"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης Κι αν κάπως έτσι τελειώνουν όλα; Σκέψη απρόσκλητη∙ δεν κοίταξε στιγμές, φωνές και αισθήσεις Απλά κατέφτασε εκεί που ένιωθες πιο ασφαλής Σε μια αγκαλιά, ένα φιλί κι ένα κρεβάτι τρυπωμένη Αδιάκριτα όρια σε μπερδεμένα σεντόνια Κι αν κάπως έτσι τελειώνουν όλα; Κλείνεις την πόρτα σου και λες είμαι καλά. Θα είμαι καλά Έχω δρόμο ακόμη σκέφτεσαι αφελώς, ή όχι και τόσο Μα εγγυήσεις δεν σου χάρισε κανείς Θέλω, πιστεύω, ευσεβείς και άλλοι πόθοι "Σε περιγελούν μήπως;" Κι αν κάπως έτσι τελειώνουν όλα; Άπλωσε ρίζες ο επισκέπτης με τις ώρες, τις μέρες και τα χρόνια, ενώ εσύ γελάς με το ακατάληπτο μουρμουρητό του Ποτέ δεν έγινε κάτι πιο πάνω από 6 λέξεις κι ένα ενοχλητικό σημείο στίξης Σιγουριά, ηρεμία κι ένας φόβος μικρός "Αυτός δεν θα φύγει ποτέ;" Κι αν κάπως έτσι τελειώνουν όλα; Το σκέφτεσαι, παρόλο που δεν θες να το παραδεχτείς Μα με τα χρόνια ο επισκέπτης άλλαξε και χρώμα και φωνή μα και χροιά "Θέλεις να τον κοιτάξεις;" Δεν είναι εχθρός...