" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
γράφει ο Χάρης Κωφιάδης "Η Σιωπηλή Ασθενής" Βιβλιοσχολιασμός Το συγκεκριμένο βιβλίο έφτασε στα χέρια μου ως ένα δώρο γενεθλίων. Τον συγγραφέα δεν τον γνώριζα και τον ίδιο τον τίτλο δεν τον είχα ξανακούσει (κακώς, όπως αποδείχτηκε τελικά). Παίρνοντάς το στα χέρια μου, το πρώτο πράγμα που με τράβηξε ήταν φυσικά το εξώφυλλο. Ξέρω καλά πως δεν πρέπει να κρίνουμε ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε· όλοι το κάνουμε λίγο πολύ. Ένα νοσοκομειακό περιβάλλον, με όλο το λευκό που αυτό επιτάσσει, μια άδεια καρέκλα και τρεις σειρές κόκκινα γράμματα να δεσπόζουν από πάνω. “Πολύ καλά ξεκινήσαμε” , σκέφτηκα, αφού το μυαλό μου είχε ήδη αρχίσει να παίρνει παράξενες στροφές. Γύρισα γρήγορα στο οπισθόφυλλο, το κείμενο του οποίου σας παραθέτω, για να πάρετε κι εσείς μια γεύση κι έπειτα συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει. “ Η ζωή της Αλίσια Μπέρενσον είναι φαινομενικά τέλεια. Διάσημη ζωγράφος η ίδια, περιζήτητος φωτογράφος μόδας ο άντρας της, ζουν σ’ ...