"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ Εγώ ποτέ δε μίσησα τους ανθρώπους. Εκείνοι μισούσαν εμένα. Εκείνοι γελούσαν σε βάρος μου. Εκείνοι με εγκατέλειψαν. Το Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες μου είχε τραβήξει εδώ και καιρό την προσοχή. Αφού η αγαπημένη Ιουλία μου το δάνεισε, το άρχισα αμέσως και με δύναμη ψυχής κατάφερα να το ολοκληρώσω σε μια βδομάδα. Είναι από τα βιβλία που μόλις το ανοίξεις δεν μπορείς να το αφήσεις κάτω, αλλά δεν ήθελα να το αποχωριστώ αμέσως. Είμαι από τους αναγνώστες που δεν επιστρέφει σε ολόκληρη την ιστορία, αφού αυτή γίνει κομμάτι μου. Ήθελα λοιπόν να απολαύσω αυτό το θλιμμένο ταξίδι προς την ενηλικίωση, αυτόν τον σκληρό αγώνα επιβίωσης. Ξημερώματα της 30 ης Οκτωβρίου του 1969 βρίσκεται μέσα στα έλη το πτώμα ενός νεαρού. Η τοπική κοινωνία ταράζεται από τον απρόσμενο θάνατο του Τσέις Άντριους και αμέσως ξεκινάνε έρευνες, προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση. Καθώς τα στοιχεία φέρνουν τους αστυνομικούς όλο και πιο κοντά στη θεωρία φόνου, ένα μεγάλο μέρος του...