Custom Menu

Τρίτη 28 Απριλίου 2020

"Με το λεβιέ για εξάρτημα"


Με τον ...Λεβιέ για Εξάρτημα

(Επειδή έχουμε απόλυτη ανάγκη από το γέλιο)

Ευθυμογράφημα του Γιάννη Πιταροκοίλη






-Που πάμε από εδώ βρε Χρήστο μου ; δεν βλέπεις την πινακίδα; Αδιέξοδο δείχνει.
-Παραλία μωρό μου, ρομαντικά! Ννα γλεντήσουμε τη μοναξιά μας.
-Για αυτό μ’ έφερες στις ερημιές;
-Εμ τι, για να δοκιμάσω το GPS στο Ρενό;  Δεν έχεις παράπονο, κοίτα! Ηλιοβασίλεμμα και  ερημιά.
-Κοίτα Ομίχλη στο πέλαγος.
-Μαζεύεται τη νύχτα με την υγρασία και φεύγει το πρωί με την ανατολή.
-Χρήστο μου, αγκάλιασέ με, δημιουργία ο έρωτας δεν είναι;
-Μόνο; Ενέχυρο για όμορφες στιγμές, να τώρα που είμαστε μόνοι.
-Εδώ στο αυτοκίνητο; Τολμηρέ μου άντρα!
-Αχ Λιζάκι μανάρι μου, καλό και τ’ αυτοκίνητο να σβήνουν οι φωτιές μας.
-Ναι Χρήστο μου.... 
(βογγητά και σκιές απ τα κορμιά που σμίγουν)

-Έλα αγάπη μου αργείς;
-Εμ φόρα καμιά φούστα κοντή βρε μωρό μου να βολευτούμε. Εσύ μούρθες με τον κορσέ της Κόμησας του Λάνγκερλεφ! Τι να κάνω ο δύσμοιρος;
-Βλέπω και εσένα με το τζιν! Μια ώρα με αυτό το φερμουάρ!
-Μα κοίτα τώρα! Φερμουάρ είπαμε πανάθεμα την Lee μου μέσα, όχι αλυσίδα για την άγκυρα του καραβιού. Σφήνωσε!
-Αχ μη λες τέτοιες λέξεις πρόστυχε άντρα μου!
-Αμ το θέμα δεν είναι να τις λέω μονάχα κούκλα μου αλλά να τις κάνω, βοήθησέ με λίγο να το ανοίξουμε.
-Έλα, Χρήστο μου, εμένα να ανοίξουμε επιβήτορά μου!
-Λιζάκι ακράτητη Μαινάδα! Ετοιμάσου για απογείωση, όλα έτοιμα...
-Άνοιξε το παράθυρο σκάω!
-Και το παράθυρο και τα πόδια σου Λίζα μου.
-Με τρελαίνουν οι προθέσεις σου!
................
-Ουάου η σκληράδα σου Χρήστο μου!
-Βρε μωρό μου, το λεβιέ πιάνεις! Κανόνισε να βγάλεις την ταχύτητα να κάνουμε μπάνιο με τ’ αμάξι..
.........................
-Αχ έτσι σε θέλω νεράιδα μου,  να αστράφτει το κορμάκι σου στο φεγγαρόφωτο. Τι γυναικάρα έχω εγώ ηφαίστειο!
-Ναι Χρήστο μου, αχ πόσο μεγάλο είναι...
-Πάλι το λεβιέ πιάνεις....!
-Αχ είπα και εγώ...!
-Δεν το συνεχίζω, με θίγεις και θα κοπώ.
-Μμμμμ άντρα μου το βελούδο σου με τρελαίνει!
-Εμ  μόνο εσείς αποτρίχωση; Και εμείς τώρα. Τι; σαν το πουλί του παππού Ανάργυρου που ‘ναι σαν την κόμη του Μωυσή;
-Μ’ ανάβει το λουκ σου εκεί κάτω.
-Ήθελα νάξερα που το βλέπεις με τόσο έρεβος βρε Λιζάκι.
-Το νιώθω άντρα μου παντού. Και το μπικίνι σου Χρήστο μου;
-Ναι καρδιά μου ναι! Είπα να σου κάνω εκπλήξεις.
-Χρήστο μου μήπως έχεις διπλή σεξουαλικότητα;
-Πωπω βρε Λιζάκι τώρα θα τον αναλύσουμε τον Φρόυντ; 
-Μια ερώτηση έκανα μωρό μου.
-Άλλα είναι να κάνεις με τα χείλη σου άγγελέ μου.
...........
-Φεύγω μωρό μου, με τρελαίνεις!
-Τον καθρέφτη πρόσεχε Λίζα μου! Με το κεφάλι σου πάνω κάτω, θα γυρίσουμε στραβοί...
(Θόρυβος ξαφνικός από μέσα.....)
-Τι είναι αυτό Χρήστο;
-Μη δίνεις σημασία κορμάρα μου, δουλειά σου εσύ, αλλά τα πόδια σου! Είναι κι ατελείωτα ! Άνοιξες τον κλιματισμό....
-Μην με κόβεις με τον κλιματισμό σου, έλα ! Με τρελαίνεις !
-Πάμε φρεγάτα μου ! Δουλειά σου !
-Αχ βρε Χρήστο τι τρίζει έτσι πια ;
-Τα ρημάδια τα αμορτισέρ, θα τ’ αλλάξω. Άστο τώρα και είμαστε για την κορυφή !
-Κορυφή Χρήστο μου !
-Ναι Λίζα μου !
-Έρχομαι άντρα μου ! Πιο βαθιά... πιο γρήγορα
-Μέχρι τα ...έγκατα της φωτιάς σου γυναικάρα μου !

(Θόρυβος τριξίματα έξω από το αυτοκίνητο)

-Λίζα !
-Αχ όχι τώρα μωρό μου! 
-Λίζααα!
-Μη τώρα Χρήστο μουουουου, τελειώνω, λίγο ακόμα, μη σταματάς, τι είναι πια!
-Άσχετο, ο Σκύλος στο καπό που μας παίρνει μάτι Λαμπραντόρ δεν είναι;
-Όχι πάνω στο καλύτερο ρε Χρήστο!!! Όχιιιιιι...

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Γνωρίστε τον Γιώργο Δερβεντλή

Το "Ονείρων Πένες" συνεχίζει να ανοίγει τις πόρτες του στους αναγνώστες του. Σκοπός μας πρωταρχικός να γνωρίσετε τα μέλη της λογοτεχνικής μας ομάδας. 
Στα πλαίσια αυτά έχουμε ήδη ξεκινήσει, τη διαδικασία μιας μικρής συνέντευξης μέσα από την οποία, τα μέλη της ομάδας και συντάκτες του blog παρουσιάζουν βασικές πτυχές από τις σκέψεις και τα βιώματά τους από την μέχρι τώρα εμπειρία τους στον κόσμο της λογοτεχνίας και της ποίησης.

Εκτός λοιπόν από τις προσωπικές σελίδες που υπάρχουν στο blog για το κάθε μέλος, στις οποίες μπορείτε να διαβάσετε τα βιογραφικά τους αλλά και την βιβλιογραφία τους, μπορείτε και μέσα από αυτές τις συνεντεύξεις να μάθετε περισσότερα πράγματα πάνω σε αυτούς για την αγάπη τους και το μεράκι τους στην τέχνη του λόγου.


Συνεχίζουμε λοιπόν σήμερα με το 10ο μέλος της λογοτεχνικής μας ομάδας:

Γνωρίστε τον Γιώργο Δερβεντλή


Ερωτήσεις παρουσίασης

Ποια εσωτερική ανάγκη ή τι άλλο σε ώθησε να γράφεις και ποια μηνύματα τυχόν θα ήθελες να περάσεις μέσα απ τη γραφή σου;

Από μικρή ηλικία μου άρεσε να σκαρώνω ιστορίες επηρεασμένος απ’ τις ταινίες φαντασίας που έβλεπα όπως φυσικά και απ’ τα ανάλογα βιβλία. Ο λεγόμενος ονειροπόλος. Φυσικά και δεν τις κατέγραφα, κάτι που μετανιώνω τώρα, όμως η σπίθα υπήρχε. Δεν θέλω να περάσω κάτι απ’ τη γραφή μου και πιστεύω πως δεν ξεκινάς να γράφεις έχοντας αυτό κατά νου, προσπαθώ να γράφω για πράγματα που μ’ αρέσουν και για πράγματα που μ’ απασχολούν. 

Ποιο λογοτεχνικό είδος σου αρέσει περισσότερο και γιατί όπως επίσης αν θα ήθελες να πειραματιστείς και με κάτι διαφορετικό.

Λατρεύω την λογοτεχνία φαντασίας-τρόμου όπως και την αστυνομική λογοτεχνία και αυτό το είδος προωθώ μέσω των γραπτών μου. Φυσικά με όλες τις υποκατηγορίες τους. Ξεχωριστά η λογοτεχνία φαντασίας και τρόμου μ’ αρέσει διότι με ταξιδεύει σε μαγικούς κόσμους που μπορεί και να βρίσκονται λίγο παρακάτω απ’ το σπίτι μου. Τον προηγούμενο χρόνο έγραψα ένα παραμύθι και τώρα βρίσκεται στα τελικά στάδια προετοιμασίας και επιμέλειας. Όχι και τόσο διαφορετικό μιας και ανήκει στην κατηγορία της φαντασίας. 



Δώσε μας μια γενική εικόνα για το συγγραφικό σου έργο μέχρι στιγμής

Μέχρι στιγμής έχω γράψει και εκδώσει δύο βιβλία. Μια κοινωνική περιπέτεια που βγήκε πριν δύο χρόνια, «Ο χορός μιας μοναχικής καρδιάς» και μια ιστορία φαντασίας που είχα γράψει το 2013 και επανεκδόθηκε πριν ένα χρόνο, το «Η ελευθερία στο κλουβί». 

Μίλησέ μας για την προσωπική σου εμπειρία στο γράψιμο ενός έργου. Την πηγή έμπνευσης, το βαθμό δυσκολίας, τα συναισθήματά σου.

Προσωπικά μου αρέσει να ζω μέσα στο έργο, να το ζω και να το αισθάνομαι. Πηγή έμπνευσης για μένα είναι η καθημερινές εικόνες, τα βιώματα, τα όνειρα, όλα μπολιασμένα με άφθονες δόσεις φαντασίας. Κάποιες ιστορίες βγαίνουν αβίαστα και πραγματικά δε με ζορίζουν. Ο «Χορός» όμως ήταν μια ιστορία που με ταλαιπώρησε αρκετά, λόγω του περιεχομένου.
Μπορείς να μας σκιαγραφήσεις λίγο τους βασικούς χαρακτήρες από τα έργα σου;

Όλοι οι χαρακτήρες απ’ τα έργα μου φυσικά έχουν πολλά κοινά σημεία με μένα. Στον τρόπο που θα λύσουν κάποια υπόθεση, στον τρόπο που θα μιλήσουν και που θα περπατήσουν. Την κάθε περσόνα του εαυτού μου προσπαθώ να την προσαρμόζω στα έργα μου. Είτε είναι ένας αναρχικός της διπλανής πόρτας, είτε είναι κάποιος προηγμένος ντετέκτιβ, είτε είναι μια γυναίκα στα δίχτυα του τρόμου.

Τι είναι για σένα το blogging και ποια η εμπειρία σου από αυτό.

Το blogging ήρθε στην ζωή μου πριν δύο χρόνια. Ήταν μια ανάγκη για να ξεχαστώ απ’ το βάρος του «χορού» και μια ανάγκη να απεγκλωβίσω τις ιστορίες που ήθελα να πω. Είναι μια τρομερή εμπειρία διότι μπορεί να βρεις ανθρώπους που εκτιμούν αυτά που γράφεις και εγώ με την σειρά μου ανακάλυψα blogs που αξίζουν την προσοχή και την ανάγνωση.

Δώσε μας μια εικόνα από τις δικτυακές σου ενασχολήσεις

Οι δικτυακές ενασχολήσεις μου περιορίζονται στο blogging μέσω του δικού μου και ενός συλλογικού και σε μια ομάδα συγγραφής στο fb. Ελάχιστα ασχολούμαι και με τα urnovl και wattpad.


Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Γιώργο Δερβεντλή για το άνοιγμα της καρδιάς του και να του ευχηθούμε καλή συνέχεια σε κάθε δημιουργικό του βήμα
Επίσης να ενημερώσουμε ότι όλα τα links για τους δικτυακούς του τόπους θα τα βρείτε στην προσωπική του σελίδα στο blog.

Η διαχείριση του Blog

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Κορνίζα από..αναμνήσεις





Ανεπαίσθητες ακτίνες φωτός, εισχωρούν μέσα από τις γρίλιες του παραθύρου στο μικρό νεοκλασικό. Με δύο μορφασμούς, η Ολίβια, ενοχλημένη από το ξαφνικό ξύπνημα, σάλεψε μέσα από τα λευκά κλινοσκεπάσματα του ξύλινου κρεβατιού της. 
Ήταν ήδη περασμένες τρεις, μα τι σημασία είχε. Η μεριά του, πάντοτε άδεια έστεκε δίπλα της. 
Δεν είχε καταφέρει ακόμη να συνηθίσει την απουσία του. Η μήπως δεν το επεδίωκε ;
Κι αυτή η εβδομάδα κύλησε αργά και βασανιστικά για την ίδια. Αναπήδησε στις μύτες των ποδιών της και με νωχελικές κινήσεις φόρεσε τη λιλά νυχτικιά της, ανοίγοντας όπως κάθε ημέρα, διάπλατα τα παράθυρα του δωματίου της. 
Ανέπνευσε τον καθαρό αέρα και τη ζεστασιά του χρυσού ήλιου που γέμισε με φως το μικρό αρχοντικό. Με μηχανικές κινήσεις άνοιξε το «μαύρο καλωδιωμένο κουτί» όπως το αποκαλούσε ειρωνικά, και άρχισε να βομβαρδίζεται ξανά και ξανά με νέες εξελίξεις για την πανδημία που ταλάνιζε όλο τον πλανήτη. 
Η καρδιά της σφίχτηκε με τις διαστάσεις που είχε λάβει τούτο το θέμα και με μία κίνηση χαμήλωσε τον ήχο..
Ασυναίσθητα, πλησίασε το μαρμάρινο τζάκι δίπλα της, και εστίασε την προσοχή της στο γείσο του, πάνω στο οποίο δέσποζε μια μπρούτζινη σκαλιστή κορνίζα. 
Την πήρε στα δυο της χέρια και αφού την επεξεργάστηκε με μια αθώα ματιά, πέρασε ελαφρώς ευλαβικά τα λεπτεπίλεπτα δάκτυλα της πάνω από το κρύο τζάμι. 
Ανατρίχιασε στην αφή της κρύας επιφάνειας, μα μέσα στην ψυχή της φώλιαζε ήδη η ζεστασιά του προσώπου που απεικονίζονταν.
Οι αέρινες μορφές δύο νέων ξεπρόβαλαν κάτω από ένα μεγάλο γέρικο πλατάνι μιας εξοχής. Ο νεαρός άνδρας ακουμπισμένος στο κορμό του ροζιασμένου δένδρου, έχοντας στην αγκαλιά του μια όμορφη δεσποινίδα ντυμένη με ένα εκρού δαντελένιο φόρεμα, απολάμβαναν μαζί τη συντροφιά ενός βιβλίου. 
Έμοιαζαν πιο ευτυχισμένοι και γαλήνιοι από ποτέ.
Δυο δάκρυα πρόλαβαν να κυλήσουν στο πορσελάνινο πρόσωπο της.
«Σαν να μην έφυγες ποτέ..» ψέλλισε σιγανά η Ολίβια.
«Σαν να μην έφυγες ποτέ, θα ξαναβρεθούμε και πάλι, όπως πρώτα, εγώ κι εσύ, σαν μια γροθιά δεμένοι, να κυλιστούμε και να ξεχυθούμε στα πολύχρωμα χρώματα της ζωής. 
Με την υπόσχεση που έχουμε κρατήσει..πως ό, τι κι αν συμβεί, θα είμαστε πάντα ο ένας δίπλα στον άλλον..ακόμη και όταν θα είμαστε χώρια..Σ'αγαπώ Τζόναθαν, σ'αγαπώ..».
Κ.Χ









Από τις μικρού μήκους ιστορίες της "Ζωής..λεγόμενα"



Inside these pages you just hold me
and I won't ever let you go..
Wait for me to come home...

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

ΠΟΥΛΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ 


Μικρά Ασία, 1270


«Έλα, έλα όποιος κι αν είσαι,
Περιπλανώμενε, ειδωλολάτρη, λάτρη της φωτιάς,
Έλα κι ας πάτησες τους όρκους σου χιλιάδες φορές,
Έλα κι έλα ξανά,
Το δικό μας δεν είναι καραβάνι απελπισίας».

Αυτό ήταν το κάλεσμα των Μεβλεβίδων, ενός μυστικιστικού τάγματος με έδρα το Ικόνιο, την πρωτεύουσα του Σελτζουκικού σουλτανάτου της Ανατολίας. Ιδρυτής ήταν ο Τζαλάλ άντ’ Ντιν Μουχάμμαντ Μπαλχί, γνωστός ως Τζελαλαντίν Ρούμι. Γεννήθηκε στο Μπαλχ από γονείς που μιλούσαν περσικά και μεγαλώνοντας επηρεάστηκε έντονα από τον σουφισμό που άνθιζε στην περιοχή πέρα των ορίων της Περσίας. Ήταν μάλιστα μαθητής του μεγάλου, σούφι ποιητή Άτταρ, από τον οποίο διδάχτηκε όλα όσα μετέφερε στην Ανατολία, όταν κατέφτασε το 1217.
Η διδαχή του Ρουμί, που έδινε έμφαση στην ενότητα του όλου και στην ταύτιση του θεϊκού έρωτα με τον επίγειο -όπως ίσχυε σε όλους τους σούφι- σε συνδυασμό με την λυρικότητα των ποιημάτων του, προσέλκυε πιστούς από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας, με σκοπό να γίνουν μέλη του τάγματος του.
Ένας από τους επίδοξους μαθητές ήταν και ο Γκιουντούζ, ένας φτωχός εικοσάχρονος που παράτησε την ζωή του στο Εσκίσεχιρ, αναζητώντας κάτι καλύτερο στην πρωτεύουσα. Φτάνοντας στο Ικόνιο, έμαθε για τον μέγα, σούφι διδάσκαλο κι έτσι πήρε την απόφαση να προσεγγίσει αυτόν και την ομάδα του, ώστε να πάρει λίγη από την σοφία τους.
Αφού τακτοποιήθηκε όπως όπως σε ένα πανδοχείο, το οποίο ακόμα δεν ήξερε πώς να πληρώσει, πήρε τον δρόμο για το σπίτι του Ρουμί. Διέσχισε τα σοκάκια του Ικονίου την ώρα της πρωινής προσευχής, καθώς οι αδύναμες ακτίνες του ήλιου έκαναν την εμφάνιση τους και η τραγουδιστή φωνή του Μουεζίνη αντηχούσε στην πόλη καλώντας τους πιστούς να προσχωρήσουν στο τζαμί.
Ο Γκιουντούζ δεν σκόπευε να πάει στην προσευχή καταβεβλημένος από τον ενθουσιασμό του να γνωρίσει έναν τόσο σημαντικό άντρα. Όταν όμως άκουσε τον ψαλμό του Μουεζίνη να σκίζει τα πορτοκαλί σύννεφα, δεν μπόρεσε να μείνει μακριά από το τζαμί.
Έτρεξε γρήγορα στο τέμενος και με την ίδια ταχύτητα έπλυνε τα άκρα, το πρόσωπο και το στόμα του πριν μπει ξυπόλητος στον ιερό χώρο. Η νευρικότητα του ήταν φανερή σε κάθε του κίνηση, καθώς και στο ότι για να φτάσει μέχρι το σημείο προσευχής, ποδοπάτησε πολλούς γέρους που πάσχιζαν να ολοκληρώσουν την διαδρομή. Οι περισσότεροι τον επέπληξαν και έκριναν την ανατροφή του, γιατί μόνο ένας ανάγωγος θα μπορούσε να δείξει τόση ασέβεια στην τρίτη ηλικία.
Όταν τελείωσε η προσευχή, ο Γκιουντούζ προτίμησε να περιμένει να αδειάσει ο χώρος για να βγει έξω. Ένιωθε ακόμα τα επιθετικά βλέμματα των παππούδων που παραλίγο να ρίξει κάτω, οπότε προτίμησε να ξοδέψει την ενέργεια του σε μικρά ντουά.
Ωστόσο, ένας ποδοπατημένος γέρος ακολούθησε το παράδειγμα του και μόλις έμειναν οι δυο τους, σηκώθηκε και πήγε να γονατίσει δίπλα του. Ήταν επίπονη διαδικασία γιατί είχε περάσει τα εξήντα, εντούτοις έκρυψε τον πόνο της μέσης του για να μην παραμορφωθεί το χαμόγελο του.
«Φαίνεται πως κάποιος βιάζεται να γυρίσει σπίτι του», σχολίασε με τρυφερό τόνο.
«Κάθε άλλο», απάντησε ο Γκιουντούζ. «Σήμερα θα επισκεφτώ τον Ρουμί, τον μεγάλο σούφι. Τον ξέρεις, θείε;»
Ο γέρος ανασήκωσε το ένα του φρύδι και συγκράτησε ένα γελάκι.
«Τον έχω ακουστά. Γιατί θα τον επισκεφτείς, αν επιτρέπεται;»
«Μα για να γίνω μαθητής του! Στην ζωή μου δεν κατάφερα να γίνω απολύτως τίποτα. Εκπαιδεύτηκα από πολλούς μαστόρους για να μάθω μία τέχνη. Ποτέ δεν φάνηκα αρκετά καλός. Πάντα μου άρεσε οι ιστορίες και τα ποιήματα, αλλά οι γονείς μου έλεγαν πως αυτά είναι μόνο για τους πλούσιους».
«Πράγματι», συμφώνησε ο γέρος. «Αυτά είναι μόνο για όσους έχουν πλούτο, αλλά όχι υλικό», έφερε την ροζιασμένη του παλάμη στο στήθος του Γκιουντούζ, εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά του. «Συναισθηματικό πλούτο».
Ο νεαρός χάρηκε με τα λόγια του γέρου.
«Άρα λες ο δάσκαλος να με δεχτεί;»
«Για να μάθεις, πρέπει να ρωτήσεις τον ίδιο».
Ο Γκιουντούζ κατένευσε κι αφού του ζήτησε συγγνώμη για το ποδοπάτημα, έφυγε τρέχοντας για το σπίτι του Ρουμί.
Φτάνοντας στην πέτρινη πόρτα ενός ορθογώνιου οικήματος, συνάντησε δυο μελαχρινούς άντρες, ντυμένους με την μάλλινη φορεσιά των Μεβλεβί· μία άσπρη κελεμπία με ανοιχτό το τελείωμα του κάτω μέρους και κόκκινα φέσια στο κεφάλι.
Οι άντρες που ήταν περίπου δύο δεκαετίες μεγαλύτεροι του, τον κοίταξαν καχύποπτα. Η ρακένδυτη εμφάνιση του και η άγνωστη φυσιογνωμία του δεν τους ενέπνεαν εμπιστοσύνη. Σκέφτηκαν ότι μπορεί να επρόκειτο για κάποιον κλέφτη, ο οποίος θα παρουσίαζε τον εαυτό του ως επαίτη για να μπει στον τεκέ, ώστε να αρπάξει πολύτιμα αντικείμενα, κάτι που είχε ξαναγίνει στο παρελθόν.
«Πήγαινε αλλού να ζητιανέψεις. Μην μολύνεις τον χώρο με την βρωμιά σου».
«Δεν θέλω ελεημοσύνη», αντέδρασε ο Γκιουντούζ. «Αν και κάθε σωστός υπηρέτης του Αλλάχ την οφείλει σε έναν ταλαίπωρο».
«Όταν οι ταλαίπωροι εκμεταλλεύονται τον Αλλάχ για να σουφρώσουν ό,τι γυαλίζει όμως, τότε αυτοί δεν είναι οι σωστοί».
«Δεν θα σας κλέψω. Θέλω μόνο να γνωρίσω τον Ρουμί».
Ο ψηλότερος άντρας ανασήκωσε το φρύδι του και για μια στιγμή θύμισε στον Γκιουντούζ τον γέρο που συνάντησε στο τζαμί. Η έκφραση τους ήταν σχεδόν ίδια, όπως και τα αμυγδαλωτά, μαύρα σαν το κάρβουνο μάτια τους. Ο άλλος γέλασε πνιχτά και ρώτησε τον λόγο που τον έφερε μέχρι τον τεκέ του Ρουμί, κυρίως από περιέργεια.
«Αυτό είναι κάτι που θα συζητήσω με τον ίδιο. Μπορώ να περάσω;»
«Δεν είναι μέσα», απάντησε ο ψηλός άντρας.
Ο Γκιουντούζ δεν τον πίστεψε. Από την αρχή φάνηκαν απρόθυμοι να τον βοηθήσουν. Ήταν σίγουρος λοιπόν ότι του έλεγε ψέματα για να τον απομακρύνει είτε επειδή θεωρούσε ακόμα ότι ήταν ληστής, είτε γιατί τον θεωρούσαν ανάξιο να μιλήσει με τον Ρουμί. Αυτό όμως ήταν κάτι που θα το αποφάσιζε ο ίδιος.
Άρχισε λοιπόν να φωνάζει και να χτυπάει την πόρτα. Οι δυο άντρες τον άρπαξαν από τους ώμους για να τον απομακρύνουν από το κατώφλι προσπαθώντας να τον πείσουν να σωπάσει. Εκείνος όμως συνέχισε να στριγκλίζει το όνομα του δασκάλου, μέχρι που τελικά η πόρτα άνοιξε και τα χείλη του σχημάτισαν ένα πλατύ χαμόγελο.
«Τι φασαρία είναι αυτή;»
Ο Γκιουντούζ σάστισε, καθώς η ερώτηση δεν προήλθε από έναν γηραιό άντρα, που θα μπορούσε να είναι ο Ρουμί. Για την ακρίβεια, δεν αντίκριζε καν άντρα. Μπροστά του έστεκε μια γυναίκα με ροδαλό καφτάνι και φερετζέ κι ένα ζευγάρι σκιστά μάτια στο χρώμα του μελιού.
«Αυτός ο ανάγωγος φταίει», της απάντησε ο ψηλός δίχως να την μαλώνει που βγήκε από το οίκημα. «Αλλά ότι έφευγε».
Αυτή η κουβέντα τον ξύπνησε από τον λήθαργο που τον έριξε το σαγηνευτικό βλέμμα της γυναίκας και έσπρωξε τους δεσμώτες του.
«Δεν πάω πουθενά, αν δεν δω τον Ρουμί».
Η γυναίκα τον περιεργάστηκε με την σειρά της και για μια στιγμή πίστεψε πως θα τον έδιωχνε κι εκείνη. Όταν όμως επέπληξε τους άντρες για την απρεπή συμπεριφορά τους σε έναν φτωχό, υπογραμμίζοντας πως αυτή θα δυσαρεστούσε τον δάσκαλο τους, οι άντρες κατάπιαν όποιες αντιρρήσεις τους απέμειναν και επέτρεψαν στον Γκιουντούζ να περάσει στον τεκέ.
Με την συνοδεία της γυναίκας προχώρησε στο κεντρικό δωμάτιο, το οποίο φωτιζόταν από τα τετράγωνα παράθυρα, που ήταν τοποθετημένα ψηλά. Στην συνέχεια, κάθισαν στα κεχριμπαρί μαξιλάρια και η γυναίκα του σέρβιρε ζεστό τσάι. Το κόκκινο χρώμα τον παρέπεμψε στα αραβικά ροφήματα που εμπορευόταν κατά καιρούς ο πατέρας του και παιδικές αναμνήσεις αναπήδησαν στον νου του χάρις την όψη και την μυρωδιά του τσαγιού.
Η γυναίκα παρατήρησε την ευφορία του κι έπειτα έκανε στην άκρη το πέπλο που κάλυπτε το πρόσωπο της. Αντανακλαστικά, χαμήλωσε το βλέμμα του για να μην την δει.
«Εδώ μέσα είμαστε όλοι αδέρφια. Και η οικογένεια μου μπορεί να με βλέπει».
Εξακολουθούσε να διστάζει, αλλά εφόσον είχε την άδεια της και ήταν αρκετά περίεργος να δώσει πλήρη εικόνα στα μελιά μάτια που του είχαν κόψει την ανάσα, ανασήκωσε δειλά το βλέμμα του.
Τα σαρκώδη χείλη της χόρεψαν εύθυμα και το λευκό της δέρμα ακολούθησε τον ρυθμό, μόλις τα μάτια τους βρέθηκαν στην ίδια ευθεία. Ο Γκιουντούζ από μεριάς του δυσκολευόταν να αντιδράσει, γιατί η ομορφιά της γυναίκας του έκλεψε την μιλιά. Θα πίστευε εύκολα ότι ήταν κάποια νεράιδα της ερήμου, η οποία είχε έρθει στην πόλη για να πονέσει θνητούς με το καρδιοχτύπι που θα τους προξενούσε ένα βλέμμα της.
«Εγώ είμαι η Χαλιμέ», του συστήθηκε. «Εσύ;»
Εκείνος κούνησε γρήγορα το κεφάλι του για να διώξει τις ακραίες σκέψεις και της είπε το όνομα του.
«Ώστε θέλεις να γνωρίσεις τον δάσκαλο».
«Ναι. Είσαι κι εσύ μαθήτρια του;»
«Περίπου», του απάντησε. «Πρέπει να ξέρεις πως πολλοί σούφι επιτρέπουν σε γυναίκες να τους ακολουθούν ή ακόμα και να συμμετέχουν σε ιεροτελεστίες. Ο Ρουμί είναι ένας από αυτούς».
«Για φαντάσου», μουρμούρισε συνεπαρμένος. «Και η οικογένεια σου τι λέει γι’ αυτό;»
Η Χαλιμέ ξεφύσησε και τα μάτια της πνίγηκαν από μια έντονη δόση μελαγχολίας.
«Είμαι ορφανή. Οι γονείς μου με παράτησαν έξω από το σπίτι του Ρουμί. Εκείνος με μεγάλωσε και ποτέ δεν μου φέρθηκε διαφορετικά από τον γιο του».
«Λυπάμαι», αποκρίθηκε ο Γκιουντούζ με ειλικρινή συμπόνια.
«Κι εγώ. Αλλά μετά σκέφτομαι πως ίσως οι γονείς μου να μην μπορούσαν να με μεγαλώσουν και εν τέλει με έσωσαν από μια μίζερη ζωή. Ο Ρουμί άλλωστε ήταν πολύ καλύτερη επιλογή από το να με πουλήσουν σε χαρέμι».
Οι δυο τους συζήτησαν λίγο ακόμα για τις ζωές τους και ο Γκιουντούζ της εκμυστηρεύτηκε για το πόσο πάλευε τόσα χρόνια να βγάλει τα προς το ζην. Ως άνθρωπος όμως που δεν έπιαναν τα χέρια του συνάντησε πολλές δυσκολίες, ενώ η ίδια του η οικογένεια του πρότεινε να ταξιδέψει στην πρωτεύουσα με την πρόφαση πως εδώ θα έβρισκε περισσότερες ευκαιρίες. Μέσα του όμως ήξερε ότι ήθελαν να τον ξαποστείλουν για να μην χαλάει την φήμη τους στην γειτονιά.
Η κουβέντα τους διακόπηκε όταν ακούστηκαν ομιλίες και βήματα που δυνάμωναν όσο πλησίαζαν. Την επόμενη στιγμή, ο Γκιουντούζ αντίκρισε τους άντρες που φύλαγαν τον τεκέ σαν λυκόσκυλα και τον γέρο που συνάντησε στο τζαμί.
«Πάνω στην ώρα», αποκρίθηκε η Χαλιμέ και σηκώθηκε για να κάνει τις συστάσεις. «Πατέρα, αυτός είναι ο Γκιουντούζ. Έφτασε ξημερώματα από το Εσκίσεχιρ κι ήρθε αμέσως μετά την προσευχή για να σε συναντήσει».
Ο Γκιουντούζ στάθηκε όρθιος ξεροκαταπίνοντας κι έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στον χαμογελαστό Ρουμί.
«Εσ- συ», τραύλισε καταβεβλημένος. «Συγγνώμη... Δεν... Δεν ήξερα. Μπισμιλλάχ! Συγχώρα την απρέπεια μου δάσκαλε».
Ο ψηλός άντρας αναστέναξε δυνατά.
«Το ήξερα ότι είσαι μπελάς. Τι σου έκανε πατέρα;»
Τελικά ήταν ο γιος του, γι’ αυτό υπερασπιζόταν την είσοδο του τεκέ με τόσο ζήλο.
«Τίποτα παιδί μου», απάντησε ήρεμος ο Ρουμί και στράφηκε στον Γκιουντούζ. «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Είναι μεγάλη μου τιμή να γνωρίζω τόσο ενθουσιώδεις νέους».
«Η τιμή είναι δική μου δάσκαλε».
Εκείνος χαμογέλασε για μία ακόμα φορά και υπέδειξε στον επισκέπτη και την Χαλιμέ να καθίσουν.
«Σουλτάν», είπε στον γιο του και έπειτα στράφηκε στον άλλο άντρα. «Οσμάν. Φέρτε κάτι να φάει το παιδί. Έκανε κοτζάμ ταξίδι όλη νύχτα!»
Οι άντρες υπάκουσαν τον Ρουμί χωρίς να χαίρονται ιδιαίτερα που θα υπηρετούσαν τον Γκιουντούζ.
«Βλέπω πως κατάφερες να σε συμπαθήσει η Χαλιμέ», παρατήρησε ο Ρουμί και η θετή του κόρη χαμήλωσε το βλέμμα της συνεσταλμένα. «Αυτό να ξέρεις, είναι μεγαλύτερο κατόρθωμα από ένα τόσο μακρύ ταξίδι».
Ο Γκιουντούζ παραξενεύτηκε, γιατί μέχρι στιγμής η Χαλιμέ δεν θύμιζε τον καχύποπτο Σουλτάν. Αυτό όμως οφειλόταν στο ότι είχε αφομοιώσει τις διδαχές του δασκάλου της λίγο καλύτερα από τον αδερφό της κι έτσι είχε μάθει να διαβάζει ψυχές με την πρώτη γνωριμία. Άλλος άντρας θα τράβαγε μόνος του τον φερετζέ της για να την δει μόλις έμεναν μόνοι τους, ενώ εκείνος σεβάστηκε το ιερό τείχος αποστασιοποίησης και με το παραπάνω. Για ποιον λόγο λοιπόν να τον περνούσε από δεύτερο κόσκινο;
Αυτή η πληροφορία έγινε γνωστή στον Σουλτάν και τον Ρουμί, όταν τελικά ο Γκιουντούζ επέστρεψε στο πανδοχείο, γεγονός που εκτιμήθηκε και από τους δυο.
Η αγνότητα αυτού του ανθρώπου ήταν το κλειδί που του άνοιξε ουσιαστικά την πόρτα του τεκέ των Μεβλεβί.


Είχαν περάσει πέντε μήνες από τον ερχομό του Γκιουντούζ στο Ικόνιο και πλέον η ζωή του φάνταζε πιο ισορροπημένη από κάθε άλλη φορά.
Ο Ρουμί τον δέχτηκε στο τάγμα και μαθήτευε πλάι σε ανθρώπους που διψούσαν για την μυστικιστική του ποίηση. Ο κύκλος των γνωστών του διευρύνθηκε και είχε γίνει φίλος με τους περισσότερους, ακόμα και με τον Σουλτάν και τον Οσμάν, οι οποίοι απολογήθηκαν για την ατυχή, πρώτη τους συνάντηση.
Όσον αφορά την Χαλιμέ, τα πράγματα εξελίσσονταν με διαφορετικό τρόπο. Και με εκείνη ερχόταν πιο κοντά, ενώ πολλά απογεύματα αργούσε να γυρίσει σπίτι του, με σκοπό να της διαβάσει ποιήματα που συνέθετε ο ίδιος. Ήταν αρκετά ανασφαλής με την δουλειά του, αλλά είχε ανάγκη να μοιράζεται μαζί της τα πονήματα του, τα οποία μιλούσαν για έρωτες και ευσεβείς πόθους. Βέβαια, η μυστικιστική ποίηση δεν διέφερε από την ερωτική, η οποία χρησιμοποιούταν σαν αλληγορία για την θεϊκή αγάπη. Ο Γκιουντούζ ωστόσο, έγραφε αμιγώς για την λαχτάρα που έκαιγε την καρδιά του και το αντικείμενο αυτής ήταν η τρυφερή Χαλιμέ.
Τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία και μόνο ένας τυφλός θα αδυνατούσε να δει πώς άστραφταν τα μάτια τους, κάθε φορά που συναντιόντουσαν τα βλέμματα τους. Εντούτοις, η ανασφάλεια του έρωτα δεν τους επέτρεπε να δουν κάτι τόσο φανερό κι έτσι σιωπούσαν.
Ένας από αυτούς που είχαν ακούσει τα δυνατά καρδιοχτύπια, ήταν ο σοφός Ρουμί. Είχε χαρεί πολύ όταν κατάλαβε ότι δύο από τα αγαπημένα του πρόσωπα έτρεφαν συναισθήματα ο ένας για τον άλλον κι αδημονούσε για την στιγμή που θα δενόντουσαν με τα ιερά δεσμά του γάμου. Επειδή όμως η έξαψη της νιότης καθυστερούσε μια όμορφη, κοινή ζωή, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
Ο Γκιουντούζ, εκτός από μαθητής του Ρουμί, ήταν και υπεύθυνος για την φύλαξη του τεκέ τις νύχτες, για συγκεκριμένες ώρες, μαζί με τον Οσμάν. Τις υπόλοιπες, αναλάμβαναν άλλοι μαθητές κι έτσι είχαν και μια δουλειά για να εξασφαλίζουν τα προς τα ζην. Ένα βράδυ λοιπόν, ο Ρουμί ζήτησε από τον Οσμάν να μείνει σπίτι του, ενώ είπε ψέματα στην Χαλιμέ πως ο βοηθός του Γκιουντούζ είχε αρρωστήσει. Επομένως, χρειαζόταν μια παρέα για να μην αποκοιμηθεί. Φυσικά, εφόσον θα συμμετείχε κι αυτή στην βάρδια, θα παρέμεναν στο εσωτερικό του τεκέ.
Η Χαλιμέ δέχτηκε με μεγάλη προθυμία χωρίς να πονηρεύεται ή να προτείνει ως εναλλακτική τον Σουλτάν. Ετοιμάστηκε μάλιστα για την βάρδια της φορώντας το λιλά της καφτάνι, χτενίζοντας αρκετές φορές τις μπούκλες της και ρίχνοντας λίγες σταγόνες αρώματος στον λαιμό της.
Όταν ο Γκιουντούζ ήρθε στον τεκέ και βρήκε την Χαλιμέ να τον περιμένει, εξεπλάγη. Εκείνη του εξήγησε πως απόψε θα ξαγρυπνούσαν παρέα μέσα στον χώρο λογιοσύνης και διδασκαλίας και η καρδιά του φτερούγισε σφύζοντας από ενθουσιασμό.
«Έχεις ενσωματωθεί για τα καλά στην πόλη και το τάγμα», αποκρίθηκε η Χαλιμέ καθώς σέρβιρε λουκούμια. «Δεν έχεις καμία σχέση με τον νεαρό που βρέθηκε στο κατώφλι του τεκέ».
Πράγματι, ο Γκιουντούζ που καθόταν δίπλα της ήταν σχεδόν άλλο πρόσωπο. Η κελεμπία του ήταν καθαρή, τα κατσαρά του μαλλιά καλοχτενισμένα και το μούσι του περιποιημένο. Ήταν φανερό πως είχε επέλθει μια σταθερότητα στην ζωή του, η οποία έφερνε με την σειρά της ηρεμία και ανακούφιση. Αυτά αντανακλούσαν στο πρόσωπο του, σε συνδυασμό με την διδαχή του Ρουμί που είχε διώξει την νευρικότητα της προηγούμενης ζωής του. Τώρα γινόταν όλο και πιο υπομονετικός και λεπτεπίλεπτος έχοντας ως παράδειγμα τον μέντορα του.
«Κι έχω εσάς να ευχαριστώ για αυτό», της απάντησε φέρνοντας ένα λουκούμι στο στόμα του.
«Αν δεν ήθελες να αλλάξεις, δεν θα καταφέρναμε τίποτα μόνοι μας».
«Είχα ακούσει πολλά για τον Τζελαλαντίν Ρουμί και όλα όσα σου προσφέρει η ποίηση του. Είχα ένα πολύ δυνατό κίνητρο. Πίστευα ότι κοντά του θα μπορούσα να ασχολούμαι συνέχεια με την τέχνη που δεν με άφησαν οι γονείς μου να ακολουθήσω. Ωστόσο, πέτυχα πολλά παραπάνω. Νιώθω ότι έχω έρθει πιο κοντά στον Αλλάχ. Τα ζικρ, τα ποιήματα του... Όλα λειτουργούν σαν μια σκάλα που με ανεβάζει στον Παράδεισο. Και τότε κάθε μικρός θάνατος που υπέστη τα χρόνια της αβεβαιότητας φαντάζει λίγος μπροστά στην ένωση μου με τον Αλλάχ».
Η Χαλιμέ χαμογέλασε και θυμήθηκε ένα ποίημα του πατέρα της, που παρέπεμπε στα συναισθήματα του Γκιουντούζ και κάθε σούφι εν γένει.
«Πέθανα στο ορυκτό κράτος
και έγινε λουλούδι,
Πέθανα στο χλωρό κράτος
και έφτασα στην πανίδα,
Πέθανα στο κράτος των ζώων
και έγινα άνθρωπος,
Τι να φοβηθώ λοιπόν;
Δεν έχω υπάρξει τίποτα
παρά θάνατος.
Την επόμενη φορά
θα πεθάνω ως άνθρωπος,
Ώστε να σηκώσω
το κεφάλι και τα φτερά μου
μεταξύ αγγέλων,
Και να αναπηδήσω
στο κράτος των αγγέλων,
Όλα χάνονται
εκτός από το πρόσωπο Του,
Για μία ακόμα φορά
θα θυσιαστώ από τους αγγέλους,
Θα γίνω αυτό
που δεν μπορεί να συλλάβει η φαντασία,
Τότε θα γίνω ανύπαρκτος; και η ανυπαρξία μου λέει
με αγγελική φωνή,
Σε Αυτόν ανήκουμε και σε Αυτόν θα επιστρέψουμε»
Ο Γκιουντούζ δεν άκουγε πρώτη φορά το συγκεκριμένο ποίημα, αλλά από το στόμα της Χαλιμέ έμοιαζε με ψαλμό. Όση ώρα εκείνη αφηγούταν το δημιούργημα του Ρουμί, εκείνος χαμογελούσε συνεπαρμένος, μα μόλις τελείωσε το βλέμμα του σκοτείνιασε.
«Η αγάπη προς τον Αλλάχ έχει πάντα ανταπόκριση. Μα αυτή που αφορά τον επίγειο κόσμο είναι η πλέον δύσκολη».
«Γιατί το λες αυτό;»
Ο Γκιουντούζ σήκωσε το βλέμμα του στην πέτρινη οροφή.
«Μόνο να ήξερες πώς χτυπάει η καρδιά μου για σένα», ψιθύρισε. «Τις νύχτες κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι να ζεσταίνεις το κρεβάτι μου. Μα όταν ξυπνάω και δεν σε βλέπω, σπαράζω σαν μωρό».
Όταν κατάφερε να επιστρέψει τα μάτια του στην ίδια ευθεία με τα δικά της, συνειδητοποίησε πως είχε δακρύσει. Ανασηκώθηκε τότε και με γρήγορες κινήσεις σκούπισε τα μάγουλα.
«Δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω».
«Κάθε άλλο», μισοχαμογέλασε η Χαλιμέ. «Αυτά είναι δάκρυα χαράς γιατί...», ξεφύσησε και σήκωσε το χέρι του για να το εναποθέσει στο σημείο που χτυπιόταν η καρδιά της. «Γιατί είμαι ερωτευμένη μαζί σου».
Ο Γκιουντούζ ένιωσε να υπνωτίζεται, όπως την πρώτη φορά που αντίκρισε το πρόσωπο της. Κυριευμένος από τα συναισθήματα του έγειρε μπροστά και γεύτηκε τα χείλη της. Tότε ένιωσε να ανεβαίνει πράγματι προς τον Παράδεισο και τα άστρα αυτού να σκάνε σε εκατομμύρια φωτοβολίδες που έπεφταν σαν ανάλαφρες νιφάδες στον επίγειο κόσμο.
Αφού η γυναίκα που αγαπούσε ανταπέδιδε τον έρωτα του, δεν έχασε χρόνο και την επόμενη μέρα αποφάσισε να πράξει τα δέοντα. Δεν θα περνούσε κι άλλη νύχτα μαζί της χωρίς να είναι παντρεμένοι, ώστε να την εκθέσει με τον χειρότερο τρόπο.
Το επόμενο πρωί λοιπόν, περίμενε τον Ρουμί στον τεκέ, με μια μικρή νευρικότητα να έχει κυριεύσει τις κινήσεις του. Βλέποντας τον, ο σούφι δάσκαλος θυμήθηκε τον ανυπόμονο νεαρό που είχε γνωρίσει στο τζαμί και κατάλαβε πως, όπως και τότε, ο Γκιουντούζ ήθελε να ζητήσει κάτι.
«Καλημέρα παιδί μου», αποκρίθηκε και κάθισε στο μαξιλάρι απέναντι του. «Πώς και τόσο νωρίς;»
«Δεν έφυγα καθόλου δάσκαλε. Σε περίμενα να σου πω κάτι σημαντικό».
Ο Ρουμί ευχόταν σιωπηλά να άκουγε για την Χαλιμέ. Εκείνος όμως κατάφερε να συγκρατήσει την όποια αγωνία του και παρότρυνε τον Γκιουντούζ να μοιραστεί τον προβληματισμό του.
«Ξέρεις πως ο μόνος λόγος που πέρασα το κατώφλι του τεκέ σου ήταν για να ακούω τα σοφά σου μαθήματα. Ποτέ δεν είχα πρόστυχους σκοπούς. Ερχόμουν κάθε μέρα ανυπομονώντας να ακούσω τα ποιήματα σου και όλα όσα είχες να μοιραστείς μαζί μας για τον Αλλάχ και τον Προφήτη, ειρήνη μαζί του. Όμως...», τα δάχτυλα του μπλέχτηκαν μεταξύ τους και μασούλησε νευρικά το κάτω χείλος του. «Ξέρεις πως η καρδιά δεν δαμάζεται και πως χωράει κι άλλους πέρα του Αλλάχ. Έτσι, στην δική μου μπήκε η Χαλιμέ δίχως να το καταλάβω. Και εκ τότε αναπνέω για ένα της χαμόγελο. Θέλω να έρχομαι στον τεκέ για να ακούω και την δική της φωνή. Όταν γυρίζω σπίτι μου, πονάω λες και με έχουν χτυπήσει στο στήθος. Μόνο η σκέψη της με παρηγορεί».
Ο Ρουμί άκουγε και χαμογελούσε. Οι προσδοκίες του για όσα θα ξεστόμιζε ο Γκιουντούζ είχαν ξεπεραστεί. Ο μαθητής του δεν αγαπούσε απλώς την κόρη του, αλλά είχε βρει πραγματικό λόγο ύπαρξης σε εκείνη.
«Γι’ αυτό θέλω να σου ζητήσω να μου την δώσεις δάσκαλε. Και σου υπόσχομαι ότι θα την κάνω ευτυχισμένη. Δεν έχω πλούτη να της προσφέρω, αλλά θα είναι η σουλτάνα της καρδιάς μου. Και θα της δίνω αγάπη κάθε μέρα, χωρίς σταματημό».
Ο Ρουμί έγειρε την γερασμένη του μέση μπροστά και χτύπησε μαλακά την παλάμη του Γκιουντούζ.
«Την ευχή μου παιδιά μου!»


Την ημέρα πριν τον γάμο, οι φίλες της Χαλιμέ ήρθαν σπίτι της για το έθιμο της χένας. Παρουσία μόνο γυναικών, η μέλλουσα νύφη φόρεσε ένα κόκκινο καφτάνι με κεντημένα φλουριά στην απόληξη της φούστας και στην ζώνη. Ίδιο χρώμα είχε και το πέπλο που της φόρεσαν πάνω από το χρυσό στεφάνι, που στόλιζε το κούτελο της. Στην συνέχεια, κάθισε σε μια ξύλινη καρέκλα όσο οι ανύπαντρες κοπέλες χόρευαν γύρω της τραγουδώντας άσματα για την περίσταση, ενώ κρατούσαν αναμμένα κεριά. Μία από τις κοπέλες είχε στα χέρια της τον δίσκο με την λιωμένη χένα, την οποία άπλωσαν στα χέρια της δύο κορίτσια, των οποίων οι γονείς δεν είχαν χωρίσει με φυσικό ή ανθρώπινο τρόπο.
Όταν ολοκληρώθηκε το εθιμοτυπικό, τύλιξαν κόκκινα υφάσματα στα βαμμένα της χέρια και λικνίστηκαν σε ανατολίτικους ρυθμούς μέχρι το πρωί.
Οι άντρες πάλι διανυκτέρευσαν στον τεκέ με παρόμοια γιορτινή διάθεση. Έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν άσματα ταβέρνας γλεντώντας με την ψυχή τους. Ανάμεσα στους οργανοπαίχτες ήταν και ο Ρουμί, ο οποίος έδινε ζωή στην ξεχασμένη, περσική του φλογέρα. Στο παρελθόν, συνήθιζε να την χρησιμοποιεί πολύ συχνά, μια που ήταν το αγαπημένο του όργανο. Μα καθώς γερνούσε, έχανε την όρεξη του για διασκέδαση. Εκείνο το βράδυ όμως θα θυμόταν ξανά τα νιάτα του για να γιορτάσει τον γάμο της Χαλιμέ και του Γκιουντούζ.
«Άντε αδερφέ», φώναξε ο Σουλτάν για να ακούγεται πάνω από την μουσική. «Να κάνετε σύντομα παιδιά πριν γεράσει κι άλλο ο πατέρας μου και δεν μπορεί ούτε να τα σηκώσει. Αρκεί βέβαια να ξέρεις πώς γίνονται τα παιδιά», σχολίασε όλο νόημα.
Η παρέα γέλασε με τα δυο συνεχόμενα αστεία του Σουλτάν, ο οποίος όταν έπινε δεν ήταν το ίδιο επίφοβος.
«Μείνετε ήσυχοι. Θα γεμίσουμε το Ικόνιο με κουτσούβελα».
Όταν οι άντρες άρχισαν να νυστάζουν εξαιτίας της ποσότητας αλκοόλ που είχαν καταναλώσει, ο Ρουμί αποφάσισε να πάει στο μικρό δωμάτιο του τεκέ που αποτελούσε τον προσωπικό του χώρο προσευχής. Ελάχιστοι είχαν περάσει το κατώφλι του ησυχαστηρίου του κι ένας από αυτούς ήταν κι ο Γκιουντούζ.
Προχωρώντας μέσα την ώρα που ο Ρουμί ολοκλήρωνε την προσευχή του, χάζεψε τα φυτικά σύνολα που ήταν ζωγραφισμένα καθώς και τα καλλιγραφικά αποσπάσματα από το Κοράνι. Αυτό όμως που του έκανε πάντα εντύπωση, αλλά ξεχνούσε να σχολιάσει, ήταν η μοναδική έμβια μορφή των τοιχογραφιών.
«Τι είναι αυτό;», ρώτησε τον Ρουμί δείχνοντας το φτερωτό πλάσμα στην κόγχη του τοίχου.
Ο Ρουμί χαμογέλασε κι αφού σήκωσε το λυχνάρι που φώτιζε τον χώρο, πλησίασε την τοιχογραφία.
«Χιουμά», του απάντησε. «Χιομά», στην μητρική μου γλώσσα. «Σύμφωνα με τις παραδόσεις του τόπου μου, είναι ένα πτηνό με θηλυκή και αρσενική φύση ταυτόχρονα. Είναι πάντα στον ουρανό και κατεβαίνει στην Γη μόνο όταν καίγεται».
«Γιατί το κάνει αυτό;»
«Για να αναγεννηθεί από τις στάχτες του. Είναι μαγικό πλάσμα. Σχεδόν παραδεισένιο. Αν ποτέ καταφέρεις να το δεις, η τύχη σου θα είναι μεγάλη. Αν το πιάσεις δε... Αν ωστόσο, είσαι θρασύς και το σκοτώσεις, ο θάνατος δεν θα αργήσει να βρει κι εσένα».
«Γιατί να θέλει να σκοτώσει κανείς ένα τέτοιο πλάσμα;»
«Η ανθρώπινη ψυχή είναι ευάλωτη παιδί μου. Δεν χρειάζεται μεγάλο κίνητρο για να διαφθαρεί».
Ο Γκιουντούζ ένευσε συμφωνώντας.
«Ο δάσκαλος μου έχει γράψει για αυτό το πουλί», συνέχισε ο Ρουμί ταξιδεύοντας στα νεανικά του χρόνια. «Το ανέφερε μαζί με άλλα τόσα Στην σύναξη των πτηνών».
«Εσύ το έχεις δει ποτέ;», ρώτησε ο Γκιουντούζ κι ο Ρουμί γέλασε πνιχτά.
«Δεν πιστεύω πως υπάρχει πραγματικά», παραδέχτηκε. «Γι’ αυτό ζήτησα από τον καλύτερη καλλιτέχνη της Ανατολίας να το ζωντανέψει εδώ μέσα. Έτσι, θα το αντικρίζω κάθε μέρα και θα μου φέρνει λίγη τύχη», γύρισε προς το μέρος του χαμογελώντας. «Κι εύχομαι ολόψυχα να φέρει και σε εσάς τους δύο».
Η ευχή του Ρουμί πραγματοποιήθηκε αρκετά σύντομα, καθώς δύο μήνες μετά τον γάμο, η Χαλιμέ ανακοίνωσε σε όλους πως ήταν έγκυος.


Οι πόνοι της γέννας είχαν αρχίσει από το πρωί. Η Χαλιμέ έσπρωχνε και βαριαστέναζε, μα ο ήλιος έδωσε την θέση του στην σελήνη και ο τοκετός δεν έλεγε να τελειώσει.
Ο Γκιουντούζ ήταν μέσα στο δωμάτιο, όπως οι τρεις γυναίκες που είχαν αναλάβει να την ξεγεννήσουν. Μονάχα μία ήταν μαία, ενώ οι υπόλοιπες, απλές γειτόνισσες που είχαν στο ιστορικό τους από τρεις γέννες η καθεμιά. Και η εμπειρία τους δεν περιελάμβανε άντρες. Γι’ αυτό, ζήτησαν επανειλημμένα από τον Γκιουντούζ να εγκαταλείψει το δωμάτιο, χωρίς αποτέλεσμα. Ήθελε να κρατάει το χέρι της γυναίκας του, καθώς έδινε την μεγαλύτερη μάχη κάθε γυναίκας.
Η Χαλιμέ κάπου ανάμεσα στις κραυγές και τους αναστεναγμούς της ψιθύριζε προσευχές. Είχε καταλάβει από το απόγευμα πως η δύσκολη γέννα θα ολοκληρωνόταν με θάνατο και ζητούσε από τον Αλλάχ να πάρει εκείνη κι όχι το παιδί της.
«Τον γιο μου», έλεγε ανάμεσα στα σπρωξίματα. «Να σώσετε τον γιο μου».
Κάποια στιγμή, όταν η μαία καθάρισε μία ακόμα φορά τα αίματα από τα πόδια της, έκανε νόημα στον Γκιουντούζ να πλησιάσει. Εκείνος εγκατέλειψε με βαριά καρδιά το πλευρό της, αφού πρώτη φίλησε το μέτωπο της.
«Το παιδί έρχεται ανάποδα. Πολύ φοβάμαι πως δεν θα καταφέρει. Τα περισσότερα μωρά που γεννιούνται με τα πόδια, πνίγονται στο τελευταίο σπρώξιμο. Όσο για την Χαλιμέ, έχει χάσει πολύ αίμα. Πιθανόν να πεθάνει πριν το μωρό».
Το στομάχι του Γκιουντούζ ανακατεύτηκε και τα χείλη του τρεμόπαιξαν από την ταραχή.
«Τ- τι είναι αυτά που λες; Δεν μπορείς να τους αφήσεις να πεθάνουν».
«Θα κάνω ό,τι μπορώ, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν θα είναι αρκετό. Πλέον είναι και οι δυο στα χέρια του Αλλάχ».
Τελειώνοντας με το απαισιόδοξο πόρισμα της, πλησίασε την επίτοκο για να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της για όσο άντεχε.
Ο Γκιουντούζ γύρισε να την κοιτάξει αποκαρδιωμένος και η σπαρακτική κραυγή της έκανε την καρδιά του να σταματήσει. Τα πάντα μέσα του είχαν παγώσει. Τα λόγια της μαίας επαναλαμβάνονταν στον νου του με γρήγορους ρυθμούς μέχρι που ήταν λες και το κεφάλι του είχε κυριευτεί από μελίσσι.
Τα πόδια του κινήθηκαν μόνα τους και βγήκε από το δωμάτιο για να αναζητήσει λίγη ηρεμία. Όσο την άκουγε να σπαράζει αβοήθητη τα μάτια του πλημμύριζαν με δάκρυα και δεν θα την βοηθούσε με το να κλάψει.
«Τι έγινε; Γιατί βγήκες;»
Έξω από το δωμάτιο περίμεναν για ώρες ο Ρουμί με τον Σουλτάν. Άκουγαν βήμα προς βήμα τον επώδυνο τοκετό και ο φόβος αυξανόταν κάθε φορά που η Χαλιμέ κραύγαζε, αλλά δεν ακολουθούσε κλάμα μωρού.
«Δεν θα τα καταφέρει», απάντησε στον Σουλτάν ψελλίζοντας με μερικά δάκρυα να πέφτουν στα μάγουλα του.
«Δεν γίνεται», απάντησε ο Σουλτάν. «Δεν μπορούν να αφήσουν την αδερφή μου να πεθάνει».
Ο Γκιουντούζ δεν του απάντησε. Συνέχισε την πορεία του, μέχρι να βρεθεί έξω από το σπίτι και τελικά να κλάψει, όπως θα έκανε το παιδί του, αν δεν ήταν τόσο άτυχο.
Τον θρήνο του διέκοψαν τσιτσιρίσματα φωτιάς και η μυρωδιά καμένου. Ανασήκωσε έντρομος το κλαμένο πρόσωπο του και συνειδητοποίησε πως είχε ξεσπάσει μια μικρή φωτιά μερικά μέτρα πιο πέρα.
«Μπισμιλλάχ», μουρμούρισε και σηκώθηκε για να αναζητήσει μια υδάτινη πηγή που θα έσβηνε τα πυρά.
Την επόμενη στιγμή όμως, η φωτιά έσβησε απότομα και μάλιστα από μόνη της. Το γεγονός ήταν τόσο παράξενο που ο Γκιουντούζ δεν επέστρεψε σπίτι του, αλλά πλησίασε το σημείο που πριν καιγόταν για να μάθει την αιτία της αλλόκοτης κατάσβεσης.
Το σκοτάδι δεν τον βοηθούσε να δει πολλά. Το ελάχιστο φως της σελήνης και των αστεριών του επέτρεπε να αναγνωρίσει μία σκόνη, που λογικά θα ήταν στάχτη. Αυτή στην συνέχεια, ανασηκώθηκε δίχως να την παρασέρνει κάποιος αέρας και χόρεψε κυκλικά μέχρι να πάρει χρώμα και μορφή.
Ο Γκιουντούζ τώρα έβλεπε ένα πτηνό, διαφορετικό από ό,τι είχε συνηθίσει. Το πλάσμα μπροστά του είχε ένα οβάλ κεφάλι με κεχριμπαρί ράμφος και στρογγυλά μάτια. Ο λαιμός του ήταν λεπτός και μακρύς και αντίστοιχο πλάσιμο είχε το υπόλοιπο σώμα του. Τα πούπουλα του έδειχναν λεία και σήκωσε αβέβαιος το χέρι του για να το χαϊδέψει. Δεν πίστεψε ότι θα τον άφηνε δίχως παράπονο, αλλά το πτηνό εμπιστεύτηκε το άγγιγμα του κι ο Γκιουντούζ αναφώνησε με το ότι ένιωθε σαν να άγγιζε μετάξι.
Ωστόσο, τα πούπουλα του δεν ήταν ο μόνος λόγος που έκανε τα μάτια του να δακρύσουν από συγκίνηση. Αυτό το πλάσμα, που φτερούγιζε μπροστά του, θύμιζε την τοιχογραφία στο δωμάτιο του τεκέ κι ο μαγικός τρόπος με τον οποίο εμφανίστηκε μέσα από τον χορό της στάχτης, επιβεβαίωσε την υποψία του για την ταυτότητα του πτηνού.
«Χιουμά!»
Το πουλί έβγαλε μία σιγανή φωνή σαν να απαντούσε στο κάλεσμα. Έπειτα, χτύπησε τα φτερά του στον αέρα και πέταξε μακριά μέχρι την επόμενη εκατονταετία που θα επέστρεφε στην Γη.
«Γκιουντούζ!»
Η φωνή του Σουλτάν τον επανέφερε στην πραγματικότητα, από την οποία νόμιζε ότι είχε χαθεί σαν αντίκρισε το Χιουμά.
Μόλις ο Σουλτάν έτρεξε κοντά του και πήρε δυο ανάσες για να του ανακοινώσει τα νέα της γέννας, ο Γκιουντούζ έσφιξε τις γροθιές του και περίμενε να ακούσει την χειρότερη είδηση της ζωής του.
«Κόρη», αποκρίθηκε ο Σουλτάν ασθμαίνοντας. «Απέκτησες κόρη».
Ο Γκιουντούζ ξεροκάταπιε. Του έλεγε το φύλο για να ξέρει πώς να απευθυνθεί στον Αλλάχ για το παιδί ή γιατί έπρεπε να αποφασίσει όνομα;
«Είναι... ζωντανό;»
Ο Σουλτάν χαμογέλασε κι ένευσε γρήγορα.
«Και η Χαλιμέ;»
«Κι αυτή ζει».
«Είναι καλά;»
«Θα γίνει».
Ο Γκιουντούζ επέστρεψε τρέχοντας σπίτι του κι ο Σουλτάν τον πήρε στο κατόπι.
Μπαίνοντας στην δωμάτιο, όπου πριν κυριαρχούσε ο πόνος και η απαισιοδοξία, αντίκρισε την ταλαιπωρημένη Χαλιμέ να κρατάει στην αγκαλιά της το παιδί τους. Ακόμα κι έτσι όμως, χλομή και αναμαλλιασμένη, ήταν πανέμορφη στα μάτια του. Κι αυτή η λάμψη που εξέπεμπε οφειλόταν στο μικρό αγγελούδι που είχε στην αγκαλιά της.
«Ασκίμ! Σεβγκιλίμ!»
Η Χαλιμέ του χαμογέλασε και χαμήλωσε το χέρι της για να δει το πρόσωπο της κόρης τους.
«Κορίτσι», του ανακοίνωσε, αν και ήξερε πως είχε ενημερωθεί.
Ο Γκιουντούζ πήρε το μωρό στην αγκαλιά του και ό,τι πριν λίγο είχε παγώσει, τώρα έκαιγε από θαλπωρή.
«Σε ευχαριστώ», αποκρίθηκε στην Χαλιμέ με τα δακρυσμένα του μάτια να χαζεύουν το νέο μέλος της οικογένειας τους.
«Πώς θα την πείτε;», ρώτησε ο Ρουμί.
Ο Γκιουντούζ δεν άργησε να βρει όνομα. Η ευτυχία που ένιωθε τώρα οφειλόταν στο απόκοσμο πτηνό που συνάντησε πριν λίγα λεπτά. Ο μοναδικός τρόπος να το ευχαριστήσει, ήταν να του αποδώσει φόρο τιμής.
«Χιουμά», απάντησε. «Θα την πούμε Χιουμά».
«Χιουμά», επανέλαβε η Χαλιμέ συγκινημένη. «Ο δικός μας παράδεισος».


Σάββατο 18 Απριλίου 2020

"ΈΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΑ ΑΣΤΡΑ" (Μενέλαος Λουντέμης) - Βιβλιοσχολιασμός της Βούλας Γκεμίση


Αρκεί ένα παιδί για να μετρήσει όλα τα άστρα του ουρανού;



Το εύλογο ερώτημα μου γεννάται με αφορμή τη δεύτερη ολοκλήρωση ανάγνωσης μου από το αριστούργημα του Μενέλαου Λουντέμη «Ένα Παιδί Μετράει Τα Άστρα». Τα συναισθήματα και πάλι έντονα, αφήνοντας τα να αποτυπωθούν στον βιβλιοσχολιασμό μου, μέσα από έναν τίτλο βιβλίου που λατρεύω γιατί διατηρεί όλη την αθωότητα και την ρομαντική πλευρά ενός πραγματικού αγωνιστή.

Αγαπώ την απλότητα και αυτό το βιβλίο μέσα στην αριστοκρατική φύση του τείνει για εμένα να έχει όλα τα απλά και πολύ ουσιαστικά στοιχεία που το καθιστούν και τόσο μοναδικό.


Ένα παιδί, ορφανό – ο Μέλιος – ο πρωταγωνιστής που δικαίως κερδίζει την καρδιά κάθε αναγνώστη, είναι το παιδί που θα σε καθοδηγήσει μέσα στην σκληρή ιστορία του αλλά κυρίως θα σε διδάξει. Λέξη προς λέξη αυτό το βιβλίο έχει να δώσει αναμφίβολα πολλά μηνύματα σε μικρούς και μεγάλους, χωρίς να σε αφήνει να προσπερνάς  το γλωσσικό, εκπαιδευτικό και φιλολογικό κομμάτι που χαρακτηρίζουν τον ίδιο τον δημιουργό. Θα σε παρασύρει όμορφα σε αναμνήσεις της παιδικής σου νιότης, θα σε βουτήξει στην κυριολεξία μέσα στη φρεσκάδα, τον αυθορμητισμό και την παιδική αθωότητα. Μέσα σε αυτά τα όμορφα συναισθήματα όμως θα γίνει και ένα σκληρό πάντρεμα της ίδιας της πραγματικότητας ανάμεσα σε ρόλους και πρόσωπα που εναλλάσσονται και αφήνουν την αίσθηση της αδικίας, της απανθρωπιάς, της κακίας, της ψυχικής μιζέριας και της μνησικακίας απέναντι σε ένα παιδί που κυνηγάει και αγαπάει τη γνώση. Η ανάγκη του Μέλιου για τη μόρφωση και η συνεχή αναζήτηση του να ξεπερνάει τα εμπόδια που του βάζει η ζωή και οι γύρω του προς την αγάπη του στα γράμματα, κάνουν την ιστορία μοναδική ως προς αρετές ξεχασμένες στην εποχή μας.

Μέσα σε όλα αυτά, ο Μέλιος διατηρεί την ωριμότητα ενός παλιού και σύγχρονου μαχητή απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα που πλήττουν μέχρι και σήμερα τον κόσμο μας, όπως είναι ο ρατσισμός, η απομόνωση, τα περιθωριακά βιώματα. Αρκετοί αντίπαλοι μα και υποστηρικτές στο δρόμο του, όπως συμβαίνει με την ίδια τη ζωή σε όλα τα επίπεδα της. Θα παραμείνει όμως το συναίσθημα της επιμονής, του συνεχή προσωπικού αγώνα, η δύναμη να μην τα παρατάς. Και κάπου στο τέλος όλα φαίνονται μέσα από τον συμβολισμό της άνοιξης να στυλώνεται και πάλι η ελπίδα. Ο έρωτας κατέχει το πρώτο σκίρτημα και το γλυκό συναίσθημα της προσμονής για το άγνωστο, που μπροστά του κάθε πρωταγωνιστής φαίνεται μικρός, αδύναμος και ταυτόχρονα τόσο μεγαλοπρεπής. Την ίδια αίσθηση κράτησα και στο πρώτο σκίρτημα του Μέλιου για τον τρόπο που βιώνει τον ανεκπλήρωτο έρωτα του μέσα από το πρόσωπο της νεαρής Αγράμπελης. Μία παρέα από νεαρά αγόρια που διεκδικούν θέσεις εναλλαγών από τις ακρότητες των συμπεριφορών τους που είναι δυνατά στοιχεία της μεταβατικής ηλικίας τους και προσδιορίζουν με όλη την περιττή αθωότητα τον ίδιο τον έρωτα αλλά και την ουσιαστική έννοια της φιλίας με την όποια αντιπαλότητα και στήριξη τους αντίστοιχα μπορεί να διακρίνει κάποιος. Η αριστοτεχνική μεταφορά της ιστορίας αυτής είναι και το πιο αξιοσημείωτο σημείο εστίασης του βιβλίου.

Ένα βιβλίο που προτείνω σε κάθε αναγνώστη. Δεν βλέπω κανέναν περιορισμό ως προς την ηλικία. Οι αξίες και τα μηνύματα είναι δυσεύρετα. Η γραφή του Μ. Λουντέμη είναι μοναδική. Απλή, ευκολοδιάβαστη, αναμειγνύοντας τον λυρισμό με την πεζό λόγο. Η γραφικότητα του απολαυστική. Και το συναίσθημα του προβληματισμού ως προς την εξέλιξη του βιβλίου και των ηρώων του, έντονο.

Για το κλείσιμο, κράτησα δύο λέξεις που συναντάμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου και που προσωπικά αγαπώ και πάρα πολύ. Δύο λέξεις που για εμένα σηματοδοτούν ολόκληρη την ιστορία αλλά και την αξία μας ως προς την αντιμετώπιση της ίδιας της ζωής. Λέξεις που συχνά πρεσβεύουν την λιγοψυχία και την μεγαλοκαρδωσύνη. Δύο αντίθετες έννοιες περιορισμένες σε περίτρανα μαθήματα ζωής.

«Προδοσία» - «Ντομπροσύνη».

Μέσα στην τσέπη κάθε παιδιού αυτές οι δύο λέξεις μπορούν κατά τη γνώμη μου να σταθούν ικανές και κάθε παιδί μεγαλώνοντας να καταφέρει να μετρήσει τα άστρα στο δικό του ουρανό, εξελίσσοντας παράλληλα την αντίληψη του ως προς το νόημα της ύπαρξης του.



Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

"Πράσινα Άλογα"


  Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης.

   Σήμερα θέλω να μιλήσω για τις λέξεις• όχι οποιεσδήποτε λέξεις αλλά φαντάζομαι από κάπου πρέπει να αρχίσω για να χαλιναγωγήσω τον λογισμό μου, ο οποίος έχει το κακό συνήθειο να πηδά από την μία σκέψη στην άλλη, σαν ζωηρό βατράχι. Και το κάνει συχνά αυτό ο νους μου. Πιάνεται από λέξεις και με πάει πότε πίσω, πότε μπροστά και πότε σε ένα άλλο πλαίσιο, που ο χώρος και ο χρόνος δεν ορίζουν. Και τώρα πάλι, ξεχάστηκα. Άλλο πράγμα ξεκίνησα να λέω. Οι λέξεις λοιπόν. 

   Οι λέξεις είναι πολλά παραπάνω από απλά σύμβολα, γραμμένα στο χαρτί, τυπωμένα επάνω του ή πιο σύγχρονα pixels στις οθόνες που έχουν κατακλύσει την καθημερινότητα. Κρύβουν έννοιες, αισθήσεις και συναισθήματα, μα ούτε εκεί θέλω να επικεντρωθώ• όχι σήμερα. Ξύπνησα σκεπτόμενος πως κάποιες από αυτές, έχουν και κάτι άλλο• μια αόρατη, κολλώδη ουσία που συνειρμικά, τις κάνει να κουμπώνουν με άλλες προτού προλάβεις καν να το σκεφτείς. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα όμως, για να μην λες πως απλά δεν έχω συνέλθει ακόμη από τον ύπνο. Τι σκέφτεσαι όταν ακούσεις σκόρδο; Κρεμμύδι! Με το κουτσά τι πάει; Το στραβά! Και εκεί κάπου σου έρχεται και ο Άγιος Παντελεήμων• μεγάλη η χάρη του. Όταν πάλι ακούσεις κάποια να λέει “είμαι κεφάτη”, μην μου πεις πως δεν σκέφτεσαι πως “γυρίζει από τον Βερόπουλο” και συγχώρησέ μου την τοποθέτηση προϊόντος• δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Το θέμα είναι το παράλογο του θέματος. Γιατί αυτές οι λέξεις κολλάνε; Μα πάλι παρασύρθηκα γιατί εμένα άλλες είναι οι λέξεις που τρέχουν ώρα στο μυαλό μου. Οπότε θα μου επιτρέψεις μιαν ακόμη ερώτηση. Τι σκέφτεσαι όταν ακούς την λέξη πράσινα; Βατράχια ίσως; Κόκκινα; Θα σου πω εγώ τι σκέφτομαι ακόμη και σήμερα –φταίει αυτή η ρημάδα η κόλλα που λέγαμε- και δεν μπορώ να το σταματήσω. Κάθε φορά που ακούω πράσινα, σκέφτομαι άλογα. Ναι, πράσινα άλογα! Τα άλογα των παιδικών και των εφηβικών, θα τολμήσω να πω, χρόνων. Η ιστορία όμως ξεκινάει από αλλού. 

   Σαν παιδί, θυμάμαι είχα αδυναμία σε δύο πράγματα: τους μαρκαδόρους μου και τα παιχνίδια εκείνα που ήταν φτιαγμένα από ένα ιδιαίτερο, μαλακό υλικό, (καουτσουκ;), το οποίο επέτρεπε στις μπογιές μου να τα χρωματίσουν. Τα άλλα, τα γυαλιστερά μου την έδιναν. Τα έβαφα με μανία και αυτά αλλά με ένα πέρασμα του δαχτύλου, το χρώμα έφευγε. Και είχα λοιπόν ένα δύο άλογα, ή πόνυ, δεν είμαι σίγουρος πια. Ήταν από τα καλά παιχνίδια, τα μαλακά. Όταν άκουσα για πρώτη φορά τα πράσινα άλογα, η σκέψη και μόνο με γοήτευσε. Έπιασα τον πιο πράσινο μαρκαδόρο μου και σαν έμπειρος ζωγράφος πια, έβαψα τα δύο άλογα, ή πόνυ. Όταν τελείωσα, κρατούσα στα χέρια μου δυο πράσινα άλογα και ήμουν ενθουσιασμένος. Είχα αποφασίσει δε, πως τα συγκεκριμένα ήταν ομορφότερα από τα άλλα τα συμβατικά καφέ, άσπρα ή μαύρα και για αρκετά χρόνια συντρόφευσαν το παιχνίδι μου, ανοίγοντας παράθυρα στον κόσμο της φαντασίας. Βέβαια τα χρόνια πέρασαν και αναγκάστηκα από κοινωνικές συμβάσεις και την πίεση μιας ωριμότητας που θεωρητικά έπρεπε να νιώθω, να αφήσω τα παιχνίδια μου στην άκρη. Τα δύο πράσινα άλογά μου, πέρασαν σε ένα κακομαθημένο ξαδερφάκι μου, το οποίο ξίνισε τα μούτρα του όταν τα είδε. “Είναι μουτζουρωμένα”, είπε αλλά δεν ήξερε. 

   Και φτάνοντας στο λύκειο, ένας φιλόλογος, ορμώμενος και αυτός από λέξεις που πετούσαν οι συμμαθητές μου, άφησε την κιμωλία, κάθισε στο θρανίο και άρχισε να μας μιλά. Αν ο δικός μου λογισμός είναι περίπλοκος, ο δικός του έμοιαζε με δαιδαλώδη διάδρομο. Πραγματικά απορώ πως έβγαζε την μέρα και πως έφερνε εις πέρας και τις απλούστερες των ασχολιών του. Ξεκίνησε από κάτι που άκουσε λάθος. “Πέτρο”, είχε φωνάξει μια συμμαθήτρια, προσπαθώντας να περάσει ένα ραβασάκι. “Μέτρο” άκουσε εκείνος και άρχισε να μιλά. 

«Παν μέτρον άριστον, δεν λέγαν οι αρχαίοι;», μας ρώτησε και συμφωνήσαμε. «Λάθος! Μέτρον άριστον έλεγαν. Οπότε Σοφία, θέλεις να μας πεις τι έλεγες για το μέτρο;». «Πέτρο είπα κύριε», παραδέχτηκε εκείνη. 

«Ήθελα να επιστρέψω το στυλό του Πέτρου που μου είχε δανείσει την προηγούμενη ώρα». Εκείνος συνοφρυώθηκε. 

   Έκανε μια μικρή παύση, να ξεδιαλέξει τις σκέψεις του και έπειτα ξεκίνησε πάλι. Άρχισε να μας μιλά για παρηχήσεις. Είχα αρχίσει να βαριέμαι να πω την αλήθεια. Τόσο που προτιμούσα να γυρίσουμε πίσω, στην “Λυγερή στον Άδη” και τις ατελείωτες αναλύσεις που μας έκανε για κάθε κείμενο. Και τότε εκείνος, σαν να ένιωσε την απαξίωσή μου, θέλησε να με εκδικηθεί. 

   «Πράσινα άλογα», είπε, χωρίζοντας εμφατικά τις δύο λέξεις μεταξύ τους. «Άλλο ένα λάθος. Δεν υπάρχουν πράσινα άλογα». Όταν δε, έγραψε στον πίνακα την ορθή γραφή και μας εξήγησε το νόημά της, η καρδιά μου βούλιαξε. «Το να πράττεις χωρίς λογική, αυτό σημαίνει και ουδεμία σχέση έχει με άλογα που μάλιστα είναι και πράσινα». 

   Ούτε και αυτός ήξερε τελικά και ας ήταν σπουδαγμένος• σε αυτό κατέληξα μετά από βαθύ στοχασμό. Γιατί ούτε το ξαδερφάκι μου, μα ούτε και ο καθηγητής μου μπορούσαν να σβήσουν την εικόνα που είχα φτιάξει με έναν πράσινο μαρκαδόρο και δύο “μαλακά” παιχνίδια, που καθόλου μαλθακά δεν ήταν τελικά. Τα έχω μέχρι και σήμερα μαζί μου, αν και όχι με την υλική τους υπόσταση όπως τότε που ήμουν μικρός. Τώρα πια είναι στο μυαλό μου και μάλιστα έχουν πάρει και προαγωγή. Εγώ τους την έδωσα. Είναι οι φύλακες της φαντασίας μου και πίστεψέ με, είναι αδυσώπητοι μπροστά σε ό,τι απειλεί να την εξαλείψει. 

    Σήμερα δεν θα βγω, όπως και τις προηγούμενες μέρες. Θα μείνω μέσα γιατί “έτσι πρέπει”. Δεν νιώθω φυλακισμένος όμως, όπως δεν ένιωσα ποτέ. Θα καβαλήσω τα δύο εκείνα άλογα, με το πιο υπέροχο χρώμα και θα αφεθώ για μία ακόμη φορά να οδηγήσουν τις λέξεις μου. Γιατί για μένα η λέξη πράσινα, θα φέρνει πάντα στο μυαλό μου τα άλογα και ας μην έχει λογική τώρα που μου έμαθαν το “σωστό”. Εγώ ξέρω καλύτερα. Τώρα, αν δεν είχες ποτέ σου δύο πράσινα άλογα, καταλαβαίνω πως μπορεί να σου φαίνεται αστείο. Θα σου προτείνω όμως κάτι• πάρε τα δικά μου, για μία δοκιμαστική βόλτα και επέτρεψε στον εαυτό σου μια απόδραση. Να ‘χεις το πνεύμα σου ανοιχτό όμως όπως τα καβαλάς, αλλιώς δεν έχει νόημα. Και που ξέρεις; Μπορεί κάπου εκεί, να βρεις τους φύλακες της δικής σου φαντασίας, αυτής που παράτησες κι εσύ στην άκρη όταν σου είπαν πως δεν είσαι πια παιδί και "πρέπει" να μεγαλώσεις.

Δημοφιλείς αναρτήσεις τελευταίου μήνα