"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
Ήταν Μεγάλο Σάββατο βράδυ, λίγο πριν την Ανάσταση στην ενορία τού Αγίου Κωνσταντίνου. Η μητέρα είχε φύγει από νωρίς μαζί με την Χαρά. Είναι λίγο περίεργο το φετινό Πάσχα. Για την ακρίβεια… άκουσα τη μητέρα να λέει στο τηλέφωνο πως διανύουμε κι εμείς στο σπίτι ένα Πάσχα, είπε πως νιώθει να ανεβαίνει έναν Γολγοθά σαν εκείνον του Χριστού μας. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Η μητέρα δεν κουβαλούσε κάποιον σταυρό στην πλάτη της, ούτε κάποια τάβλα από εκείνες που έβαφε ο πατέρας. Ούτε καν κάποιο μικρό κομμάτι ξύλου. Αλλά ακόμη κι αν κουβαλούσε κάποιο μικρό κομμάτι ξύλου, θα μπορούσε να το σηκώσει με το χέρι της. Ή να το φυσήξει από πάνω της σαν τις ευχούλες που μας γεμίζουν με χνούδια την άνοιξη απ’ το μεγάλο παρτέρι τής αυλής. Ίσως ο πατέρας να καταλάβαινε τι εννοούσε η μητέρα, οι μεγάλοι μιλάνε κάποιες φορές μία γλώσσα που εμείς δεν καταλαβαίνουμε. Είναι πολύ πολύπλοκη. Όμως ο πατέρας φέτος δε θα μπορούσε να μου εξηγήσει τι εννοούσε η μητέρα με τον Γολγοθά της. Η μητέρα μιλούσε στα κρυφά. ...