Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
1. Σε ποιο λογοτεχνικό είδος έχεις αδυναμία σαν αναγνώστρια; Λατρεύω το καλό κοινωνικό μυθιστόρημα. Αυτό που έχει δράση, έρωτα, ανατροπές ενώ ταυτόχρονα περνάει ένα ηχηρό μήνυμα. Όταν συνδυάζεται και με ένα ιστορικό background , πιστεύω, απογειώνεται. Μάλιστα, τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα διαδραματίζονται περασμένους αιώνες. 2. Αν έπρεπε να ξεχωρίσεις έναν από τους ήρωες των βιβλίων σου, ποιος θα ήταν αυτός και για ποιο λόγο; Είναι λίγο περίπλοκο καθώς υπεραγαπάω όλους μου τους ήρωες εξίσου. Αν ξεχώριζα κάποιον από το «Σαν πέφτει η Αυλαία» θα ήταν η Μόνικα. Πρόκειται για μια κοπέλα που αγωνίζεται ολομόναχη χωρίς την στήριξη κανενός. Είδε την οικογένεια της να πεθαίνει μπροστά στα μάτια της, παράτησε όσα πίστευε την ολοκλήρωναν προκειμένου να βιοποριστεί, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της να εξιλεωθεί στα φαντάσματα του παρελθόντος. Προσωπικά, απόλαυσα την συντροφιά της όσο έγραφα το βιβλίο αυτό. Είχε χιούμορ, νάζι, μπρίο...