"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
γράφει ο Χάρης Κωφιάδης "Η Σιωπηλή Ασθενής" Βιβλιοσχολιασμός Το συγκεκριμένο βιβλίο έφτασε στα χέρια μου ως ένα δώρο γενεθλίων. Τον συγγραφέα δεν τον γνώριζα και τον ίδιο τον τίτλο δεν τον είχα ξανακούσει (κακώς, όπως αποδείχτηκε τελικά). Παίρνοντάς το στα χέρια μου, το πρώτο πράγμα που με τράβηξε ήταν φυσικά το εξώφυλλο. Ξέρω καλά πως δεν πρέπει να κρίνουμε ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε· όλοι το κάνουμε λίγο πολύ. Ένα νοσοκομειακό περιβάλλον, με όλο το λευκό που αυτό επιτάσσει, μια άδεια καρέκλα και τρεις σειρές κόκκινα γράμματα να δεσπόζουν από πάνω. “Πολύ καλά ξεκινήσαμε” , σκέφτηκα, αφού το μυαλό μου είχε ήδη αρχίσει να παίρνει παράξενες στροφές. Γύρισα γρήγορα στο οπισθόφυλλο, το κείμενο του οποίου σας παραθέτω, για να πάρετε κι εσείς μια γεύση κι έπειτα συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει. “ Η ζωή της Αλίσια Μπέρενσον είναι φαινομενικά τέλεια. Διάσημη ζωγράφος η ίδια, περιζήτητος φωτογράφος μόδας ο άντρας της, ζουν σ’ ...