κι ανοίγω το βήμα. Αγνοώ τις φωνές πίσω μου, σαν να μην υπάρχει κανείς. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό. Ελικόπτερα με τους προβολείς τους αναμμένους, σαν φωτεινές πεταλούδες της νύχτας, είναι παντού. Γνώριμος ο ήχος. Οι έλικες τους αρχίζουν να επιβραδύνουν, γυρνούν όλο και πιο αργά, όλο και πιο αργά, μέχρι που σταματούν γύρω μου, ακινητοποιούνται στον αέρα, όλα μοιάζουν στάσιμα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν ακούω τίποτα πια. Ανοίγω την παλάμη μου και κοιτάζω αυτό το μικροσκοπικό αντικείμενο   που με συνδέει με το πίσω. Το αφήνω να πέσει στο γρασίδι. Αυτό ήταν. Όλα σταματούν... Άνθρωποι, ήχοι, όλα. Μόνο εγώ συνεχίζω. «Μην κοιτάξεις πίσω!» Στρέφω το βλέμμα δεξιά. Κόκκινο, απέραντο, ακίνητο κόκκινο που σε καλεί να βουτήξεις μέσα του. Χαμογελώ. Δεν το φοβάμαι πια. Ούτε αυτό, ούτε τα ελικόπτερα πάνω απ' το κεφάλι μου. Εξάλλου είπαμε, δεν κινούνται πια. Μόνο το μπροστά υπάρχει. Μια πόρτα που πρέπει ...