Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
{Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά} Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν. Φεύγουν πάντα σιωπηλά, καμιά φορά χαμογελώντας, ίσως και γελώντας. Μα μη γελιέσαι. Δε γελάνε με σένα. Με τον εαυτό τους γελάνε, γιατί τους φαίνεται πια πραγματικά αστείο το πόσα έδωσαν και τελικά δεν πήραν τίποτα, το πόσο έκαναν τα πάντα για άλλους και οι ίδιοι δεν έγιναν ποτέ «τα πάντα» για κανέναν. Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν, δεν έχουν πλέον λόγο. Φώναζαν από καιρό με όλη τους τη δύναμη, μα δεν τους άκουσε κανείς, γιατί η κραυγή τους ήταν στα μάτια τους και κανείς δεν έκανε τον κόπο να κοιτάξει μέσα τους. Απλά περνούσες δίπλα τους, τους μιλούσες, σου μιλούσαν, τους ζητούσες τα πάντα και στα έδιναν, δε ζητούσαν τίποτα και δεν μπήκες ποτέ στον κόπο να ρωτήσεις: «Εσύ; Θες κάτι;». Αν τους κοιτούσες πραγματικά στα μάτια, θα διάβαζες την προσμονή γι’ αυτή την ερώτηση. Δεν το έκανες. Εγώ είμαι αυτάρκης , έλεγες, ανεξάρτητος, άρα, έτσι είναι κι ο άλλος δίπλα μου ‧ άρα, δε χρειάζεται τίποτα, όσα του προσφέρω του είναι...