Custom Menu

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

"Φυλακισμένοι στο ίδιο κλουβί" της Christy Oshima

"Φυλακισμένοι στο ίδιο κλουβί"

γράφει η Christy Oshima



Η πόρτα πίσω μου είναι κλειστή. Έφυγε και εγώ στέκομαι εδώ, αποσβολωμένος, ανίκανος να διανοηθώ όσα είχαν προηγηθεί. Το σώμα μου ακόμα τρέμει και εκείνα τα δάκρυα που μετά βίας είχα κατορθώσει να σταματήσω πριν από λίγα λεπτά, τώρα ξεχύνονται σαν χείμαρροι άγριοι και βίαιοι. Ξανά όμως, δεν μπορώ να βγάλω τον παραμικρό ήχο από μέσα μου. Τρέμω από τα πόδια ως το κεφάλι, πονάει το στήθος μου σαν κάποιος να με έχει μαχαιρώσει δεκάδες φορές στη καρδιά, το μυαλό μυο ουρλιάζει αλλά δεν λέω να μιλήσω ή να φωνάξω. Τα μάτια μου καρφωμένα στο κενό, παρατηρούν και παρακολουθούν σε λούπα τον τσακωμό. Φωνές…πολλές φωνές, θέε μου γιατί φωνάζει; Πράματα σπάνε και μαζί τους η καρδιά μου. Διαλύεται και γίνεται ένα με τα κομμάτια γυαλιού στο πάτωμα. Κι άλλες φωνές ακολουθούν. Πιο δυνατές και απειλητικές. Αρκετά, ανταποδίδω με ένα ουρλιαχτό και για πρώτη φορά γεννιέται ο τσουχτερός πόνος στο μπράτσο μου. Ακόμα πονάει. Ακόμα διστάζω να σηκώσω το μανίκι που με τόση απελπισία είχε αρπάξει και σχεδόν σκίσει.

Ζω σε ένα κλουβί. Γύρω υπάρχουν κάγκελα και καμία πόρτα. Ο χώρος είναι στενός και μικρός, αποπνικτικός και μέσα από τα ασημένια σίδερα χωρά μονάχα ο καρπός μου. Αν εκτείνω για λίγο το χέρι μου θα πονέσω και θα κοπεί. Θα το χάσω και θα παραμείνω εγκλωβισμένος παρά τα όσα προσπάθησα. Δεν υπάρχει κανένας άλλος για την ώρα. Είμαι μόνος. Μόνος σε ένα κλουβί που φτιάχτηκε με την δική μου συναίνεση Τόσα χαμόγελα, τόσα γέλια, όλα ξαφνικά λιώνουν και χάνονται στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Υπήρξαν στην πραγματικότητα όλες εκείνες οι στιγμές ή είναι απλά δημιουργήματα δικά μου και του ανόητου κεφαλιού μου; Να τα πάλι, εκέινα τα δάκρυα, τα ποτάμια που μουσκεύουν κάθε ίντσα του προσώπου μου. Τρέχουν και τρέχουν και δεν σταματάνε. Οι λυγμοί δεν φεύγουν. Γιατί να βγουν; Ποιος θα τους ακούσει και ποιος θα τρέξει να με σώσει.

Πιέζω ακόμα περισσότερο το μανίκι μου. Πονάει, μα δεν φτάιει ούτε ο μώλωπας στο μπράτσο ούτε το σκίσιμο στο χείλος. Δεν είναι τόσο σωματικός ο πόνος όσο ψυχικός. Πονάω γιατί ξέρω πως δεν θα μπορέσω ποτέ να δραπετεύσω. Πονάω, όχι επειδή με χτύπησε για ακόμα μια φορά με τα γυμνά του χέρια, αλλά επειδή όταν θα γυρίσει κοντά μου θα τον αγκαλιάσω και θα το κάνω τόσο σφιχτά ώστε να παραμείνει η μυρωδιά του πάνω μου. Πονάω γιατί μου λείπει. Πονάω γιατί αυτή η ριμάδα η καρδιά μου τον αγαπάει και δεν θέλει να φύγει ποτέ από το πλάι του. Πονάω… γιατί οι χειροπέδες είναι πεσμένες στο πάτωμα, η πόρτα είναι ανοιχτή, ξεκλείδωτη και εγώ παραμένω εγκλωβισμένος από δική μου επιλογή. . .

Τον ακούω. Ακούω τα βήματά του, βαριά και γεμάτα τύψεις για το ξέσπασμά του. Δεν ξέρει αν πρέπει ακόμα μια φορά να με αγκαλιάσει και με κατεβασμένο κεφάλι να απολογηθεί για τις πράξεις του. Δεν ξέρει πότε θα έιναι η τελευταία φορά και πότε θα ακούσει το αντίο. Μα είναι όσο ανόητος όσο και εγώ. Δεν είναι εκείνος ο φρουρός, μα φυλακισμένος σε ένα παρόμοιο παράδοξο σαν το δικό μου. Βασανίζεται. Το ακούω στην ανάσα του και στα αναποφάσιστα βήματά του. Η σιωπή τον τρελαίνει. Αχ και να ήξερε πόσο τρελαίνει εμένα τον ίδιο. Γυρνάω το κορμί μου προς την κλειστή πόρτα και ακουμπάω πάνω της το χέρι μου. Ελπίζω πως θα αισθανθώ την παρουσία του και κατά κάποιο τρόπο, μέσα σε τούτη την πυκνή σιωπή θα βρούμε το κουράγιο να ζητήσουμε συγνώμη και να επιστρέψουμε σε όλες εκείνες τις φωτεινές στιγμές της ζωής μας. Οι φωνές θα ανήκουν στο παρελθόν, όχι τα γέλια. Θα πέφτουμε στο πάτωμα για να κάνουμε έρωτα και όχι για να με χτυπήσει και εγώ να ξεφύγω από το γράπωμά του. Θα ματώνω από παθιασμένα φιλιά και όχι από εξαγριωμένες γροθιές. Θα ξαπλώνουμε στο κρεβάτι αγκαλιά και όχι ξεχωριστά σαν δυο ξένοι.

Κλαίω και δεν θέλω να με ακούσει. Δεν θέλω να πληγωθεί ακόμα περισσότερο. Ο ρόλος μου είναι ξεκάθαρος και τον επέλεξα ο ίδιος. Όλα τα χτυπήματα θα τα δέχομαι. Αντέχω. Το κορμί μου δεν λυγίζει και η καρδιά μου ξαναγεννιέται. Εκείνος σαν μικρό παιδί πέφτει εύκολα και ξεσπάει. Δεν φταίει. Ούτε εγώ. Κανείς μας δεν ευθύνεται για την κόλαση αυτή. Ίσα που στο χέρι μας είναι να την χτίσουμε και να την μετατρέψουμε σε έναν επίγειο παράδεισο.

Με ακούς;! Θα τα διορθώσω όλα! Εγώ! Δεν θα σε εγκαταλείψω για αυτό μην με εγκαταλείψεις! Θα κάνω το λάθος σωστό και το άδικο δίκαιο.

Με ακούς;! Δεν θα μείνω μόνος μα ούτε και εσύ. Θα έχουμε ο ένας τον άλλον να πορευθούμε σε αυτό τον δρόμο και ποιος ξέρει; Ίσως κάποια στιγμή το φως να μας λούσει και να διώξει μακριά το σκοτάδι που δηλητηριάζει μέχρι και σήμερα το μυαλό μας. Λόγια δηλητήριο, πράξεις δηλητηριασμένες… όλα θα διορθωθούν. Έχε μονάχα λίγη υπομονή και εγώ…

Εγώ θα πονάω για σένα…

Θα κλαίω για σένα…

Εγώ…θα αγαπάω και για τους δυο μας.


Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Λορελάϊ





Ω ξακουστή νύμφη άπλωσε τα χρυσοκέντητα μαλλιά σου μ΄ένα τραγούδι συντροφιά μέσα απ' τα ρόδινα σου χείλη που σαν ανοίγουν και μιλούν τ΄άστρα φωτίζουν τ' ουρανού..  

Κ.Χ

Η περιβόητη Λορελάϊ, λέγεται ότι ήταν Γοργόνα, στις όχθες του ποταμού Ρήνου, σύμφωνα με τη γερμανική εκδοχή. Άλλοι πάλι την περιγράφουν ως μια απ' τις Σειρήνες, απο την μυθική Οδύσσεια, η οποία ξέφυγε από τους θανατηφόρους βράχους. Φημολογείται ότι ήταν μια πεντάμορφη ξανθή κοπέλα, νύμφη από την περιοχή της Asturias ,με μακριά χρυσά μαλλιά και που με το τραγούδισμα της παράσερνε τους ναυτικούς κοντά της. Πληγωμένη από τον πνιγμό του αρραβωνιαστικού της ή την προδοσία του έρωτα της απέκτησε μαγικές ιδιότητες μέσα από εκείνα τα νερά. Τραγουδούσε γλυκά με τη μελωδική της φωνή, προκειμένου να πάρει τον πόνο της ξενιτιάς από κοντά τους και να τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τους κινδύνους της θάλασσας. 

Σε αντίθεση με τη μυθολογία, που θέλει τις Σειρήνες ως δαιμονικά όντα που διψούν για σάρκα και θάνατο, η Λορελάϊ ήταν μια καλή, ευγενική παρουσία, ένα θηλυκό δημιούργημα της φύσης που όμοιο του δεν υπήρξε, που βοηθούσε ακόμη και τους ψαράδες με τη λεία τους, δείχνοντας με το δάχτυλο της το σημείο όπου θα έβρισκαν ψάρια. Μια άλλη εκδοχή την παρουσιάζει να μάγεύει τους ναυτικούς με τα θέλγητρα της και να τους οδηγεί στο θάνατο. 





Ποιά είναι όμως η ιστορία αυτού του ανυπέρβλητου σε ομορφιά και χάρη πλάσματος ;


Σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο, ο γιός ενός πλούσιου κόμη, ο Άλμπρεχτ μαγεύτηκε τόσο από την ομορφιά της που θέλησε να την κλέψει μια βραδιά. Καβάλα στο μαύρο άτι του, έφθασε στην όχθη του ποταμού, και ζήτησε από ένα γέρο βαρκάρη να τον περάσει στην απέναντι πλευρά. Ο γέρος βλέποντας την  αφέλεια του νεαρού που είχε τυφλωθεί από τον έρωτα, τον προέτρεψε να μην κάνει το παραμικρό, μα ο καλοθρεμένος και αλαζονικός κόμης τον απείλησε με το γυαλισμένο σπαθί του. Έτσι ο γέροντας ανίκανος να πράξει αλλιώς, τράβηξε αμέσως κουπί. Είχε σουρουπώσει για τα καλά, το φως γλιστρούσε απαλά χορεύοντας στα κύματα. Ξάφνου η όμορφη Λορελάϊ, κάνει την εμφάνιση της πίσω από έναν βράχο. Το αεράκι περνούσε μέσα από τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της και ευωδίαζε με το άρωμα της, την πλάση όλη γύρω της.
Εκστασιασμένος από την μαγική παρουσία, ο νέος άνδρας πρόσταξε στο γέροντα να ξαποστάσει τη βάρκα δίπλα από το βράχο. Ο Άλμπρεχτ δίχως δεύτερη σκέψη τέντωσε τα δυό του πόδια σε μια απέλπιδη προσπάθεια να φτάσει τον βράχο. Μα τι συμφορά! Δεν υπολόγισε σωστά τα βήματα του και βρέθηκε μέσα στα κύματα, που τον βούλιαζαν αργά και βασανιστικά σε ένα μαρτυρικό θάνατο. Ποτέ κανείς δε μπόρεσε να βρεί το σώμα του..Χάθηκε μια για πάντα μέσα στο βαθύ σκοτάδι του νερού, όπως και η κρυφή επιθυμία του για τη Λορελάϊ.

Μόλις μαθεύτηκε το μοιραίο αυτό γεγονός για το θάνατο του μοναχογιού του, ο κόμης, οργισμένος ζήτησε να μάθει το όνομα του βαρκάρη που οδήγησε τον γιό του στην τελευταία του κατοικία, μα κανένας δεν τον γνώριζε. Έτσι, διέταξε του στρατιώτες του να συλλάβουν τη Λορελάϊ και να την κάψουν ζωντανή, ισχυριζόμενος ότι ήταν μάγισσα. Μαζί με ολόκληρο στράτευμα ξεκίνησε το επόμενο βράδυ να συναντήσει την Γοργόνα. Μόλις κατάφερε να φθάσει στο βράχο, με πονηρές και γρήγορες κινήσεις κατάφερε να την παγιδεύσει στα χέρια του. Τότε η Λορελάϊ τρομαγμένη άρχισε να φωνάζει και να παρακαλάει τον ποταμό να τη βοηθήσει να ξεφύγει από το θυμωμένο εκείνο άνδρα.

Ξάφνου, ο ποταμός άρχισε να φουσκώνει, να βρυχάται μανιασμένα και να τραντάζει με τον δυνατό του θόρυβο όλη την περιοχή. Ο κόμης και το στράτευμα παρασύρθηκαν, χάθηκαν μέσα στα άγρια νερά..μαζί τους και η Λορελάϊ...

Ποτέ κανείς δε κατάφερε να τη ματαδεί να κάθεται στον βράχο της και να χτενίζει τα ολόχρυσα μαλλιά της..να σιγοτραγουδάει και να γαληνεύει ο τόπος γύρω της..

Από τότε όποιος βαρκάρης περνούσε από το βράχο, έψαχνε με το βλέμμα του μήπως και δει την όμορφη εκείνη νύμφη..μα οι ελπίδες του έπεφταν στο κενό.

Κάποια βράδια, όταν ο ήλιος ρίχνει τις αχτίνες του πάνω στο βράχο, διαγράφονται τα ολόχρυσα της μαλλιά, όταν το κύμα σκάει στο τραχύ γκρίζο ακούγεται η φωνή της, μελωδική, καθάρια σαν τα νερά του ποταμού Ρήνου...


Πηγή: Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες
Οι Παραμυθάδες

Όπως συνήθως συμβαίνει με τους μύθους, η ιστορία της Λορελάϊ βασίζεται εν μέρει στην πραγματικότητα. Η περιοχή έχει έντονα ρεύματα από τον ποταμό που βγάζουν περίεργο θόρυβο, σαν μουρμουρητό, όπως και η ορατότητα είναι σχεδόν ανύπαρκτη για τα πλοία στο συγκεκριμένο σημείο. Όλα αυτά βοήθησαν στο να διατηρηθεί ο μύθος στο πέρασμα των χρόνων.
Σήμερα, ο βράχος της Λορελάϊ είναι γνωστό τουριστικό θέρετρο στις όχθες του Ρήνου, με κοσμοσυρροή τουριστών απ' όλα τα μέρη του κόσμου για να απαθανατίσουν το σημείο του βράχου.



Αποτελέσματα αναζήτησης

Αποτελέσματα ιστού

Lorelei Statue (Sankt Goar, Γερμανία)


Ακόμα και στο χώρο της Τέχνης, η Λορελάϊ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες λογοτέχνες, μουσικούς, ζωγράφους και ποιητές.



Κλέμενς Μπρεντάνο







Λογοτέχνης και ιδρυτής της Ρομαντικής σχολής της Χαϊδελβέργης με έμφαση στην ιστορία και τη λαογραφία της Γερμανίας. Ο βράχος της Λορελάϊ βρίσκεται στη γενέτειρα του, μελέτησε το θρύλο και τον περιέβαλε στο μυθιστόρημα του που εκδόθηκε ανάμεσα στα 1800-1802.
"Γκόντβι ή η πέτρινη εικόνα της μητέρας μου" (Godwi oder der steinerne Bild der Mutter, 1801-2), το οποίο εμπνεύστηκε από το Βίλχελμ Μάιστερ του Γκέτε και περιλαμβάνει την περίφημη μπαλάντα Λορελάι.








Γιόχαν Στράους (πατήρ)








Ηγέτης της Δυναστείας των Στράους, με το διασημότερο βάλς που το εμπνεύστηκε απο το μύθο της Λορελάϊ.








Χάινριχ Χάϊνε










Ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς ποιητές του 19ου αιώνα. Επίσης ήταν δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας.






       
Δεν ξέρω ποια να είναι η αιτία,
κι είναι το στήθος μου τόσο βαρύ.
Μια παλαιά, αρχαία ιστορία
από το νου μου νά’βγει δεν μπορεί.
Κρύα βραδιά και σκοτεινοί οι κάμποι
και το ποτάμι ήσυχο περνά,
και του βουνού ψηλά η ράχη λάμπει
απ’ τα φιλιά του ήλιου τα στερνά.
Στην κορυφή απάνω καθισμένη
λάμπει πεντάμορφη μια κοπελιά.
Αστράφτει όλη χρυσοστολισμένη,
χτενίζει τα χρυσά της τα μαλλιά.
Ολόχρυσο κρατεί στα χέρια χτένι
κι ένα τραγούδι αγάλια τραγουδεί…
τραγούδι που τ’ ακούς και σε τρελαίνει
και λησμονάς και μάνα και παιδί.
Ο ναύτης με την βάρκα του περνάει
τ’ ακούει, μαγεύεται, χάνει το νου,
τους βράχους πού’ναι εμπρός του δεν κοιτάει
και στην κορφή κοιτάει του βουνού.
Ψηλά κοιτάει… τον τραβά το κύμα
και τάφο του ανοίγει παρακεί,
και φταίει η πεντάμορφη –τι κρίμα!–
και η φωνή της η μαγευτική.

Μετάφραση : Άγγελος Βλάχος




Max Bruch Die Loreley (op 16, 1863) - Όπερα







A CONTINENTAL RECTANGULAR PLAQUE, 'LORELEY'
LATE 19TH/20TH CENTURY, PROBABLY GERMAN


  

Έλληνες συγγραφείς :


Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)


ΛΟΡΕΛΑΗ

Δεν ξέρω αυτή μου η λύπη τί σημαίνει
και μ' έχει κάνει τόσο θλιβερό!
Από το νου μου μέσα δεν εβγαίνει
μια ιστορία απ' τον παλιό καιρό.

Ψυχρό φυσά τ' αγέρι και βραδιάζει,
ο Ρήνος σιγανά κατρακυλά·
στις φωταυγιές του ήλιου που πλαγιάζει,
του όρους η κορφή σπιθοβολά.

Θαυμάσια αυτού στην κορφή την ίδια
κάθεται η πιο ωραία κοπελιά·
αστράφτουν τα χρυσά της τα στολίδια,
χτενίζει τα χρυσά της τα μαλλιά.

Μ' ολόχρυσο χτενάκι τα χτενίζει
και τραγουδάει ένα σκοπό η ξανθή.
Στους θαυμαστούς τους ήχους που σκορπίζει
δεν είναι νους που να μη μαγευθεί.

Το ναύτη στη βαρκούλα τον αρπάζει
λαχτάρα που σαλεύει τα μυαλά.
Τους βράχους που προβάλλουν δεν κοιτάζει,
απάνω μόνο βλέπει, στ' αψηλά.

Φοβούμαι πως το κύμα θε να φάει
και ναύτη και βαρκούλα τώρα δά:
Αχ, όλ' αυτά τα κάμνει η Λορελάη
με το γλυκό σκοπό που τραγουδά.




Κωνσταντίνος Θεοτόκης(1872-1923)


Η ΛΟΡΕΛΑΗ

Που είμαι θλιμμένος τόσο δεν ξέρω τί δηλοί,
στο νου μου παραμύθι παλιό έχει καρφωθεί.
Πνέει δροσερό τ' αέρι κι ο Ρήνος ρέει σιγά,
στο κορφοβούνι ο γήλιος, που δύει, σπιθοβολά.

Κι ω θάμα! η πλιο ώρια κόρη κάθεται πάνου κει,
χρυσά φορεί, χτενίζει την κόμη την χρυσή.
Με χτένι τη χτενίζει χρυσό κι ένα σκοπό
ωστόσο τραγουδάει τρανό και θαυμαστό.

Στο μικρό πλοίο του ο ναύτης πόνο άγριο και βαρύ
γρικά, δε βλέπει, ξέρεις, μόνο ψηλά θωρεί.
Το κύμα, λέω, στο τέλος ναύτη και πλοίο ρουφά,
της Λορελάης τα λόγια εκάμαν όλα αυτά.



Μαρία Υψηλάντη(1973)


Η ΛΟΡΕΛΑΗ

Απόψε νιώθω εντός μου την καρδιά βαριά,
μια λύπη αξήγητη φωλιάζει μου στα στήθη
κι όπως θλιμμένα τρυφερή πέφτει η βραδιά
αναθυμιέμαι το παλιό το παραμύθι.

Κυλάει ο Ρήνος με το κύμα σιγανό
που το φιλά με δροσερό τ' αγέρι χείλη·
αλάργα στέκει το περήφανο βουνό
κι αστράφτει χρυσοπόρφυρο μέσα στο δείλι.

Νεράιδα κάθεται σε βράχο χαμηλό
και με τον ήλιο το λαμπρό την όψη έχει ίδια·
γλιστρά το χτένι στα μαλλιά της απαλό,
σπίθες πετούνε τα χρυσά της τα στολίδια.

Χτενίζει τα ξανθά μαλλιά της τα μακριά
και τραγουδάει με γλυκιά μελαγχολία ·
κι έχει η φωνή της μια παράξενη γητειά
κι έχει μια χάρη σαγηνεύτρα η μελωδία.

Κι απλώνεται τριγύρω ο μαγικός σκοπός·
τα μάτια του βαρκάρη ο πόθος τα θαμπώνει
και μπρος του βράχο μεθυσμένος και τυφλός
δεν βλέπει, και κουπί αφήνει και τιμόνι.

Και βάρκα και βαρκάρη μέσα τους τραβούν
τα κύματα του ρήνου που όλο αργοκυλάει·
ετούτη λεν πως είν' η μοίρα όσων ακούν
το κάλεσμα το ερωτικό της Λορελάη.

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

"Η παράδοξη υπόθεση των αρτίστικ δολοφονιών" του Γιώργου Δερβεντλή



Φίλες και φίλοι,
Ο Γιώργος Δερβεντλής είναι ένας από τους συγγραφείς εκείνους που δουλεύουν χρόνια και με συνέπεια το μυθιστόρημα τρόμου, φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας. (Horror, Sci-fi horror, crime, fantasy). Επίσης είναι συγγραφέας που η πένα του, πολλές φορές, δοκιμασμένα και με εξαιρετικό τρόπο, έχει παρουσιάσει έργα με σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις και αναφορές.

Μέλος εδώ στην ομάδα μας αλλά και γνωστός για τη δουλειά του εδώ και χρόνια, μέσα από το προσωπικό του blog My Little Stores έχουν περάσει προς τα έξω διηγήματα, νουβέλες και έργα που πραγματικά σε μεταφέρουν σε αλλόκοτους συναρπαστικούς μα και συνάμα εφιαλτικούς κόσμους. Σε κόσμους και χώρους όπου ο άνθρωπος ως οντότητα προσπαθεί να βρει τις δικές του αναφορές και ισορροπίες.


Σε αυτήν την ανάρτηση θα ήθελα να σας παρουσιάσουμε το τελευταίο του έργο:

"Μια παράδοξη υπόθεση των αρτίστικ δολοφονιών"

Όπως αυτήν μπορείτε να την παρακολουθήσετε να δημοσιεύεται σε συνέχειες μέσα από το προσωπικό του blog.

Αφήνω τα ίδια τα λόγια του Γιώργου Δεβρεντλή να μας δώσουν ένα περίγραμμα για αυτές τις ...παράδοξες υποθέσεις


"Μια στυγερή δολοφονία λαμβάνει χώρα στο μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης. Ένα 15 χρόνο κορίτσι το θύμα που έχει εκτελεστεί με έναν ιεροτελεστικό τρόπο. Ο τρόπος της δολοφονίας της έχει τις ρίζες στις τελετουργίες αίματος του Νίτσε. Ο Ντέμης Λοτρέκ,ένας φιλήσυχος ντετέκτιβ του τμήματος των εγκλημάτων τέχνης. 
Και ενώ τα πάντα δείχνουν πως είναι άλλη μία υπόθεση ρουτίνας η αλήθεια και τα κίνητρα είναι πιο σύνθετα.
Σε μια πρόωρα ανεπτυγμένη εποχή όπου τα φαινόμενα απατούν ο ντετέκτιβ Λοτρέκ θα προσπαθήσει να ξετυλίξει το κουβάρι. Θα προσπαθήσει να βρει τον υπεύθυνο πίσω από τις αποτρόπαιες δολοφονίες και να απαλλαγεί από την σκιά που του στοιχειώνει το μυαλό."




Προσωπικά θεωρώ αυτό το έργο να έχει τέτοια δύναμη, που πραγματικά σε καθηλώνει, σε μαγεύει. Το βάθος της φαντασίας του, τα σκοτάδια του, οι παραπομπές του και η πλοκή του είναι τέτοια που θα σας κρατήσει συντροφιά ως το τέλος, μιας και συνεχίζεται η δημοσίευσή του.

Μπορείτε να το διαβάζετε εδώ:  



Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Εσύ και οι "Άλλοι"


Εσύ και οι "Άλλοι"
γράφει ο Χάρης Κωφιάδης      


   Χαμένος ήμουν πάλι στους μονολόγους μια κωμικής φιγούρας. Την παρακολουθώ συχνά την συγκεκριμένη, για να γελώ και να ξεχνιέμαι, μα μερικές φορές με πιάνει εξ’ απήνης. Είναι αυτές οι  στιγμές που σου υπενθυμίζουν αιφνιδίως αυτό που πάντα ήξερες και πάντα πρέσβευες με πάθος μπροστά στους άλλους: πως τίποτα δεν είναι μονοδιάστατο. Ούτε και η κωμωδία της ήταν· όχι εκείνη την μέρα. Την επισκέφτηκα για να “αδειάσω” και παρόλα αυτά, στην λήξη της μικρής μας συνάντησης, ένιωθα το κεφάλι μου βαρύτερο κατά τόνους. Κι όπως εκείνη έφευγε και με αποχαιρετούσε, μια άλλη παρουσία εισήλθε στον χώρο· μια μορφή θολή και συγκεχυμένη για μένα.

Μου τον είχε συστήσει η “κωμικιά”, ωμά και αφιλτράριστα, μα το μυαλό μου προσπαθούσε να τον πλάσει αλλιώς και να πετάξει την χαλασμένη του εικόνα για να ανακουφιστεί. Και αυτό κατέληξε να μπερδεύει τις γραμμές του προσώπου του· αυτό και το γεγονός πως δεν τον γνώριζα πρωτύτερα. Για μέρες στεκόταν εκεί και με κοιτούσε αμίλητος, με παρακαλούσε να τον γνωρίσω και ταυτόχρονα αδιαφορούσε για την ύπαρξή μου, όπως αγνόησα κι εγώ το τέλος της δικής του. Σταδιακά όμως, η απόσταση μεταξύ μας μίκρυνε. Ήταν αυτός που βημάτιζε; Ήμουν εγώ που έψαχνα να τον βρω σε αναρτήσεις του διαδικτύου και έτσι τον πλησίαζα; Δεν ξέρω. Ήσυχα όμως, έφτασε να στέκεται απέναντί μου. Έπιασε μια καρέκλα και κάθισε μαζί μου, στο τραπέζι. Δεν με τρόμαζε η επίσκεψή του. Την περίμενα και αν μη τι άλλο, ίσως και να την προκάλεσα.

«Πως σε λένε;», τον ρώτησα δειλά, αν και γνώριζα.
«Να πούμε Ιάκωβο;», μου είπε μορφάζοντας αδιάφορα.
«Με ρωτάς;».
«Δεν είχα ένα όνομα», αποκρίθηκε εκείνος. «Ή τουλάχιστον δεν με προσφωνούσαν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Είχα πολλά χαϊδευτικά. Πουστάρα, ανώμαλε, πρεζάκι… Γι’ αυτό ρωτάω. Το Ιάκωβος ίσως και να ηχεί παράξενα πλέον στα αυτιά μου. Δεν έχω πρόβλημα όμως, διάλεξε και πάρε. Απαντώ σε όλα».
«Θα πάμε με το Ιάκωβος, για σήμερα τουλάχιστον», αποφάνθηκα. «Λοιπόν Ιάκωβε, από πού έρχεσαι;».
«Από την κόλαση», απάντησε με ευκολία. «Κατέληξα εκεί για να μην δυσαρεστηθεί κανείς, με καταλαβαίνεις;».
«Ομολογώ πως όχι. Είναι επιλογή η κόλαση;».
«Κατά μία έννοια», είπε σιάζοντας τα σγουρά μαλλιά στο μέτωπό του, σαν να μην τον ένοιαζε και πολύ.
«Γιατί ήρθες;».
«Δεν είναι η πρώτη φορά που εγώ -και ο κάθε εγώ- καλούμαστε να εκπληρώσουμε τις εγωιστικές ανάγκες του καθενός. Εσύ με θέλησες, κι εγώ είμαι εδώ, απίκο».
«Εγώ είμαι ο εγωιστής δηλαδή στην σημερινή εξίσωση;».
«Δεν είσαι;».
            
Μπορεί και να ήμουν. Είχα την ανάγκη να μιλήσω μαζί του και κατά κάποιον τρόπο να ηρεμήσω την συνείδησή μου, που ζητούσε άφεση αμαρτιών, και μιαν ικανοποίηση πως έκανα τουλάχιστον αυτό.
«Θέλεις να μου πεις πως βρέθηκες εκεί; Στην κόλαση όπως λες. Τι προηγήθηκε;».
«Δεν ξέρω». Χαμογελούσε. «Βλέπεις δεν έχουν αποφανθεί ακόμη».
«Ποιος δεν έχει αποφανθεί;».
«Οι Άλλοι».
«Δεν είμαι σίγουρος πως μπορώ να ακολουθήσω τον ειρμό σου Ιάκωβε».
            
Μου γέλασε με έναν τρόπο που δεν μου άρεσε. Σαν να ήξερε κάτι που εγώ αγνοούσα, ενώ δεν θα έπρεπε.   
«Οι Άλλοι είναι… θα καταλάβεις. Ίσως καταλάβεις», είπε τελικά και ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι. Τώρα τα χαρακτηριστικά του καθάρισαν περισσότερο. «Αυτοί μου είπαν όσα ξέρω. Και είναι πολλοί. Εγώ που ήμουν ένας, ό,τι και αν πίστευα τι σημασία είχε; Η δύναμη είναι στην πλειοψηφία και αυτή σέρνει μαζί της και την αλήθεια των πολλών. Γι’ αυτό σου λέω, δεν είμαι εγώ που αποφασίζω τι έγινε. Εγώ το ακούω και δεν έχω παρά να το δεχτώ στην θέση που βρίσκομαι».
«Θα προτιμούσα να ακούσω την δική σου αλήθεια».
«Ω, μην είσαι υποκριτής», μου είπε κουνώντας το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν το θέλεις. Ούτε εσύ, ούτε κανένας. Οι Άλλοι θέλουν αίμα και το πήραν. Εσύ; Δεν είσαι από αυτούς θες να μου πεις;».
«Ακόμη δεν είμαι σίγουρος ποιοι είναι, για να μπορώ να σου πω αν συντάσσομαι μαζί τους ή όχι».

Ένιωθα το “κατηγορώ” του να με βαραίνει και να με αναγκάζει να γείρω τους ώμους και να χαμηλώσω το βλέμμα.
«Από αυτούς είσαι», είπε με βεβαιότητα και έβγαλε ένα τσιγάρο. Το χτύπησε στο τραπέζι ανάμεσά μας, για να μπουκώσει καλύτερα τον καπνό, και βάζοντάς το στα χείλη του, μου έκανε ένα νόημα, ζητώντας μου την άδεια να το ανάψει. Δεν του αρνήθηκα. «Άμα είσαι ένας μόνος σου, τότε όλοι οι υπόλοιποι είναι αναγκαστικά οι Άλλοι. Με καταλαβαίνεις;». Δεν έκανα τον κόπο να τον διαψεύσω και πάλι. Ήθελα απλά να συνεχίσει. «Για παράδειγμα, θα σου κάνω μια ερώτηση: με ήξερες από πριν;».
«Όχι».
«Αυτό ακριβώς. Όταν μυρίστηκες όμως αίμα, με έψαξες. Ξέρεις ποιοι το κάνουν αυτό; Οι καρχαρίες… και οι Άλλοι!».
«Ωραία», είπα αναγκαστικά. Γιατί δεν θα δεχόμουν έτσι εύκολα να με κατηγοριοποιούν και να με τσουβαλιάζουν. Εγώ θα διαχώριζα την θέση μου για χάρη της ψυχικής μου ηρεμίας. «Ας πούμε λοιπόν ότι είμαι ένας Άλλος, που όμως θέλει να ακούσει. Πες μου».
«Εγώ που λες, είχα φάει πολλές…», ξεκίνησε να λέει και έκανε μια παύση. Φάνηκε να με μετράει, με εκείνο το οξυδερκές βλέμμα για λίγο. «…καραμέλες», αποφάνθηκε. «Είχα φάει πολλές καραμέλες τις προηγούμενες μέρες, και ως γνωστόν, η ζάχαρη προκαλεί μια υπερδιέγερση. Αυτό, που θέλεις κάτι να κάνεις για να ξεσπάσεις κάπου την ξαφνική ενέργεια που σε κατακλύζει», μου είπε βγάζοντας τον καπνό από την μύτη του. «Κι έτσι, μπήκα όπου βρήκα».

«Που μπήκες;», τον ρώτησα μπερδεμένος με την εισαγωγή του.
«Σε ένα μέρος που δεν ήταν για μένα. Αλλά με θάμπωσε το χρυσαφένιο χρώμα και η ψευδαίσθηση της πολυτέλειας και θέλησα λίγη από αυτήν την αίσθηση για μένα. Έτσι με πληροφόρησαν».
«Μα μπορείς να πάρεις στ’ αλήθεια μια αίσθηση;».
«Είχα μαζί μου ένα μαχαίρι. Κόβεις ένα κομμάτι και το παίρνεις», μου είπε, κοιτάζοντάς με σαν τρίχρονο παιδί που δεν καταλαβαίνει. «Αλλά δεν ήταν δική μου για να την πάρω και το κομμάτι αυτό δεν μου αναλογούσε. Άρα;». Έκανε μια παύση, σαν να περίμενε να πω εγώ τις λέξεις για αυτόν. Δεν το έκανα. «Άρα εκείνη την στιγμή, απέκτησα ένα ακόμη υποκοριστικό· αυτό του ληστή».
«Ήθελες όντως να κλέψεις;».
«Έτσι λένε». Δεν ρώτησα ποιοι. Ήξερα την απάντηση· οι Άλλοι. «Και αφού το λένε, κάτι θα ξέρουν. Εγώ βλέπεις ήμουν υπό την επήρεια των σακχάρων όπως προείπα…ή όπως προείπαν. Δεν θυμάμαι. Ειπώθηκαν τόσα πολλά άλλωστε, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, δεν τα συγκράτησα όλα. Θα μου το συγχωρήσεις αυτό… ή όχι, δεν με πειράζει».
«Και αίφνης, εγκλωβίστηκα μέσα. Το “έξω” ήταν εκεί. Το έβλεπα μα δεν μπορούσα να το φτάσω. Και προσπάθησα να σπάσω τα δεσμά μου, ορμητικός, σαν μαινόμενος ταύρος. Μόνο που το κόκκινο πανί ήταν στα χέρια μου. Βέβαια, μέσα στην ένταση της στιγμής,  το παράκανα. Τα έκανα τα δεσμά θρύψαλα που λες και βρέθηκα από την μία στιγμή στην άλλη, ξαπλωμένος σε μια βροχή από κρύσταλλα. Χαμός. Έπρεπε να είσαι από μια μεριά να το δεις», είπε και απλώθηκε πίσω στην καρέκλα του, χαμογελώντας σαν να αναπολούσε κάποια σκηνή από ταινία.
«Βγήκες όμως». Το ήξερα από πριν αλλά αυτό δεν με σταματούσε από το να ρωτάω.

«Βγήκα ναι», μου αποκρίθηκε. «Βγήκα ενώ δεν έπρεπε. Ήξεραν αυτοί πως έπρεπε να μείνω μέσα και προσπαθούσαν να με αποτρέψουν αλλά δεν τους άκουγα». Είδε την έκφραση του προσώπου μου και απαξιώνοντας σχεδόν, έσπευσε να με διαφωτίσει. «Έξω ήταν οι Άλλοι». Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και εκείνος έκανε άλλη μια τζούρα. «Μόνος μου τραυματίστηκα, πάνω στην ανόητη προσπάθειά μου να βγω, ενώ εκείνοι , φιλάνθρωποι και διορατικοί, κουνούσαν χέρια και πόδια για να με συνετίσουν. Πάνω στην λαχτάρα τους για μένα βέβαια, δεν πρόσεξαν και από λάθος με τραυμάτισαν. Επιπόλαια όμως, μην φανταστείς. Το είπαν και αργότερα πως εκείνοι δεν έφταιγαν. Κι έπειτα, τους τρόμαξε και το μαχαίρι μου».
«Το είχες ακόμη πάνω σου;».
«Το κρατούσα».
«Και αυτό; Μαζί με ό,τι είχες για να σπάσεις…».
«Τα δεσμά μου», με πρόλαβε. «Όχι. Αυτό το κρατούσα και με τα δύο χέρια. Θέλει δύναμη για να ελευθερωθείς, δεν είναι παίξε γέλασε».
«Και το μαχαίρι;».
«Το κρατούσα και αυτό».
«Πως;».
«Δεν είσαι πολύ γρήγορος έτσι; Με το συμπάθιο δηλαδή αλλά κολλάς σε κάτι λεπτομέρειες. Δεν έχει σημασία. Αφού το είπαν». 

Άλλη μια τζούρα και για λίγο έμεινε να κοιτά τον καπνό που έβγαινε αργά από τα χείλη του. Ξαφνικά αναρωτήθηκα αν όντως ο Ιάκωβος κάπνιζε. «Όπως έλεγα, τους τρόμαξα με το μαχαίρι· φοβήθηκαν μήπως αυτοτραυματιστώ και γρήγορα γρήγορα, ένας από τους δύο μου το πήρε. Κι όταν ηρέμησαν, και κατάλαβαν πως δεν αποτελούσα πλέον απειλή για κανέναν, άρχισαν να με ραίνουν με άνθη».
«Άνθη;». Αλλιώς την είχα διαβάσει την ιστορία.
«Λουλούδια να δεις εσύ· μπουκέτα ολόκληρα», συνέχισε σαν να μην με είχε ακούσει. «Με στόλισαν κανονικότατα σαν επιτάφιο. Βροχή έπεφταν τα άνθη πάνω μου. Γέμισε το οπτικό μου πεδίο λουλούδια και κόκκινα άστρα· τόσο που όταν σηκώθηκα, δεν έβλεπα πια μπροστά μου».
«Σε τι κατάσταση ήσουν όταν ξανασηκώθηκες;». Δεν ήθελα να την κάνω αυτή την ερώτηση. Όχι συνειδητά. Γιατί πάντα με θεωρούσα άνθρωπο ευαίσθητο. Το υποσυνείδητό μου όμως είχε άλλα σχέδια και άλλη εικόνα για μένα φαίνεται.
«Συγκινημένος βαθιά για την γενναιοδωρία των ανθρώπων». Στα χείλη του σκαρφάλωσε πάλι εκείνο το γέλιο που με κορόιδευε. Και κάπως έτσι, είχα αρχίσει να νιώθω πως δεν θέλω να με λέει άνθρωπο· όχι τουλάχιστον όπως χρωμάτιζε εκείνος την λέξη. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως αιμορραγούσα από την πρότερη λύσσα μου να βγω από το χρυσό κλουβί μου. Δεν με ένοιαζε όμως. Ήθελα να φύγω. Ούτε που κατάλαβα πως είχα στα χέρια μου ένα από εκείνα τα κρυσταλλάκια που προηγουμένως με χάιδευαν κατά την πτώση τους. Γιατί το πήρα ξέρεις;». Ένευσα αρνητικά κι εκείνος σαν να απογοητεύτηκε που δεν έπιανα τον συνειρμό του. «Όπως και να ‘χει. Το έκανα».
«Τότε ήταν που ήρθαν οι…;».
«Οι μπλε», με πρόλαβε ξανά. «Ναι τότε ήταν. Εγώ όπως προείπα, δεν έβλεπα μπροστά μου και χωρίς να το θέλω, έκανα ένα μαγαζί ανάστατο. Έπεφτα πάνω στα τραπέζια και τις καρέκλες, και τάραξα και τους παρευρισκόμενους. Θα μπορούσα να έχω πάθει και να έχω κάνει και χειρότερα, αν ένας από τους μπλε δεν με ανάγκαζε να σταματήσω».
«Πως ακριβώς σε ανάγκασε να σταματήσεις Ιάκωβε; Υπήρξε βία από πλευράς του;».
«Και αν υπήρξε, αυτή είναι η τακτική και σε όποιον αρέσει», αποκρίθηκε ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Άλλωστε καταλαβαίνω πως η εικόνα μου πρέπει να ήταν αποτροπιαστική πλέον και κάποιος έπρεπε να επέμβει».
            
Ποιανού λόγια ήταν αυτά; Ήταν δικά του ή δικά μου; Μα τον έβλεπα ξεκάθαρα απέναντί μου. Η δική του στάση ήταν η κυνική. Ήταν αυτός, δεν ήμουν εγώ.
«Και μετά ξάπλωσες».
«Εκείνη την δεύτερη φορά ηρέμησα. Πήρα μια βαθιά ανάσα, ή παραπάνω. Μπορεί και καμία, δεν είναι σίγουροι ακόμη γι’ αυτό και εγώ δεν θυμάμαι να σου πω. Κι αυτοί μου φώναζαν αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ πια και μάλλον φάνηκα αγενής».
«Τι σου φώναζαν;».
«Δεν έχει σημασία και δεν θυμάμαι καθόλου. Την δουλειά τους έκαναν. Μετά όμως ήρθε το καλύτερο… Η σιωπή!», είπε και μου έκανε νόημα να μην μιλήσω και να απολαύσω εκείνες τις στιγμές που τίποτα δεν ακουγόταν γύρω μας. Το πρόσωπό του γαλήνεψε και τα μάτια του έτρεξαν στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού. Και ας μην είχε την ίδια επίδραση σε μένα εκείνη η βουβαμάρα, γιατί μπορούσα να ακούσω πιο δυνατά τις σκέψεις μου. «Το αν αυτό το “μετά” ήταν έπειτα από πέντε λεπτά ή τρεις ώρες, δεν το κατάλαβα».
«Τα ήξερα αυτά Ιάκωβε», παραδέχτηκα. «Διάβασα για σένα. Λέγαν όμως πως τελικά δεν βρέθηκε στο αίμα σου τίποτα».
«Μην είσαι κουτός, σε παρακαλώ. Ποιοι τις λένε αυτές τις αηδίες;».
«Αυτά τα λένε οι…».
«Οι άσπροι άνθρωποι», με διέκοψε για μία ακόμη φορά. «Αυτοί δεν ξέρουν. Άλλωστε, στο είπα και προηγουμένως, δεν έχει σημασία τι πιστεύεις εσύ αλλά τι πιστεύουν οι Άλλοι και ό,τι γράφει δεν ξεγράφει· όχι στις συνειδήσεις τουλάχιστον. Αυτοί είστε».
«Επιμένεις να με βάζεις μαζί τους», ξέσπασα επιτέλους. «Και όση ώρα σε ακούω, έχεις χωρίσει ήδη τρεις κατηγορίες στους ανθρώπους».
«Εγώ;», μου είπε μειδιώντας ειρωνικά. «Ποιες;».
«Τους άσπρους, τους μπλε και τους Άλλους», είπε σε μια άτσαλη προσπάθεια να τον στριμώξω.
«Πραγματικά δεν κατάλαβες τίποτα λοιπόν», μου είπε ψύχραιμα. «Οι άσπροι και οι μπλε, και όλοι οι άλλοι πολύχρωμοι άνθρωποι αποτελούν απλά υποκατηγορίες. Για εσένα και τον κάθε εσένα, υπάρχουν μόνο δύο πράγματα· εσύ και οι Άλλοι. Και ακόμη και αν είσαι ένας από τους Άλλους, πάλι δεν είσαι με κανέναν. Στο δικό σου μυαλό, βαλ’ το καλά πως είσαι μονάδα, ακόμη και αν στων υπολοίπων είσαι ομάδα. Οπότε μη θίγεσαι όταν σε βάζω μαζί τους. Δεν είναι επίθεση. Γιατί κι εγώ για σένα είμαι…ήμουν με την μεριά των Άλλων».
            
Και έτσι ξαφνικά η ήπια στάση του με γύρισε πίσω και με τάραξε με έναν διαφορετικό τρόπο.
«Τί πρόλαβες να νιώσεις;», τον ρώτησα νιώθοντας δυο χέρια να σφίγγουν τον λαιμό μου. «Εκείνες τις στιγμές. Ήταν πόνος; Ήταν οργή; Ήταν θλίψη;».
«Το τσιγάρο μου τελείωσε», είπε πετώντας την γόπα του στο πάτωμα και έκανε την κάφτρα του να σωπάσει με το παπούτσι του. «Και το πακέτο μου επίσης».
«Τι σημαίνει αυτό;». Σηκώθηκε από την θέση του. Μηχανικά, έκανα το ίδιο.
«Τίποτα εάν ακόμη έχεις τσιγάρα».
«Θα φύγεις;».
«Είσαι σίγουρος πως ήμουν και ποτέ εδώ;». Δεν απάντησα. «Γι’ αυτό σου λέω. Κοίτα όσο φτουράει ο ρημάδης ο καπνός σου να αντιστέκεσαι στην παρόρμηση να αφήσεις το “εσύ” και να πας με τους Άλλους. Είναι γλυκό να ανήκεις σε μια ομάδα, δεν λέω, μα δεν παύει να είναι ψευδαίσθηση. Γιατί κι εγώ όταν ξάπλωσα στο πεζοδρόμιο, ο ήλιος έλαμπε και ο κόσμος ήταν εκεί. Ήμασταν μαζί; Όχι. Ήμουν εγώ, αντιμέτωπος με όσα με έφεραν σε εκείνη την θέση και από μέσα μου γελούσα».
«Γιατί;».
«Γιατί ήξερα πως ποτέ δεν θα ξέρουν».
«Οι Άλλοι;».
«Ναι», είπε μονάχα και το γέλιο του, αυτό που ποτέ δεν είχα ακούσει στην ζωή μου, αντηχούσε στο μυαλό μου καθώς ξεμάκραινε.
            
Τίποτα δεν έμαθα καινούριο. Από ποιον να τα μάθω άλλωστε; Μόνο ανασκάλεψα λέξεις, φράσεις και εικόνες και όπως αυτές αναδεύτηκαν, τις έβλεπα να ρέουν πάλι προς τον πάτο, με μια αλλιώτικη σειρά και μια διαφορετική τάξη. Και να ‘μαι εδώ, να γράφω για τα λόγια που παίζουν στο μυαλό μου ακόμη, σε μια παράξενη λούπα. Και ενώ αναρωτιέμαι, «είμαι κι εγώ με τους Άλλους;», μέσα μου ελπίζω να μην είμαι. Γιατί δεν θα μου άρεσε, και όχι γιατί έχω κάνει πολλά για να αποδείξω την αυτονομία μου.

Κάπου στο βάθος, ακούγεται ξανά η φωνή της κωμικιάς. Άλλος μονόλογος και άλλη διάθεση. Και σιγά σιγά, το μυαλό μου αποσυντονίζεται, όπως συνηθίζει, κι εγώ εγκαταλείπω τον Ιάκωβο. Ζακ δεν τολμώ να τον πω, γιατί δεν τον γνώρισα ποτέ μου. Θα γελάσω ξανά, μαζί με τους Άλλους, μα για χάρη “του” και εξαιτίας “της”, θα κρατήσω μια σημείωση στο μυαλό μου: Να θυμηθώ την επόμενη φορά να είμαι πρώτα άνθρωπος. Θα θυμηθώ όμως;

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

"Ματωμένο ποτάμι" Διήγημα της Δανάη Ιμπραχήμ


Η Δανάη Ιμπραχήμ είναι μια από τις συγγραφείς των "Ονείρων Πένες"
Ένα από τα συγγραφικά της δημιουργήματα είναι το:

"Άρωμα Ανατολής"

Όπως λέει και η ίδια στην προσωπική της σελίδα στο Wattpad


Το "Άρωμα Ανατολής" είναι αυτοτελείς ιστορίες εμπνευσμένες από την μαγική και μυστικιστική Ανατολή. 
Μύθοι, παραδόσεις και φυσικά η πλούσια ιστορία της Μέσης και Άπω Ανατολής θα σας ταξιδέψουν στον χώρο και τον χρόνο, πολλές φορές με την συντροφιά στοιχείων του φαντασιακού.

«Έλα, έλα όποιος κι αν είσαι,
Περιπλανώμενε, ειδωλολάτρη, λάτρη της φωτιάς,
Έλα κι ας πάτησες τους όρκους σου χιλιάδες φορές,
Έλα κι έλα ξανά,
Το δικό μας δεν είναι καραβάνι απελπισίας».

Στην συλλογή υπάρχουν δέκα (10) υπέροχα διηγήματα που θα σας ταξιδέψουν στην Ανατολή του 7ου-8ου Αιώνα.

Διάλεξα ένα από αυτά τα διηγήματα που, εκτός των άλλων, έχει και τον χαρακτήρα ιστορικού μυθιστορήματος

Διαβάστε εδώ το συγκλονιστικό και λυρικό




Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

"Το βλέμμα στην όχθη του ποταμού"





Ένα βροχερό βράδυ. Τα βήματά του τον φέρνουν πάλι στην όχθη του ποταμού που κόβει στα δυό την πόλη. Όπως εκείνη τη μοιραία νύχτα πριν χρόνια, που σημάδεψε τη ζωή του. τι μπορεί να προσδοκά. Τι μπορεί να βρει στην άλλη όχθη του ποταμού.


"Το βλέμμα στην όχθη του ποταμού"


Το νέο μου διήγημα στη συλλογή διηγημάτων  "Ιστορίες Noir"


Γιάννης Πιταροκοίλης



Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Γνωρίστε την Svetlin Lothrak

Το "Ονείρων Πένες" συνεχίζει να ανοίγει τις πόρτες του στους αναγνώστες του. Σκοπός μας πρωταρχικός να γνωρίσετε τα μέλη της λογοτεχνικής μας ομάδας. 
Στα πλαίσια αυτά έχουμε ήδη ξεκινήσει, τη διαδικασία μιας μικρής συνέντευξης μέσα από την οποία, τα μέλη της ομάδας και συντάκτες του blog παρουσιάζουν βασικές πτυχές από τις σκέψεις και τα βιώματά τους από την μέχρι τώρα εμπειρία τους στον κόσμο της λογοτεχνίας και της ποίησης.

Εκτός λοιπόν από τις προσωπικές σελίδες που υπάρχουν στο blog για το κάθε μέλος, στις οποίες μπορείτε να διαβάσετε τα βιογραφικά τους αλλά και την βιβλιογραφία τους, μπορείτε και μέσα από αυτές τις συνεντεύξεις να μάθετε περισσότερα πράγματα πάνω σε αυτούς για την αγάπη τους και το μεράκι τους στην τέχνη του λόγου.


Συνεχίζουμε λοιπόν σήμερα με το 11ο μέλος της λογοτεχνικής μας ομάδας:

Γνωρίστε την Svetlin Lothrak


Ερωτήσεις παρουσίασης

Ποια εσωτερική ανάγκη ή τι άλλο σε ώθησε να γράφεις και ποια μηνύματα τυχόν θα ήθελες να περάσεις μέσα απ τη γραφή σου;

Δεν ξέρω πως δημιουργήθηκε η «ανάγκη» να εκφραστώ γραπτώς, ξέρω όμως ότι εμφανίστηκε σε εμένα πολύ, πολύ νωρίς, σχεδόν προτού μάθω να γράφω. Πρέπει να ήμουν γύρω στα έξι τότε, στρουμπουλή, φαφούτα και ολίγον τι μυθομανής. Ανατρέχοντας σε εκείνη την εποχή, ο πατέρας μου λέει ότι «έγραψα» την ιστορία ενός ψωριάρη σκύλου που τριγυρνούσε αδέσποτος στην γειτονιά μας μέχρι την στιγμή που μια καλόκαρδη οικογένεια τον υιοθέτησε, κι έζησαν αυτοί καλά κι ο σκύλος καλύτερα. (Λες να ήθελα να πω με τρόπο στους δικούς μου ότι ήθελα κατοικίδιο;) 
Σήμερα, εν έτη 2020, το «Ένας ψωριάρης σκύλος» δεν έχει γίνει ακόμη best seller (αναρωτιέμαι γιατί;). Eγώ έχω πάψει εδώ και καιρό να είμαι στρουμπουλή, φαφούτα και έξι χρονών, μα η μανιώδης ανάγκη μου να πλάθω ιστορίες παραμένει και είναι πιο ακόρεστη και άσβεστη από ποτέ… 
Είμαι φανατική αναγνώστρια, η επιτομή του daydreamer, αγαπώ να γράφω κι έτσι όπου κι αν πάω έχω ανά χείρας το μπλοκάκι μου, στο οποίο κρατώ με πλήρη μυστικοπάθεια τις σημειώσεις που αργότερα γίνονται το υλικό των ιστοριών μου.
Κρίνοντας από τη θεματολογία των έργων μου θα έλεγα ότι γράφω τις ιστορίες που μου λείπουν, όσες δηλαδή θα ήθελα να διαβάσω και ως αναγνώστρια, μα δεν έχω εντοπίσει ακόμα. Έτσι, τις δημιουργώ. Δεν χρειάζεται να έχουν κάποια συγκεκριμένη υπόθεση ή κάποιο κρυφό μήνυμα μέσα τους, αρκεί να με ιντριγκάρουν. 

Ποιο λογοτεχνικό είδος σου αρέσει περισσότερο και γιατί όπως επίσης αν θα ήθελες να πειραματιστείς και με κάτι διαφορετικό.

Το είδος της λογοτεχνίας που αγαπώ περισσότερο είναι αδιαμφισβήτητα αυτό της φαντασίας. Η φαντασία σε όλες της τις εκφάνσεις είναι αυτή που με γοητεύει, με εμπνέει και με εκφράζει όσα τίποτα άλλο χάρη στα αμέτρητα πιθανά σενάρια που μπορεί να δημιουργήσει, τους άπειρους ξεχωριστούς κόσμους και σύμπαντα. Η φαντασία δεν γνωρίζει όρια, δεν υποτάσσεται και δεν περιορίζεται απέναντι σε τίποτα και κανέναν. Με ελκύουν ιδιαίτερα τα έργα που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, ειδικά όταν εμπλουτίζονται από μια σκοτεινή, απειλητική ατμόσφαιρα, από μαγεία και τρόμο, ρομαντισμό και περιπέτεια. 
Κάτι ελαφρώς διαφορετικό και σχετικά νέο για εμένα είναι η κατηγορία του κοσμικού τρόμου. Άρχισα να την εξερευνώ μέσα από τα έργα κυρίως του Χ. Φ. Λάβκραφτ, ο οποίος έχει μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα κερδίσει τον σεβασμό μου και έχει αναρριχηθεί πολύ ψηλά στην λίστα των αγαπημένων μου δημιουργών. Οι ιδέες και οι σκέψεις του, καθώς και ο τρόπος που καταφέρνει να τις αποδίδει με συναρπάζουν και με τρομοκρατούν ταυτόχρονα, προσφέροντας μου ένα πολύ ιδιαίτερο και πρωτόγνωρο είδος συγκίνησης. Θα με ενδιέφερε πολύ να ακολουθήσω τα χνάρια του στο μέλλον και να δοκιμάσω να δημιουργήσω κι εγώ κάτι δικό μου, ένα έργο για τους ανείπωτους τρόμους που παραμονεύουν στο εξώτερο σύμπαν και στις βαθύτερες αβύσσους του κόσμου και του νου. 




Δώσε μας μια γενική εικόνα για το συγγραφικό σου έργο μέχρι στιγμής

Τα έργα μου βρίσκονται στην πλειονότητα τους αναρτημένα στο Wattpad, την πασίγνωστη πια πλατφόρμα που έχει αφιερωθεί στην λογοτεχνία και την δημιουργία της. Εκεί έχω την χαρά να τα μοιράζομαι με μια μικρή, διαδικτυακή κοινότητα από αναγνώστες, συγγραφείς και λοιπούς φίλους της λογοτεχνίας. 

Όπως ήδη ανέφερα παραπάνω οι ιστορίες μου είναι επί τω πλείστων αυτές που θα ήθελα τόσο να γράψω όσο και να διαβάσω, κι έτσι εμπεριέχουν τα αγαπημένα μου συστατικά: φαντασία και τρόμο, μυστήριο και περιπέτεια, μαγεία, σκοτάδι και φυσικά μικρές δόσεις ρομαντισμού.  

Το πρώτο έργο μου που ανάρτησα στην εφαρμογή, το Κτήνος, είναι μια ιστορία τρόμου και φαντασίας. Η πλοκή ακολουθεί την Αντριάννα Βάλενταϊν και τις σκοτεινές της περιπέτειες. Μετά τον μυστηριώδη και πέρα για πέρα ανεξήγητο θάνατο της αδερφής της στην σοφίτα του πατρικού τους, η ζωή της Αντριάννα αλλάζει γοργά, δραστικά και για πάντα. Κρίνεται υπόλογη για τον μυστηριώδη θάνατο της Μία και προτού προλάβει να συνειδητοποιήσει καλά καλά ότι έχει μείνει μοναχοπαίδι, γίνεται υπότροφος ενός εφιαλτικού ιδρύματος για νέους. 

Εκεί, η Αντριάννα θα προσπαθήσει να εξιχνιάσει τον χαμό της αδερφής της, θα κληθεί να αντιμετωπίσει τους χειρότερους φόβους της, θα φλερτάρει με την τρέλα, θα αποκτήσει δεινούς εχθρούς, αλλά και απρόσμενους συμμάχους, θα κάνει πράγματα που πηγαίνουν ενάντια στην ευγενική της φύση, και στο τέλος θα συνειδητοποιήσει πως αυτή η μικρή, συχνά χαιρέκακη φωνούλα στο κεφάλι της έχει δίκιο, όταν της λέει πως ο μοναδικός τρόπος για να επιβιώσει μέσα στο ίδρυμα, την ζούγκλα που μετατρέπει τους τροφίμους σε αιμοδιψή, απάνθρωπα κτήνη, είναι να γίνει και η ίδια θανάσιμη.

Έχετε ακούσει ποτέ αυτό το ρητό που λέει ότι στον πόλεμο το «καλό» και το «κακό» είναι σχετικές έννοιες; "Το Κτήνος" εξετάζει ακριβώς αυτή την σχετικότητα, την υποκειμενικότητα με την οποία μια κοπέλα μεταμορφώνεται από θύμα σε θύτης, μπερδεύει την δικαιοσύνη με την εκδίκηση, φέρνει τα πάνω κάτω και μαθαίνει πως ν’ αποδέχεται και ν’ αγκαλιάζει το σκοτάδι που βρίσκεται γύρω και μέσα στην ψυχή της. 

Το πρώτο έργο που ολοκλήρωσα εντός της εφαρμογής είναι η "Ματωμένη Κοντέσα". Πρόκειται για ένα Young Adult μυθιστόρημα φαντασίας με φόντο τα ομιχλώδη Καρπάθια και το γοτθικό κάστρο Καχτίτσε, την κατοικία της λαίδης Ελίζαμπεθ Μπάθορι. Όταν η Ντανιζέλα, μια κοπέλα του χωριού μεταφέρεται στο κάστρο στην κορυφή του λόφου και βρίσκεται ξαφνικά στη δούλεψη της περιβόητης κοντέσας, ανακαλύπτει ότι το μέρος αυτό είναι γεμάτο σκοτεινά και θανάσιμα μυστικά. Νεαρά κορίτσια χάνονται συνεχώς πίσω από τα πέτρινα τείχη του Καχτίτσε, εξαφανίζονται δίχως ν’ αφήσουν ούτε ίχνος πίσω τους. Κι όλα δείχνουν πως η Ντάνι θα είναι η επόμενη...

"Η Άβυσσος" είναι μια πολύ σύντομη ιστορία φαντασίας εμπνευσμένη από το ρητό του Νίτσε: Όταν αντιμάχεσαι τα τέρατα, θα πρέπει στο ενδιάμεσο να σιγουρεύεσαι ότι δεν έχεις μετατραπεί κι ο ίδιος σε ένα από αυτά, κι αν κοιτάζεις για πολύ μέσα στην Άβυσσο, η Άβυσσος θα δει μέσα σε εσένα. Μέσα σε 7 μίνι-κεφάλαια, μιλά για έναν κόσμο στον οποίο οι Αφύσικοι διαθέτουν σούπερ-δυνάμεις και για αυτό κρίνονται από τους Κανονικούς ως τέρατα. Ωστόσο, οι δεύτεροι παρότι άνθρωποι φέρονται τερατωδώς στους πρώτους.

Και τέλος, υπάρχει η δυστοπική περιπέτεια (επιστημονικής) φαντασίας για τους "NightBrakers", τους πολεμιστές που μάχονται για να σώσουν τους ελάχιστους εναπομείναντες ανθρώπους σε έναν κόσμο όπου ο ήλιος έχει εξαφανιστεί και βασιλεύει η αιώνια νύχτα και τα πλάσματα τους σκότους. 

Μίλησέ μας για την προσωπική σου εμπειρία στο γράψιμο ενός έργου. Την πηγή έμπνευσης, το βαθμό δυσκολίας, τα συναισθήματά σου.

Νομίζω ότι η έμπνευση μπορεί να υπάρξει σε κάθε τι και εξαρτάται από εμάς και το πόσο δεκτικοί είμαστε εμείς οι ίδιοι στα γύρω ερεθίσματα. Είναι μια προσωπική και εσωτερική υπόθεση που διαφέρει για τον καθένα. Το επόμενο στάδιο, αυτό της μεταφοράς της κάθε έμπνευσης και ιδέας στο χαρτί είναι αυτό που θεωρώ την αληθινή πρόκληση. 

Ο καθένας μας έχει ιδέες, άπειρα συναρπαστικά σενάρια που υφαίνει με το νου του, όμως η αποτύπωση τους, η εξωτερίκευση τους είναι εκεί όπου το πράγμα δυσκολεύει. Έτσι το βλέπω εγώ, τουλάχιστον. 

Όχι, δεν είμαι σαν τον Πόε, τον Μπουκόβσκι και τις λοιπές ιδιοφυίες που αφήνονται στις δίνες της τρέλας, του αλκοολισμού, του νιχιλισμού και της αυτοκαταστροφής προκειμένου να δημιουργήσουν κάτι αξέχαστο. Δεν βιώνω την συγγραφή με αυτόν τον τρόπο, αλλά ως κάτι υπέροχο. 

Είναι, βέβαια, μια απαιτητική διαδικασία, στην οποία πρέπει να δοθείς, να αφοσιωθείς σ’ εκείνη για μήνες ή, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και για χρόνια. Είναι ένα ρίσκο και είναι ένα στοίχημα με τον εαυτό σου. Όμως εάν είναι το όνειρο σου, το πάθος σου, εάν είναι αυτό που αγαπάς, τότε αξίζει να πάρεις αυτό το ρίσκο και να βάλεις τα δυνατά σου για να το κερδίσεις. 

Εξάλλου, αν το δούμε και πιο γενικευμένα, τα πάντα στη ζωή εμπεριέχουν μια δόση ρίσκου και οι άνθρωποι οφείλουν να κυνηγούν όσα τους κάνουν χαρούμενους. Για εμένα αυτή είναι η συγγραφή. Ανέκαθεν ήταν. Είναι κάτι που μου προσφέρει ευτυχία σαν να εκπληρώνω κάποιον σκοπό μου ή να απαντώ σε ένα μυστηριώδες κάλεσμα μόνο για εμένα. 

Η συγγραφή είναι ένα ταξίδι, αφού όπως είπε και ο τρανός Τζωρτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν: Ένας αναγνώστης ζει χιλιάδες ζωές προτού πεθάνει. Ένας άνθρωπος που δεν διαβάζει, ζει μονάχα μια. Πιστεύω ότι το ίδιο συμβαίνει και με έναν συγγραφέα, έναν δημιουργό που έχει μετουσιωθεί σε δεκάδες ήρωες και που έχει ζήσει σε αμέτρητους κόσμους και έχει πλάσει τις ιστορίες εκείνες που συναρπάζουν την καρδιά του.     
Μπορείς να μας σκιαγραφήσεις λίγο τους βασικούς χαρακτήρες από τα έργα σου;

Ως συγγραφέας αγαπώ να δίνω με την πένα μου ζωή σε χαρακτήρες σκοτεινούς και απρόβλεπτους, ανυπότακτους και θαρραλέους, σε αντί-ήρωες που βαδίζουν στην γκρίζα ζώνη, που ισορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Γοητεύομαι από τους πρωταγωνιστές των ιστοριών που έχουν να πουν κάτι πέρα από τα πληκτικά και τετριμμένα, που δεν καταλαβαίνουν από νόμους και όρια, αλλά τα αμφισβητούν και χαράσσουν το δικό τους μονοπάτι. Όπου και αν τους βγάλει. 

Στην πράξη μου αρέσει να αντλώ την έμπνευση και τις αναφορές μου από διαφορετικές δημιουργίες, από αντικρουόμενα, αλλά εξίσου ενδιαφέροντα πράγματα. Έχοντας διαβάσει πολύ εφηβική λογοτεχνία φαντασίας έχω αναπτύξει, προφανώς, ορισμένα πρότυπα και συνήθειες όσον αφορά την γραφή και την γενικότερη πλοκή μιας ιστορίας. Παράλληλα, όμως, έχω κουραστεί με τους στερεοτυπικά τέλειους, αγαθούς και ενάρετους ήρωες που υπάρχουν παντού πλέον. Παθιάζομαι πολύ περισσότερο με τους αντί-ήρωες, οι οποίοι είναι μάλλον και ο κοινός παρονομαστής που καθιστά σειρές όπως το: Βreaking Bad, Ozark, Bojack Horseman, Narcos, Game of Thrones, κλπ. αγαπημένες μου. 

Όταν, λοιπόν, θέλω να πλάσω έναν νέο χαρακτήρα σκέφτομαι μεν την ιστορία μου έτσι ώστε αυτή να κυμαίνεται στα γνώριμα και αγαπημένα πλαίσια των YA μυθιστορημάτων, αλλά δεν μένω εκεί. Φαντάζομαι πώς θα εξελισσόταν το πράγμα εάν η στερεοτυπική και πλέον βαρετή-του-θανατά ηρωίδα αντικαθίστατο από κάποια πολύ πιο ενδιαφέρουσα, από μια δολοφόνο του Ταραντίνο, ας πούμε. Αφού το φανταστώ, προσπαθώ να το γράψω...

Τι είναι για σένα το blogging και ποια η εμπειρία σου από αυτό.

Το Blogging είναι μια νέα, συναρπαστική εμπειρία για εμένα. Στο παρελθόν δεν είχα καταπιαστεί με τίποτα παρόμοιο και το πιθανότερο είναι ότι ακόμα και σήμερα δεν θα είχα πάρει αυτή την πρωτοβουλία μόνη μου. Αισθάνομαι, λοιπόν, τυχερή που μέσω του Wattpad μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω κάποιους πολύ ξεχωριστούς ανθρώπους με αγάπη για την συγγραφή, με ενθουσιασμό, μεράκι, δημιουργικότητα και ιδέες, πολλές, πολλές όμορφες ιδέες. Οι νέοι, αυτοί φίλοι, έχουν γίνει οι συνοδοιπόροι μου τόσο στην γραφή, όσο και στο Blogging. Νιώθω, όμως, ότι έχουν γίνει και κάτι περισσότερο από αυτό. Μια κινητήριος δύναμη που με πηγαίνει παραπέρα. Είτε το ξέρουν, είτε όχι. 

Δώσε μας μια εικόνα από τις δικτυακές σου ενασχολήσεις

Νομίζω ότι το 70% στην διαδικασία της συγγραφικής δημιουργίας είναι η ατελείωτη και δίχως έλεος κωλυσιεργία στο διαδίκτυο. Ας πάρουμε όλοι μια βαθιά ανάσα και ας το παραδεχτούμε: Προσπαθώντας να γράψουμε συχνά καταφεύγουμε σε παράπλευρες διαδικτυακές οδούς, χαζεύουμε, ερευνούμε, ξεκουραζόμαστε κλπ. Τι; Μόνο εγώ είμαι που το κάνω; Ψεύδεστε, αλλά ας είναι. Προσωπικά καταλήγω πάντοτε σε μέρη όπως το Pinterest, το Netflix, το YouTube και το Goodreads. Και δεν ντρέπομαι για αυτό. Κι ας καθυστερώ στο γράψιμο, κι ας είμαι λιγότερο συνεπής και παραγωγική και αποτελεσματική και... Βασικά, ξέρετε κάτι; Τώρα που τα αναριθμώ ντρέπομαι λίγο. Πρέπει να επικεντρώνομαι πιο πολύ στο αναθεματισμένο το Word. 


Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την Svetlin Lothrak για το άνοιγμα της καρδιάς τhw και να τhw ευχηθούμε καλή συνέχεια σε κάθε δημιουργικό τhw βήμα
Επίσης να ενημερώσουμε ότι όλα τα links για τους δικτυακούς της  τόπους θα τα βρείτε στην προσωπική της σελίδα στο blog.

Η διαχείριση του Blog

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Φθηνό σινεμά










Κόρες διεσταλμένες, μισάνοιχτα χείλη 
σαν ανθοί ροδωνιάς να κοιτούν αποσβολωμένα τη ζουμερή κοπέλα που κάθε βραδιά φιλοξενούσε στα μεταξωτά σεντόνια 
ηδονικές ανάσες στιβαρών κορμιών.
Κι εγώ απλός παρατηρητής σε ένα σενάριο ξενικό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μου δίχως εισιτήριο. 
Πρεμιέρα, πρώτη θέση προβολής!
Η μορφή σου αλλάζει όψη στη θέαση εκείνης.
Εκείνης..
Ο τρόπος που την κοιτάς απερίγραπτος. 
Η ματιά σου να ταξιδεύει στο κορμί της, κάνοντας στάσεις ανά τακτά διαστήματα σε κάθε ποθητό σημείο της ακάλυπτης θηλυκότητας της.
Για μια στιγμή ευχήθηκα να ήμουν τυφλή .
Λιγότερο θα πονούσε η μαχαιριά
στη πληγή που συνεχώς γύριζε γύριζε και έκοβε σε μικρά κομματάκια κάθε ανάμνηση από εσένα, κάθε κομμάτι δικό σου που θα μαρτυρούσε πως κάποτε υπήρξες δικός μου, για μια στιγμή.
Ποσό περίτεχνα χειρίζεσαι συναισθήματα ;
Αισθήματα ; 
Λάθος λήμμα.
Ανθρώπους ήθελα να πω.
Με συγχωρείς .
Ανθρώπους..
Άραγε έχεις ιδέα από ανθρώπους;
Η ξενάγηση που τελειωμό δεν έχει συνεχίζεται απροκάλυπτα.
Η αναψοκοκκινισμένη σου δίψα πλέον είναι εμφανής. Με ένα βλέμμα και ένα νεύμα ανταπόκρισης χάνεσαι ξαφνικά.
Ακολουθώ τη μορφή σου βιαστική να κατευθύνεται στα μαρμάρινα σκαλιά της εισόδου.
Το παράθυρο ανοίγει διάπλατα σαν να θέλει να υποδεχτεί τους θεατές του.
Το βαρύ σώμα καλύπτει τη μικροσκοπική φιγούρα της ξανθής κοπέλας αφήνοντας τη σκιά της να πάλλεται ρυθμικά . Στηριγμένος στην άκρη του τοίχου με το ένα χέρι να απελευθερώνει κάθε ύφασμα από το στητό κορμί της και το άλλο να τραβάει ελαφρώς τα πλούσια σγουρά μαλλιά της, άφησε μια πνιχτή κραυγή να βγεί από τα δυο του χείλη. Ο ανδρισμός του κόντευε να εκτοξευτεί από στιγμή σε στιγμή. Η γλώσσα του ξεκίνησε το δικό της παιχνίδι διεκδίκησης, μουτζουρώνοντας το φθηνό κόκκινο κραγιόν γύρω από τα ζουμερά χείλη της, δαγκώνοντας τα άλλοτε ελαφρά και άλλοτε άγρια. Αντιλαμβάνομενη την ακατανίκητη επιθυμία του, με συνοπτικές διαδικασίες ,αφαίρεσε τη ζώνη του ξεφτισμένου τζιν και με μια κίνηση εκείνος βυθίστηκε μέσα της. Στην αρχή αργά και βασανιστικά μα στη συνέχεια γρήγορα και βίαια γεμίζοντας το δωμάτιο με μικρές εκρήξεις λάβας συνοδευόμενες με καυτές εντάσεις. Ήθελε να της κάνει έρωτα ξανά και ξανά, έτσι όπως το είχε φανταστεί και το ζητούσε όλο του το είναι, μα δεν ήταν κατάλληλες οι περιστάσεις. Ποτέ δε θα ήταν.
Φορώντας βιαστικά τα ρούχα και μαζεύοντας σε μια χαμηλή αλογοουρά τα μακριά μαλλιά της, δίχως να ρίξει ένα τελευταίο συμπονετικό βλέμμα πίσω, άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε. 
Άναψε ένα τσιγάρο και έμεινε βυθισμένος στις σκέψεις του αναπαράγοντας στο μυαλό του αυτό που μόλις πριν λίγο είχε συμβεί.
Δεν πρόσεξε το σαρδόνιο και νικητήριο χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της, καθώς έβγαλε από την τσέπη το διπλωμένο εικοσάρικο που λίγο νωρίτερα της είχε αφήσει.

Ναι, για εκείνη ήταν ένα υγρό βρώμικο εικοσάρικο.

Μα για εκείνον, ήταν κάτι πολύ παραπάνω από μια εφήμερη, ηδονική συνουσία.
Ήταν όλα όσα δεν κατάφερα εγώ να του χαρίσω.
Όσα δε θέλησε ο ίδιος να δεχτεί. Τον έλκυε πάντοτε το απαγορευμένο, μα όχι το αληθινό. Έτρεμε, φοβόταν και μόνο στη σκέψη.

Όσο για εμένα, για εμένα ήταν..


Λίγη σημασία έχει πια..

Να μιλώ η να σιωπώ ;

Έχω ανάγκη να μείνω μόνη..

Αν θέλεις να μάθεις κάτι είναι..




πως δεν πηγαίνω σινεμά μέχρι σήμερα..




Κ.Χ


Aπό τις μικρού μήκους ιστορίες της "Ζωής...λεγόμενα"


















I will love you 'til the end of time..


Δημοφιλείς αναρτήσεις τελευταίου μήνα