Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
"Πίνοντας καφέ με τον Ντάντε Αλιγκιέρι και τον Κρίστιαν Γκρέυ" (Χιουμοριστικό διήγημα για τις ενοχές του διαβάσματος) Γράφει η: Ελευθερία Καλογνωμά Κάθισε στο αγαπημένο της καφέ, μόνη ως συνήθως. Η μέρα ήταν ακόμη ζεστή αλλά όχι τόσο ώστε ν' αναζητήσει τον εσωτερικό κλιματιζόμενο χώρο. 'Ηθελε να βρίσκεται όσο το δυνατόν περισσότερο έξω, να βλέπει τον κόσμο να περνά βιαστικός και να γελάει από μέσα της που εκείνη δε βιαζόταν καθόλου. Ο σερβιτόρος έφερε τον παγωμένο καφέ, εκείνη άναψε ένα τσιγάρο -περισσότερο γι' αυτό εξάλλου είχε καθίσει έξω- και σταύρωσε τα πόδια. 'Εβγαλε από την τσάντα της το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει το προηγούμενο βράδυ, ένα για το οποίο γινόταν μεγάλος ντόρος. Συνήθως δεν παρακολουθούσε τις κριτικές, ούτε εμπιστευόταν τόσο τις βιβλιοφιλικές ομάδες του Facebook, πίστευε πως ανακυκλώνουν τα ίδια και τα ίδια, υποστηρίζοντας και προβάλλοντας συγκεκριμένους συγγραφείς και είδη, αλλά το συγκεκριμένο το είχε διαβάσει η κολλητή της κ...