Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Κορνίζα από..αναμνήσεις





Ανεπαίσθητες ακτίνες φωτός, εισχωρούν μέσα από τις γρίλιες του παραθύρου στο μικρό νεοκλασικό. Με δύο μορφασμούς, η Ολίβια, ενοχλημένη από το ξαφνικό ξύπνημα, σάλεψε μέσα από τα λευκά κλινοσκεπάσματα του ξύλινου κρεβατιού της. 
Ήταν ήδη περασμένες τρεις, μα τι σημασία είχε. Η μεριά του, πάντοτε άδεια έστεκε δίπλα της. 
Δεν είχε καταφέρει ακόμη να συνηθίσει την απουσία του. Η μήπως δεν το επεδίωκε ;
Κι αυτή η εβδομάδα κύλησε αργά και βασανιστικά για την ίδια. Αναπήδησε στις μύτες των ποδιών της και με νωχελικές κινήσεις φόρεσε τη λιλά νυχτικιά της, ανοίγοντας όπως κάθε ημέρα, διάπλατα τα παράθυρα του δωματίου της. 
Ανέπνευσε τον καθαρό αέρα και τη ζεστασιά του χρυσού ήλιου που γέμισε με φως το μικρό αρχοντικό. Με μηχανικές κινήσεις άνοιξε το «μαύρο καλωδιωμένο κουτί» όπως το αποκαλούσε ειρωνικά, και άρχισε να βομβαρδίζεται ξανά και ξανά με νέες εξελίξεις για την πανδημία που ταλάνιζε όλο τον πλανήτη. 
Η καρδιά της σφίχτηκε με τις διαστάσεις που είχε λάβει τούτο το θέμα και με μία κίνηση χαμήλωσε τον ήχο..
Ασυναίσθητα, πλησίασε το μαρμάρινο τζάκι δίπλα της, και εστίασε την προσοχή της στο γείσο του, πάνω στο οποίο δέσποζε μια μπρούτζινη σκαλιστή κορνίζα. 
Την πήρε στα δυο της χέρια και αφού την επεξεργάστηκε με μια αθώα ματιά, πέρασε ελαφρώς ευλαβικά τα λεπτεπίλεπτα δάκτυλα της πάνω από το κρύο τζάμι. 
Ανατρίχιασε στην αφή της κρύας επιφάνειας, μα μέσα στην ψυχή της φώλιαζε ήδη η ζεστασιά του προσώπου που απεικονίζονταν.
Οι αέρινες μορφές δύο νέων ξεπρόβαλαν κάτω από ένα μεγάλο γέρικο πλατάνι μιας εξοχής. Ο νεαρός άνδρας ακουμπισμένος στο κορμό του ροζιασμένου δένδρου, έχοντας στην αγκαλιά του μια όμορφη δεσποινίδα ντυμένη με ένα εκρού δαντελένιο φόρεμα, απολάμβαναν μαζί τη συντροφιά ενός βιβλίου. 
Έμοιαζαν πιο ευτυχισμένοι και γαλήνιοι από ποτέ.
Δυο δάκρυα πρόλαβαν να κυλήσουν στο πορσελάνινο πρόσωπο της.
«Σαν να μην έφυγες ποτέ..» ψέλλισε σιγανά η Ολίβια.
«Σαν να μην έφυγες ποτέ, θα ξαναβρεθούμε και πάλι, όπως πρώτα, εγώ κι εσύ, σαν μια γροθιά δεμένοι, να κυλιστούμε και να ξεχυθούμε στα πολύχρωμα χρώματα της ζωής. 
Με την υπόσχεση που έχουμε κρατήσει..πως ό, τι κι αν συμβεί, θα είμαστε πάντα ο ένας δίπλα στον άλλον..ακόμη και όταν θα είμαστε χώρια..Σ'αγαπώ Τζόναθαν, σ'αγαπώ..».
Κ.Χ









Από τις μικρού μήκους ιστορίες της "Ζωής..λεγόμενα"



Inside these pages you just hold me
and I won't ever let you go..
Wait for me to come home...

Σχόλια

  1. Η αίσθηση της απώλειας, ο αποχωρισμός. Οι αναμνήσεις, η νσσταλγία. Ο έρωτας, η αγάπη. Αξίες και βιώματα παρελαύνουν όμορφα και συνθετικά από το αφήγημά σου Κατερίνα με τρόπο λυρικό και συναισθηματικό.
    Στο πνεύμα των ημερών.
    Οι επιλεγμένες εικόνες σου υπέροχες όπως και η μουσική σου.
    Καλησπέρα αγαπητή μου φίλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...