Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Γράφει η Χριστοδούλου Αικατερίνη
Ανεπαίσθητες ακτίνες φωτός, εισχωρούν μέσα από τις γρίλιες του παραθύρου στο μικρό νεοκλασικό. Με δύο μορφασμούς, η Ολίβια, ενοχλημένη από το ξαφνικό ξύπνημα, σάλεψε μέσα από τα λευκά κλινοσκεπάσματα του ξύλινου κρεβατιού της.
Ήταν ήδη περασμένες τρεις, μα τι σημασία είχε. Η μεριά του, πάντοτε άδεια έστεκε δίπλα της.
Δεν είχε καταφέρει ακόμη να συνηθίσει την απουσία του. Η μήπως δεν το επεδίωκε ;
Ήταν ήδη περασμένες τρεις, μα τι σημασία είχε. Η μεριά του, πάντοτε άδεια έστεκε δίπλα της.
Δεν είχε καταφέρει ακόμη να συνηθίσει την απουσία του. Η μήπως δεν το επεδίωκε ;
Κι αυτή η εβδομάδα κύλησε αργά και βασανιστικά για την ίδια. Αναπήδησε στις μύτες των ποδιών της και με νωχελικές κινήσεις φόρεσε τη λιλά νυχτικιά της, ανοίγοντας όπως κάθε ημέρα, διάπλατα τα παράθυρα του δωματίου της.
Ανέπνευσε τον καθαρό αέρα και τη ζεστασιά του χρυσού ήλιου που γέμισε με φως το μικρό αρχοντικό. Με μηχανικές κινήσεις άνοιξε το «μαύρο καλωδιωμένο κουτί» όπως το αποκαλούσε ειρωνικά, και άρχισε να βομβαρδίζεται ξανά και ξανά με νέες εξελίξεις για την πανδημία που ταλάνιζε όλο τον πλανήτη.
Η καρδιά της σφίχτηκε με τις διαστάσεις που είχε λάβει τούτο το θέμα και με μία κίνηση χαμήλωσε τον ήχο..
Ανέπνευσε τον καθαρό αέρα και τη ζεστασιά του χρυσού ήλιου που γέμισε με φως το μικρό αρχοντικό. Με μηχανικές κινήσεις άνοιξε το «μαύρο καλωδιωμένο κουτί» όπως το αποκαλούσε ειρωνικά, και άρχισε να βομβαρδίζεται ξανά και ξανά με νέες εξελίξεις για την πανδημία που ταλάνιζε όλο τον πλανήτη.
Η καρδιά της σφίχτηκε με τις διαστάσεις που είχε λάβει τούτο το θέμα και με μία κίνηση χαμήλωσε τον ήχο..
Ασυναίσθητα, πλησίασε το μαρμάρινο τζάκι δίπλα της, και εστίασε την προσοχή της στο γείσο του, πάνω στο οποίο δέσποζε μια μπρούτζινη σκαλιστή κορνίζα.
Την πήρε στα δυο της χέρια και αφού την επεξεργάστηκε με μια αθώα ματιά, πέρασε ελαφρώς ευλαβικά τα λεπτεπίλεπτα δάκτυλα της πάνω από το κρύο τζάμι.
Ανατρίχιασε στην αφή της κρύας επιφάνειας, μα μέσα στην ψυχή της φώλιαζε ήδη η ζεστασιά του προσώπου που απεικονίζονταν.
Την πήρε στα δυο της χέρια και αφού την επεξεργάστηκε με μια αθώα ματιά, πέρασε ελαφρώς ευλαβικά τα λεπτεπίλεπτα δάκτυλα της πάνω από το κρύο τζάμι.
Ανατρίχιασε στην αφή της κρύας επιφάνειας, μα μέσα στην ψυχή της φώλιαζε ήδη η ζεστασιά του προσώπου που απεικονίζονταν.
Οι αέρινες μορφές δύο νέων ξεπρόβαλαν κάτω από ένα μεγάλο γέρικο πλατάνι μιας εξοχής. Ο νεαρός άνδρας ακουμπισμένος στο κορμό του ροζιασμένου δένδρου, έχοντας στην αγκαλιά του μια όμορφη δεσποινίδα ντυμένη με ένα εκρού δαντελένιο φόρεμα, απολάμβαναν μαζί τη συντροφιά ενός βιβλίου.
Έμοιαζαν πιο ευτυχισμένοι και γαλήνιοι από ποτέ.
Έμοιαζαν πιο ευτυχισμένοι και γαλήνιοι από ποτέ.
Δυο δάκρυα πρόλαβαν να κυλήσουν στο πορσελάνινο πρόσωπο της.
«Σαν να μην έφυγες ποτέ..» ψέλλισε σιγανά η Ολίβια.
«Σαν να μην έφυγες ποτέ, θα ξαναβρεθούμε και πάλι, όπως πρώτα, εγώ κι εσύ, σαν μια γροθιά δεμένοι, να κυλιστούμε και να ξεχυθούμε στα πολύχρωμα χρώματα της ζωής.
Με την υπόσχεση που έχουμε κρατήσει..πως ό, τι κι αν συμβεί, θα είμαστε πάντα ο ένας δίπλα στον άλλον..ακόμη και όταν θα είμαστε χώρια..Σ'αγαπώ Τζόναθαν, σ'αγαπώ..».
Με την υπόσχεση που έχουμε κρατήσει..πως ό, τι κι αν συμβεί, θα είμαστε πάντα ο ένας δίπλα στον άλλον..ακόμη και όταν θα είμαστε χώρια..Σ'αγαπώ Τζόναθαν, σ'αγαπώ..».
Κ.Χ
Από τις μικρού μήκους ιστορίες της "Ζωής..λεγόμενα"
Inside these pages you just hold me
and I won't ever let you go..
Wait for me to come home...




Η αίσθηση της απώλειας, ο αποχωρισμός. Οι αναμνήσεις, η νσσταλγία. Ο έρωτας, η αγάπη. Αξίες και βιώματα παρελαύνουν όμορφα και συνθετικά από το αφήγημά σου Κατερίνα με τρόπο λυρικό και συναισθηματικό.
ΑπάντησηΔιαγραφήΣτο πνεύμα των ημερών.
Οι επιλεγμένες εικόνες σου υπέροχες όπως και η μουσική σου.
Καλησπέρα αγαπητή μου φίλη.
Ευχαριστώ πάρα πολύ!! Χαίρομαι που σας άγγιξε..
Διαγραφή