"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
Γράφει η Αικατερίνη Χριστοδούλου Η λησμονιά Το χέρι τείνει η λησμονιά απ’ άκρη σ’ άκρη ταίρι ψάχνει μοναχή μες του κοσμάκη την Ιθάκη Κι όταν ξέπνοη δεχτεί τ’ αεράκι της προσμονής αγκυροβολεί στου ύδατος τη φόρα Άρωμα πεθυμιάς σαλεύει μέθυσος γνώριμος πικραμυγδαλιάς βλαστάρι δέρνει και ξεγυμνώνει του χρόνου τα λεπτά σκαριά Ανεμοδαρμένο βαπόρι απ’ της αλμύρας τη λύσσα σέρνει να ξεδιψάσει της προδοσιάς την πίκρα