Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτέμβριος, 2023
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

ΈΝΑ ΤΑΓΚΟ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ (Διήγημα της Ελευθερίας Καλογνωμά)

                                                                                                          Η καθημερινότητά του είχε γίνει ίδια κι απαράλλαχτη και το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν πως αυτή η καθημερινότητα ήταν ακριβώς έτσι και για όλους τους υπόλοιπους. Τους γνωστούς και τους ξένους. Τους γείτονες, τους συνεργάτες, τους φίλους, τους συγγενείς. Μαύρα τα νέα στην τηλεόραση και τι σημασία είχε αν η μέρα έξω ήταν ανοιξιάτικη; Τίποτα δεν άνθιζε πια στις ψυχές των ανθρώπων . «...

'Hταν άραγε..αγάπη;

  Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη Δεν ήταν κάτι μεγαλειώδες, κάθε άλλο. Τέσσερις τοίχοι και μια ξύλινη πόρτα. Ένα μικρό μπαλκονάκι, κι ένα σιδερένιο κρεβάτι καταμεσής με θέα τα αστέρια. Έτσι το έβλεπαν. Έτσι το ένιωθαν. Η σοφίτα.. Ήδη, από την πρώτη στιγμή η ζεστασιά και η οικειότητα που προσέφερε, έδινε μια άλλη νότα, διαφορετική, αλλιώτικη στην όλη ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Η φωλιά του έρωτα τους. Η δίκη τους κρυψώνα από όλους και από όλα. Από την πρώτη ανάσα τους μέχρι και την τελευταία στάλα ιδρώτα στα σεντόνια. Από την πρώτη αγκαλιά, το πρώτο φιλί, την πρώτη επαφή.  Αυτό ήταν. Τρία σκαλιά δρόμος και μπροστά τους άνοιγε ο παράδεισος. Ο δικός τους παράδεισος, όπως τον αποκαλούσαν.  Οι μέρες περνούσαν, οι μήνες, τα χρόνια κι ακόμη στεκόταν στο ίδιο σημείο σαν πρώτα, να αγναντεύει το μέρος που φιλοξένησε την αγάπη τους. Ήταν άραγε αγάπη; Δυο δάκρυα και ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη ήταν αρκετά για να την επαναφέρουν στην πραγματικότητα.  Το φως τρεμόσβηνε πίσω απ...