Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουάριος, 2024
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ, ΔΕ ΦΩΝΑΖΟΥΝ

{Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά} Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν. Φεύγουν πάντα σιωπηλά, καμιά φορά χαμογελώντας, ίσως και γελώντας. Μα μη γελιέσαι. Δε γελάνε με σένα. Με τον εαυτό τους γελάνε, γιατί τους φαίνεται πια πραγματικά αστείο το πόσα έδωσαν και τελικά δεν πήραν τίποτα, το πόσο έκαναν τα πάντα για άλλους και οι ίδιοι δεν έγιναν ποτέ «τα πάντα» για κανέναν. Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν, δεν έχουν πλέον λόγο. Φώναζαν από καιρό με όλη τους τη δύναμη, μα δεν τους άκουσε κανείς, γιατί η κραυγή τους ήταν στα μάτια τους και κανείς δεν έκανε τον κόπο να κοιτάξει μέσα τους. Απλά περνούσες δίπλα τους, τους μιλούσες, σου μιλούσαν, τους ζητούσες τα πάντα και στα έδιναν, δε ζητούσαν τίποτα και δεν μπήκες ποτέ στον κόπο να ρωτήσεις: «Εσύ; Θες κάτι;». Αν τους κοιτούσες πραγματικά στα μάτια, θα διάβαζες την προσμονή γι’ αυτή την ερώτηση. Δεν το έκανες. Εγώ είμαι αυτάρκης , έλεγες, ανεξάρτητος, άρα, έτσι είναι κι ο άλλος δίπλα μου ‧ άρα, δε χρειάζεται τίποτα, όσα του προσφέρω του είναι...

Το τραγούδι του Αϊκμαντού

Ήταν έτσι γραμμένο στα αιγυπτιακά χειρόγραφα, εδώ και πολλούς αιώνες. Πρώτα κατέφταναν στην όχθη του ποταμού οι γονείς. Οι γυναίκες φορούσαν όλες ανεξαιρέτως λευκούς μανδύες πάνω από τα φαρδιά τους λινά πουκάμισα, χρώμα τιμητικό για την ημέρα εκείνη. Οι άντρες ήταν οι μόνοι ξυπόλυτοι στην τελετή, ως ένδειξη σεβασμού. Πρώτα πλησίαζαν τους τρεις ιερείς οι έγκυες. Έπιναν από ένα σμιλευμένο κύπελλο έναν ζωμό και οι ιερείς τους διάβαζαν μία ευχή για την ευημερία και μακροζωία του παιδιού που θα γεννούσαν. Ύστερα ήταν η ώρα που μαζευόμασταν εμείς τα παιδιά. Ο Ναζάρ περπατούσε δίπλα μου σιωπηλός, προβληματισμένος από τι στιγμή που μαζευτήκαμε και ξεκινήσαμε για το ποτάμι. Ίσως η διαίσθηση του τού έλεγε πως σήμερα θα επέλεγαν εκείνον. Όμως αυτό δεν έπρεπε να τον ανησυχεί, θα ήταν μεγάλη τιμή για την οικογένεια του αν τους διάλεγε ο Θεός Λίσεμ. «Θα μου πεις τι έχεις; Κοντεύουμε να φτάσουμε!» τον σκούντησα μόλις ξεχώρισα στο βάθος το περικάρπιο της μαμάς με τις γαλάζιες χάντρες. Ο Ναζάρ κοίτα...

Απόσπασμα από τη διλογία " Ίχνη στην Έρημο" (Αμμοθύελλα - Όαση) Εκδόσεις Υδροπλάνο, της Ελευθερίας Καλογνωμά

«Μην κοιτάξεις πίσω. Μην τολμήσεις να κοιτάξεις πίσω…» Δεν το κάνω. Κοιτάζω μόνο μπροστά κι ανοίγω το βήμα. Αγνοώ τις φωνές πίσω μου, σαν να μην υπάρχει κανείς. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό. Ελικόπτερα με τους προβολείς τους αναμμένους, σαν φωτεινές πεταλούδες της νύχτας, είναι παντού. Γνώριμος ο ήχος. Οι έλικες τους αρχίζουν να επιβραδύνουν, γυρνούν όλο και πιο αργά, όλο και πιο αργά, μέχρι που σταματούν γύρω μου, ακινητοποιούνται στον αέρα, όλα μοιάζουν στάσιμα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν ακούω τίποτα πια. Ανοίγω την παλάμη μου και κοιτάζω αυτό το μικροσκοπικό αντικείμενο   που με συνδέει με το πίσω. Το αφήνω να πέσει στο γρασίδι. Αυτό ήταν. Όλα σταματούν... Άνθρωποι, ήχοι, όλα. Μόνο εγώ συνεχίζω. «Μην κοιτάξεις πίσω!» Στρέφω το βλέμμα δεξιά. Κόκκινο, απέραντο, ακίνητο κόκκινο που σε καλεί να βουτήξεις μέσα του. Χαμογελώ. Δεν το φοβάμαι πια. Ούτε αυτό, ούτε τα ελικόπτερα πάνω απ' το κεφάλι μου. Εξάλλου είπαμε, δεν κινούνται πια. Μόνο το μπροστά υπάρχει. Μια πόρτα που πρέπει ...