" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Δεν είχα παρά να ανοίξω τα μάτια, όμως δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα ή δεν ήθελα; Μερικές φορές ο φόβος και η αβεβαιότητα για το τι θα αντιμετωπίσεις μόλις τα μάτια ανοίξουν, έχουν μια δύναμη απίστευτη. Μπορούν να σε κάνουν να νοιώσεις άρρωστος ή -ακόμα χειρότερα- εγκλωβισμένος. Το ένα μάτι άνοιξε δειλά. Κάπου στο βάθος του μυαλού, προφανώς υπήρχε ένας κόκκος θάρρους, που κατάφερε να βγει στην επιφάνεια και να δώσει την εντολή. Περίεργο! Το άλλο μάτι ακολούθησε και το μυαλό μου πλημύρισε φως. Γύρισα και κοίταξα το ρολόι. Ήταν νωρίς ακόμα. Μόλις 7 το πρωί. Δεν θυμάμαι να έχω ξυπνήσει ποτέ από μόνη μου τέτοια ώρα, εκτός από τότε που πήγαινα σχολείο και θα πηγαίναμε εκδρομή. Τότε σχεδόν δεν κοιμόμουν από το άγχος μου μην μείνω πίσω. Χαμογέλασα στην ανάμνηση και σηκώθηκα. Αφού ξύπνησα, δεν υπήρχε λόγος να παραμένω ξαπλωμένη και να κοιτάζω το ταβάνι. Οι κινήσεις μηχανικές σχεδόν. Πλένω το πρόσωπο, βουρτσίζω τα δόντια, αλλά αποφεύγω να κοιτάξω το είδωλο μου στον...