"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους. Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν". Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας. Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...
{Photo credits: Ανθή Καλογνωμά} Την είδε για πρώτη φορά όταν κατέβηκε στην παραλία για μπάνιο απόγευμα. Συνήθως πήγαινε τα πρωινά με την παρέα του όσες μέρες βρισκόταν στο νησί, μια εβδομάδα ήδη περίπου. Εκείνη τη μέρα όμως δεν είχε διάθεση, για την ακρίβεια η ψυχολογία του βρισκόταν λίγο πιο κάτω από τα τάρταρα. Μία ημέρα πριν αναχωρήσουν για το νησί, μετά από έναν δύσκολο χειμώνα με ατελείωτες ώρες δουλειάς, είχε συναντηθεί με την αγαπημένη του, που υποτίθεται θα πήγαινε μαζί του διακοπές και την είχε ακούσει να του ανακοινώνει πως ήθελε να χωρίσουν. Δεν ήταν απλά κεραυνός εν αιθρία, ήταν όλες οι βαρυχειμωνιές του κόσμου μαζεμένες σε ένα ζεστό, καλοκαιρινό απόγευμα. Λίγη σημασία είχαν οι λόγοι που του παρουσίασε, ίσως να μην τους άκουσε καν αφού το μόνο που θυμόταν μία εβδομάδα αργότερα, ήταν το απαθές, σχεδόν ψυχρ...