Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Γράφει η Αικατερίνη Χριστοδούλου Η λησμονιά Το χέρι τείνει η λησμονιά απ’ άκρη σ’ άκρη ταίρι ψάχνει μοναχή μες του κοσμάκη την Ιθάκη Κι όταν ξέπνοη δεχτεί τ’ αεράκι της προσμονής αγκυροβολεί στου ύδατος τη φόρα Άρωμα πεθυμιάς σαλεύει μέθυσος γνώριμος πικραμυγδαλιάς βλαστάρι δέρνει και ξεγυμνώνει του χρόνου τα λεπτά σκαριά Ανεμοδαρμένο βαπόρι απ’ της αλμύρας τη λύσσα σέρνει να ξεδιψάσει της προδοσιάς την πίκρα