Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Βία κατά των γυναικών. Έχουμε φτιάξει μία ημέρα και γι' αυτό, όπως και για όλα όσα μας πονούν κατά βάθος και ορίζουμε μία επέτειο για να τα θυμόμαστε, λες και τις υπόλοιπες μέρες του έτους τα ξεχνάμε. Μόνο που δε μας αφήνουν να τα ξεχνάμε. Δε μας αφήνουν τα στερεότυπα με τα οποία ακόμη μεγαλώνουμε τις κόρες μας, σκουριασμένα αλλά ανθεκτικά γιατί είναι φτιαγμένα από σίδερο. Δε μας αφήνει το αφεντικό στη δουλειά, που ακόμη δε μας πληρώνει ισότιμα γιατί η δουλειά μας δε θα είναι ποτέ εξίσου αξιόλογη και αποδοτική με αυτή των αντρών συναδέλφων, οι οποίοι στο τέλος της ημέρας θα επιστρέψουν στο σπίτι για να απολαύσουν το φαγητό που η επίσης εργαζόμενη σύντροφος μαγείρεψε, για να βρουν τα παιδιά διαβασμένα, ταϊσμένα, έτοιμα για ύπνο. Παρωχημένο και αστείο σήμερα το τραγούδι της Μαίρης Παναγιωταρά; Μμμμ... Ίσως όχι και τόσο. Δε θα είσαι ποτέ αρκετά καλή, αρκετά "καθαρή" για τις θρησκείες που στον βωμό τους δέχθηκαν να χυθεί άπλετο αίμα σε πολέμους που ευλόγησαν, αλλά το δικό...