" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη «Ένας διαβάτης σε τούτη τη ζωή είμαι κι εγώ Ένας διαβάτης..» Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του προορισμό λένε. Τον ολόδικο του δρόμο. Άλλοτε είναι γεμάτος πολύχρωμα ευωδιαστά άνθη με δαντελωτά πέταλα και φύλλα εριώδη, άλλοτε πάλι με δρόμους πέτρινους γεμάτους ξερόχορτα και άγρια κλαδιά να δεσπόζουν, εδώ κι εκεί. Κι εσύ που τον διαβαίνεις με δυσκολία, κάθε σου βήμα και ένα σκίσιμο στο κορμί. Τα ρούχα αποκτούν μπαλώματα. Η ψυχή όμως; Πόσα μπαλώματα να δεχτεί η ψυχή; Η τρωτή σου σάρκα φθείρεται μα η άυλη δύναμη σου στέκει απροσπέλαστη. Με μάτια δακρυσμένα επαιτεί για μια ανάσα. Ένα κουράγιο ακόμα, και στο επόμενο σου βήμα θα ακολουθήσεις άλλο μονοπάτι. Και αν δεν είναι αυτό που προσδοκάς, θα αναζητήσεις διαφορετικό..και θα συνεχίζεται αυτή η διαδοχή που σταματημό δε θα’ χει. Θα σε πλαισιώνουν πρωταγωνιστές στο ταξίδι της ζωής.. Κάποιοι, περιχαρείς με το σάκο στον ένα ώμο και το χέρι μπλεγμένο στο δικό σου, θα ξεκινο...