"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
{Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά} Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν. Φεύγουν πάντα σιωπηλά, καμιά φορά χαμογελώντας, ίσως και γελώντας. Μα μη γελιέσαι. Δε γελάνε με σένα. Με τον εαυτό τους γελάνε, γιατί τους φαίνεται πια πραγματικά αστείο το πόσα έδωσαν και τελικά δεν πήραν τίποτα, το πόσο έκαναν τα πάντα για άλλους και οι ίδιοι δεν έγιναν ποτέ «τα πάντα» για κανέναν. Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν, δεν έχουν πλέον λόγο. Φώναζαν από καιρό με όλη τους τη δύναμη, μα δεν τους άκουσε κανείς, γιατί η κραυγή τους ήταν στα μάτια τους και κανείς δεν έκανε τον κόπο να κοιτάξει μέσα τους. Απλά περνούσες δίπλα τους, τους μιλούσες, σου μιλούσαν, τους ζητούσες τα πάντα και στα έδιναν, δε ζητούσαν τίποτα και δεν μπήκες ποτέ στον κόπο να ρωτήσεις: «Εσύ; Θες κάτι;». Αν τους κοιτούσες πραγματικά στα μάτια, θα διάβαζες την προσμονή γι’ αυτή την ερώτηση. Δεν το έκανες. Εγώ είμαι αυτάρκης , έλεγες, ανεξάρτητος, άρα, έτσι είναι κι ο άλλος δίπλα μου ‧ άρα, δε χρειάζεται τίποτα, όσα του προσφέρω του είναι...