"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
Δεν είχα παρά να ανοίξω τα μάτια, όμως δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα ή δεν ήθελα; Μερικές φορές ο φόβος και η αβεβαιότητα για το τι θα αντιμετωπίσεις μόλις τα μάτια ανοίξουν, έχουν μια δύναμη απίστευτη. Μπορούν να σε κάνουν να νοιώσεις άρρωστος ή -ακόμα χειρότερα- εγκλωβισμένος. Το ένα μάτι άνοιξε δειλά. Κάπου στο βάθος του μυαλού, προφανώς υπήρχε ένας κόκκος θάρρους, που κατάφερε να βγει στην επιφάνεια και να δώσει την εντολή. Περίεργο! Το άλλο μάτι ακολούθησε και το μυαλό μου πλημύρισε φως. Γύρισα και κοίταξα το ρολόι. Ήταν νωρίς ακόμα. Μόλις 7 το πρωί. Δεν θυμάμαι να έχω ξυπνήσει ποτέ από μόνη μου τέτοια ώρα, εκτός από τότε που πήγαινα σχολείο και θα πηγαίναμε εκδρομή. Τότε σχεδόν δεν κοιμόμουν από το άγχος μου μην μείνω πίσω. Χαμογέλασα στην ανάμνηση και σηκώθηκα. Αφού ξύπνησα, δεν υπήρχε λόγος να παραμένω ξαπλωμένη και να κοιτάζω το ταβάνι. Οι κινήσεις μηχανικές σχεδόν. Πλένω το πρόσωπο, βουρτσίζω τα δόντια, αλλά αποφεύγω να κοιτάξω το είδωλο μου στον...