Ένα λουλούδι ή πέντε... Τι σημασία έχει; Δε θα τα δεις, δε θα τα μυρίσεις. Θα μείνουν εκεί, σ' ένα βάζο χρησιμοποιημένο από πολλούς, πριν από μένα, μετά από μένα, γεμάτο νερό που μυρίζει πάντα το ίδιο. Απώλεια. Μεγάλη Εβδομάδα. Των Παθών. Για Εκείνον ήταν κάποιες ώρες, κάποιες μέρες. Για πολλούς από εμάς είναι πολύ περισσότερο. Πάθη και λάθη. Σταύρωση και Αποκαθήλωση. Ένα τελευταίο τσιγάρο κάθε φορά, κάτω από έναν διαφορετικό σταυρό κάθε φορά, η ίδια ερώτηση κάθε φορά. Γιατί τώρα; Γιατί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί σ' αυτή τη στροφή του δρόμου κι όχι λίγο παρακάτω, στην επόμενη; Κι αν Εκείνος αποκαθηλώθηκε, αναπαύθηκε, αναστήθηκε, υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που παραμένουν σταυρωμένες, κάτω από έναν ουρανό που δε θα σκιστεί ποτέ οργισμένος, πάνω σε μια γη που δε θ' ανοίξει ποτέ να καταπιεί τα γιατί και τα πώς. Κι εμείς απλά καθόμαστε εκεί, στο χώμα που πότισαν αυτές οι σιωπηλές ερωτήσεις που ποτέ δε βγήκαν απ' τα χείλη μας, γιατί πιστεύαμε...
Ήταν Μεγάλο Σάββατο βράδυ, λίγο πριν την Ανάσταση στην ενορία τού Αγίου Κωνσταντίνου. Η μητέρα είχε φύγει από νωρίς μαζί με την Χαρά. Είναι λίγο περίεργο το φετινό Πάσχα. Για την ακρίβεια… άκουσα τη μητέρα να λέει στο τηλέφωνο πως διανύουμε κι εμείς στο σπίτι ένα Πάσχα, είπε πως νιώθει να ανεβαίνει έναν Γολγοθά σαν εκείνον του Χριστού μας. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Η μητέρα δεν κουβαλούσε κάποιον σταυρό στην πλάτη της, ούτε κάποια τάβλα από εκείνες που έβαφε ο πατέρας. Ούτε καν κάποιο μικρό κομμάτι ξύλου. Αλλά ακόμη κι αν κουβαλούσε κάποιο μικρό κομμάτι ξύλου, θα μπορούσε να το σηκώσει με το χέρι της. Ή να το φυσήξει από πάνω της σαν τις ευχούλες που μας γεμίζουν με χνούδια την άνοιξη απ’ το μεγάλο παρτέρι τής αυλής. Ίσως ο πατέρας να καταλάβαινε τι εννοούσε η μητέρα, οι μεγάλοι μιλάνε κάποιες φορές μία γλώσσα που εμείς δεν καταλαβαίνουμε. Είναι πολύ πολύπλοκη. Όμως ο πατέρας φέτος δε θα μπορούσε να μου εξηγήσει τι εννοούσε η μητέρα με τον Γολγοθά της. Η μητέρα μιλούσε στα κρυφά. ...