Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ Η φαντασία είναι το αγαπημένο μου είδος και προσπαθώ να διαβάζω όσο μπορώ κάτι από κάθε υποκατηγορία. Το sci fi ωστόσο, δε μου είχε φανεί ποτέ ελκυστικό, τόσο στη λογοτεχνία, όσο και σε ταινίες ή σειρές. Οτιδήποτε έτυχε να βρεθεί στη βιβλιοθήκη μου αγγίζοντας το είδος της επιστημονικής φαντασίας ήταν ένα έργο που συνδύαζε κι άλλες υποκατηγορίες. Αυτή τη φορά όμως, αποφάσισα συνειδητά να ανοιχτώ και σε αυτό το κομμάτι της φαντασίας και ξεκίνησα με το έργο ενός πρωτοεμφανιζόμενου Έλληνα συγγραφέα, διότι αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει. Η Μετοίκηση λοιπόν μας ταξιδεύει στον πλανήτη Άλβιον την ώρα που μια ομάδα περίπου πεντακοσίων ατόμων επιβιβάζεται σε ένα διαστημόπλοιο για να ταξιδέψει στον πλανήτη Ίοντορ. Η ζωή στον Άλβιον είναι εδώ και χρόνια ανυπόφορη, καθώς εξαιτίας βλαβερών ουσιών η επιφάνεια του είναι μη βιώσιμη. Ο κόσμος είναι στρυμωγμένος στα υπόγεια, ενώ η έλλειψη πόρων οδηγεί στην υποχρεωτική εκτέλεση όλων ό...