Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτέμβριος, 2023
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

ΈΝΑ ΤΑΓΚΟ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ (Διήγημα της Ελευθερίας Καλογνωμά)

                                                                                                          Η καθημερινότητά του είχε γίνει ίδια κι απαράλλαχτη και το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν πως αυτή η καθημερινότητα ήταν ακριβώς έτσι και για όλους τους υπόλοιπους. Τους γνωστούς και τους ξένους. Τους γείτονες, τους συνεργάτες, τους φίλους, τους συγγενείς. Μαύρα τα νέα στην τηλεόραση και τι σημασία είχε αν η μέρα έξω ήταν ανοιξιάτικη; Τίποτα δεν άνθιζε πια στις ψυχές των ανθρώπων . «...

'Hταν άραγε..αγάπη;

  Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη Δεν ήταν κάτι μεγαλειώδες, κάθε άλλο. Τέσσερις τοίχοι και μια ξύλινη πόρτα. Ένα μικρό μπαλκονάκι, κι ένα σιδερένιο κρεβάτι καταμεσής με θέα τα αστέρια. Έτσι το έβλεπαν. Έτσι το ένιωθαν. Η σοφίτα.. Ήδη, από την πρώτη στιγμή η ζεστασιά και η οικειότητα που προσέφερε, έδινε μια άλλη νότα, διαφορετική, αλλιώτικη στην όλη ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Η φωλιά του έρωτα τους. Η δίκη τους κρυψώνα από όλους και από όλα. Από την πρώτη ανάσα τους μέχρι και την τελευταία στάλα ιδρώτα στα σεντόνια. Από την πρώτη αγκαλιά, το πρώτο φιλί, την πρώτη επαφή.  Αυτό ήταν. Τρία σκαλιά δρόμος και μπροστά τους άνοιγε ο παράδεισος. Ο δικός τους παράδεισος, όπως τον αποκαλούσαν.  Οι μέρες περνούσαν, οι μήνες, τα χρόνια κι ακόμη στεκόταν στο ίδιο σημείο σαν πρώτα, να αγναντεύει το μέρος που φιλοξένησε την αγάπη τους. Ήταν άραγε αγάπη; Δυο δάκρυα και ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη ήταν αρκετά για να την επαναφέρουν στην πραγματικότητα.  Το φως τρεμόσβηνε πίσω απ...