" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Γράφει η Αικατερίνη Χριστοδούλου Η λησμονιά Το χέρι τείνει η λησμονιά απ’ άκρη σ’ άκρη ταίρι ψάχνει μοναχή μες του κοσμάκη την Ιθάκη Κι όταν ξέπνοη δεχτεί τ’ αεράκι της προσμονής αγκυροβολεί στου ύδατος τη φόρα Άρωμα πεθυμιάς σαλεύει μέθυσος γνώριμος πικραμυγδαλιάς βλαστάρι δέρνει και ξεγυμνώνει του χρόνου τα λεπτά σκαριά Ανεμοδαρμένο βαπόρι απ’ της αλμύρας τη λύσσα σέρνει να ξεδιψάσει της προδοσιάς την πίκρα