Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Η Εξέλιξη του Τρόμου στη Λογοτεχνία: Από το Γοτθικό Σκοτάδι στο Halloween | Χάρης Κωφιάδης

Γιατί επιζητούμε την αδρεναλίνη του φόβου μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, ενώ στην πραγματική ζωή τον αποφεύγουμε; Καθώς πλησιάζει η πιο ατμοσφαιρική νύχτα του Οκτώβρη, τα φώτα χαμηλώνουν, οι σκιές μεγαλώνουν και η ανάγκη μας για μια σκοτεινή ιστορία γιγαντώνεται. Σε καλωσορίζω σε μια αναδρομή στις μορφές που πήρε ο τρόμος στη λογοτεχνία και στο γιατί το Halloween παραμένει η απόλυτη γιορτή των «περιέργων» αναγνωστών. Ανέκαθεν με τραβούσε το σκοτάδι στην τέχνη. Όχι πως αγνοούσα το φως, αλλά παρουσιάζεται συχνά ως λιγότερο γοητευτικό. Το σκοτάδι κρύβει μέσα του ανασφάλεια, αδρεναλίνη, το άγνωστο. Μας προκαλεί συναισθήματα τα οποία δεν θέλουμε να βιώσουμε στην καθημερινότητα και προτιμάμε να τα ανακαλύπτουμε από την ασφάλεια του καναπέ. Εκεί όπου ξέρουμε πολύ καλά πως ο τρόμος τελειώνει τη στιγμή που κλείνουμε το βιβλίο. Ή και λίγες ώρες αργότερα, ανάλογα πόσο θα μας επηρεάσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια, ωστόσο, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μια φανταστική ιστορία...

Ιστορίες του μέλλοντος, Συλλογικό

 


Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ 

Το μέλλον απασχολούσε ανέκαθεν τον άνθρωπο. Ό,τι δεν μπορούσε να ελέγξει, ό,τι ήταν πέραν των δυνατοτήτων του τον τρόμαζε και συνάμα τον εξίταρε. Από την αρχαιότητα έως σήμερα το είδος του Homo Sapiens πασχίζει να προβλέψει το μέλλον είτε με τη βοήθεια φυσικών μέσων, είτε ακόμα και με παραφυσικές μεθόδους. Στα πλαίσια αυτού του προβληματισμού γεννήθηκε το είδος της δυστοπίας. Κάθε ελπίδα για κάτι καλύτερο σβήνει και ο άνθρωπος αναγνωρίζει την καταστροφική του φύση. Σε μια εποχή που η ραγδαία αύξηση της τεχνολογίας βρίσκει τον άνθρωπο πιο ανώριμο και κτηνώδη από ποτέ, η ομάδα του Imaginarium κάθισε και έγραψε τις σκέψεις της. Με έντονους προβληματισμούς και με συνοδηγό το Sci Fi, δημιούργησε μια ανθολογία ιστοριών μικρού μήκους, στις οποίες μας παρουσιάζει  το δικό της δυστοπικό μέλλον.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να πω πως σαν αναγνώστρια δεν τα πάω καλά με τα διηγήματα. Προτιμώ η ιστορία να εξελίσσεται σε πιο ευρύ πλαίσιο. Αυτό δεν αφορά μόνο διηγήματα τρίτων, αλλά και δικά μου. Παρόλα αυτά, ξεχώρισα αρκετές ιστορίες από αυτή την ανθολογία και θα ήθελα να τις αναλύσω όλες στο βαθμό που δε θα μαρτυρήσει το παραμικρό σε όσους δεν την έχουν διαβάσει ακόμα.

Να προσθέσω επίσης, πως γλωσσικά όλα ήταν άψογα, ώριμη γραφή και ύφος, σωστά λογοτεχνήματα. Κανένα δεν ήταν πρόχειρη δουλειά και σε αυτό σίγουρα θα συνέβαλε και η επιμελήτρια, Ευλαμπία Τσιρέλη, καθηγήτρια του Imaginarium.

Ας δούμε λοιπόν τις ιστορίες.

Αγαπητέ κύριε Άγιε Βασίλη, της Χρυσάνθης Βουδούρη: Αυτό ήταν το αγαπημένο μου διήγημα. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, δεν προσπάθησε να δομήσει μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Μέσα από το γράμμα ενός παιδιού στο πάρα πολύ μακρινό μέλλον, βλέπουμε τον τρόπο που φαντάζεται η συγγραφέας το αύριο και ειλικρινά με τρόμαξε. Δεν ήταν διήγημα τρόμου, αλλά μέσα από την αθωότητα ενός παιδιού συνειδητοποιεί ο αναγνώστης πόσο δεν εκτιμάμε όσα έχουμε σήμερα και έτσι τα καταστρέφουμε. Θέλουμε στα αλήθεια οι επόμενες γενιές να είναι απλά μια ύπαρξη και να μην μπορέσουν να απολαύσουν τη φύση, τις γιορτές, τα απλά καθημερινά πράγματα; Ειλικρινά αυτό το διήγημα είναι τροφή για σκέψη και μια πολύ δυνατή αρχή γι' αυτή την ανθολογία. 

Γυρίνοι, του Χαράλαμπου Δρουκόπουλου: Το συγκεκριμένο διήγημα ήταν Λαβκραφτιανού χαρακτήρα. Αυτό με προβλημάτισε γιατί η ιδέα ότι τα πλάσματα της αβύσσου θα κυριαρχήσουν δε συνάδει απαραίτητα με τη δυστοπία. Η ιστορία ισορροπούσε μεταξύ επιστημονικής φαντασίας και κοσμικού τρόμου, αλλά δεν είδα ξεκάθαρα τη δυστοπία. Επιπλέον, η επιρροή του Λάβκραφτ ήταν φανερή όχι μόνο στα πλάσματα, αλλά στη δομή της ιστορίας, με αποτέλεσμα να μου λείπει το συναίσθημα. Ίσως επειδή σαν μεγάλη θαυμάστρια του Λάβκραφτ έχω διαβάσει ξανά και ξανά διηγήματα σε αυτό το πνεύμα να θέλω κάτι παραπάνω. Αν ο συγγραφέας σκέφτεται μελλοντικά ένα μυθιστόρημα σε αυτό το είδος, μια ιστορία πιο ανεπτυγμένη, με χαρά θα την έπαιρνα στα χέρια μου. 

Φοβούμενοι το αύριο, της Ειρήνης - Αλεξάνδρας Καζαντζάνη: Εδώ έχουμε μια κλασική αναπαράσταση του μέλλοντος με βάση αυτό που ζούμε σήμερα, την τεχνολογία να καταλαμβάνει κάθε πτυχή της ζωής μας. Αυτό δε σημαίνει ότι το διήγημα ήταν βαρετό ή μη πρωτότυπο. Κάθε άλλο. Είδα μια άλλη οπτική σε μια φοβία που έχω και εγώ και φαντάζομαι πολλής ακόμα κόσμος. Μια ιδέα, κάτι τεχνητό αντικαθιστά πλήρως τον άνθρωπο και όταν αποκτά χαρακτηριστικά του, προκύπτει το χάος. Και αυτό το διήγημα μας δίνει τροφή για σκέψη, καθώς παραπέμπει στο όλο κόνσεπτ του Φρανκενστάιν. Το ότι δημιουργούμε κάτι σε μια προσπάθεια εξέλιξης δε σημαίνει ότι θα έχει θετικά αποτελέσματα.

Μια εναλλακτική στο θάνατο, της Δέσποινας Καμαριώτη: Και αυτό ήταν από τα διηγήματα που ξεχώρισα. Ήταν αρκετά γροτέσκο και μου θύμισε την Ιστορία του χειρούργου. Εδώ φαίνεται καθαρά η δυστοπία στο πόσο τρομακτική μπορεί να αποδειχθεί η ανθρώπινη φύση. Ίσως μέχρι στιγμής να σας έχω δώσει την εντύπωση ότι είμαι κατά της τεχνολογίας, αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Δε θα μπορούσα να επιβιώσω σε ένα λιγότερο αναπτυγμένο κόσμο. Ο φόβος μου αφορά την ανθρώπινη φύση και πόσο άρρωστη αποδεικνύεται πολλές φορές. Το διήγημα ίσως να φανεί σε κάποιους υπερβολικό, αλλά νομίζω πως ήταν από τα λίγα με τόση τόλμη. Με τόσα που γίνονται αυτή τη στιγμή, δε θεωρώ πως κάτι τέτοιο είναι απίθανο. Ένα τεράστιο μπράβο στη συγγραφέα.

Το παιχνίδι, της Ιωάννας Μαγοπούλου: Σε αυτή την ιστορία ένιωσα κάπως διχασμένη. Από τη μία έλαβα το μήνυμα ότι η τεχνολογία δε χρησιμοποιείται πάντα για καλό - και κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει-, ότι μας αποξενώνει - που επίσης δε βρίσκω επιχειρήματα να το αναιρέσω - και από την άλλη αναφέρεται ένα βιντεοπαιχνίδι. Δε θεωρώ πια ότι αυτά ευθύνονται για τη βία που υπάρχει γύρω μας, γιατί σας διαβεβαιώνω ότι και στο παρελθόν μια χαρά χυνόταν αίμα. Ίσως όμως να μην ήταν αυτό που ήθελε να περάσει η συγγραφέας, οπότε είμαι επιφυλακτική. Σε κάθε περίπτωση, κατανοώ έστω ένα μέρος του προβληματισμού της και αυτό που μας παρουσίασε ήταν πέρα για πέρα δυστοπία. 

Ο Οίκος των θαυμάτων, του Στέλιου Μαρμελούδη: Μετά την πρώτη μου επαφή με το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα είχα μεγάλη περιέργεια να δω τι θα μας παρουσίαζε σε αυτή την ανθολογία. Και δεν μπορώ να πω ότι απογοητεύτηκα. Αυτή η ιστορία μετατοπίζει ως ένα βαθμό το βάρος από την κοινωνία στην προσωπική επιλογή του καθενός. Ένα δυστοπικό μέλλον δε θα άλλαζε μόνο το μεγάλο μέρος, αλλά και το πιο μικρό. Σαφώς και είναι αλληλένδετα, αλλά χρειάζεται αρκετές φορές να ρίξουμε μια ματιά στο μικροσκόπιο. Εδώ, λοιπόν, έχουμε ένα αρκετά σκοτεινό με vice στοιχεία διήγημα που υπογραμμίζει πρώτα από όλα τα ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου. 

Ζητήματα φύλου, του Βασίλη Ματσιόλα - Παπαστογιαννίδη: Αυτό ήταν το τρίτο διήγημα που ξεχώρισα. Ένα από τα χαρακτηριστικά της δυστοπίας είναι οι κοινωνίες να ξεχνάνε κάθε μορφή προόδου που είχαν κάνει και να μεσουρανούν οι διακρίσεις. Σε αυτή την ιστορία δεν ήταν τόσο έντονο αυτό το στοιχείο, αλλά ο συγγραφέας δεν παρέλειψε να αναφέρει το θέμα της φυλετικής διάκρισης και το απίστευτα παρωχημένο συναίσθημα απογοήτευσης όταν το νέο μωρό της οικογένειας ήταν κορίτσι. Χάρηκα ιδιαίτερα που αυτή η ιστορία γράφτηκε από άντρα, γιατί έτσι φαίνεται πως οι κραυγές αγωνίας μας δεν αγνοούνται από όλους.

Ο θάνατος σου η ζωή μου, του Γιώργου Μπάρδα: Αυτή η ιστορία μου θύμισε το Νεκρωταφίο ζώων του Κινγκ. Όταν γνωρίζουμε την απώλεια, αυτό το αποκαρδιωτικό γεγονός, σκεφτόμαστε πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν το αγαπημένο μας πρόσωπο παρέμενε δίπλα μας. Σε ένα δυστοπικό μέλλον, που η τεχνολογία καθορίζει πλήρως τις ζωές μας, θα μπορούσαμε να είχαμε τη δεύτερη ευκαιρία, αλλά δε θα ήταν αληθινή εμπειρία. Το συγκεκριμένο διήγημα υπογραμμίζει πως πολλά πράγματα χάρις την τεχνολογία είναι μια ψευδαίσθηση. Μου προκάλεσε πάρα πολλά συναισθήματα παρά το μέγεθος του και με βοήθησε να ταυτιστώ με τον πρωταγωνιστή. 

Η επιστροφή του Λαζάρου, του Δημήτρη Μπέττα: Η συγκεκριμένη ιστορία με έβαλε σε πολλές σκέψεις, κυρίως γιατί έχασα το βασικό νόημα. Σίγουρα αναφέρει πού θα μπορούσαμε να φτάσουμε με την τεχνολογία και είχε στοιχεία sci fi, αλλά δεν έπιασα το ρεζουμέ. Πώς ακριβώς φαντάζεται ο συγγραφέας το μέλλον μας; Τι είναι αυτό που πιστεύει ότι θα αλλάξει στις κοινωνίες;

Είναι που οι αθάνατοι δεν έχουν μνήμη, της Αρετής Πούλιου: Αυτό ήταν από τα διηγήματα που με συγκίνησαν και που ευχόμουν να ήταν ολόκληρο μυθιστόρημα για να αναπτυχθεί περισσότερο και να μου απαντήσει ερωτήματα που ίσως σε κάποιον να φανούν υπερβολικές λεπτομέρειες, αλλά σαν ιστορικός έχω μάθει να ξεψαχνίζω τα πάντα. Το νόημα πάντως είναι η μοναχικότητα και η τρομακτική απομάκρυνση από κάθε συναίσθημα, γεγονός που θα μας καταστήσει απλές υπάρξεις. Δε θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αναμνήσεις, χωρίς λύπες και χαρές ή τον τρόπο να απολαμβάνω μικρά και μεγάλα πράγματα. Κι όμως θα μπορούσε να συμβεί και ελπίζω όποιος το επιθυμεί να διαβάσει αυτή την ιστορία για να δει ότι κάτι τέτοιο θα είναι σκέτη καταστροφή.

Ο ερεβώδης αιματίτης, του Ιωάννη Σαββίδη: Το συγκεκριμένο διήγημα τοποθετείται μεν στο μακρινό μέλλον, έχει στοιχεία κοινωνικών διακρίσεων, εντάσεις, πλήρη καταπάτηση δικαιωμάτων, αρκετά στοιχεία δυστοπίας, αλλά αισθάνθηκα ότι ήταν περισσότερο φαντασία. Οι αναφορές στην αλχημεία και οι ανάμιξη μαγικών όντων με προβλημάτισαν για το αν η ιστορία ταιριάζει με το όλο κόνσεπτ. Δε σημαίνει ότι δεν μου άρεσε και δεν τη βρήκα αρκετά ιδιαίτερη και σχεδόν πρωτότυπη, αλλά δεν ξέρω αν ταιριάζει στη συγκεκριμένη ανθολογία. 

Διαιώνιση, του Σιμωνίδη Φλέσσα: Τρόμαξα. Τρόμαξα πολύ. Ίσως αν ήμουν μεγαλύτερη ηλικιακά να ένιωθα πιο ήρεμη, αλλά σαν νεαρή φοβάμαι, γιατί μια τέτοια ιδέα δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Ο κόσμος θα κάνει τα πάντα για να διατηρήσει τη νιότη του και τι πιο ταιριαστό από το να την κλέψει από τους νέους. Ανατριχιάζω και μόνο που θυμάμαι το διήγημα. Η δυστοπία που δε φαντάζει τόσο μακρινή είναι από τα πιο δυνατά αναγνώσματα για αυτή την περίοδο.

Καλύτερο μέλλον, της Βασιλικής Χαλιαμπάλια: Αυτό ήταν ένα διήγημα που το φαντάζομαι ως μυθιστόρημα, ταινία, βιντεοπαιχνίδι. Η ιδέα είναι τόσο φρέσκια και σύγχρονη και μάλιστα συνδυάζει τη δυστοπία με το μυστήριο. Αν και στην αρχή το βρήκα υπερβολικό, όσο το σκεφτόμουν μετά με καθαρό μυαλό, συνειδητοποίησα ότι κάθε δυστοπικό έργο έχει δόση υπερβολής, αλλά με όσα έχει επιδείξει το ανθρώπινο γένος δεν είναι διόλου απίθανα. Σε συνάρτηση με την επιστημονική φαντασία και όλα όσα φανταζόμαστε για εξωγήινες δυνάμεις, αυτό το έργο θα μπορούσε άνετα να αναπτυχθεί περισσότερο και να δώσει μια γεμάτη αγωνία περιπέτεια. 

Μένθρυς, συλλογικό: Ο επίλογος της ανθολογίας ήταν ένα διήγημα από τους Στέλιο Μαρμελούδη, Βασιλική Χαλιαμπάλια, Ιωάννη Σαββίδη, Ειρήνη Αλεξάνδρα Καζαντζάνη και Χαράλαμπο Δρακόπουλο. Μου άρεσε πολύ, καθώς συνδύαζε βουνό με θάλασσα (κάτι άλλο συνδύαζε, αλλά δεν μπορώ να πω χωρίς να κάνω σπόιλερ), ενώ δε φάνηκε ότι ήταν γραμμένο από διαφορετικά άτομα. Υπήρξε άψογη συνεργασία για ένα άρτια δομημένο κείμενο. Ωστόσο, ήταν το τρίτο διήγημα που αισθάνθηκα ότι ήταν παράταιρο με το θέμα της ανθολογίας, γιατί μου έλειπε ό,τι απαρτίζει μια δυστοπία και είχε περισσότερο μαγεία.  


Σχόλια

  1. Πάντα η σπουδή σου στην βιβλιοπαρουσίαση αλλά και στο συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας με μαγεύει Δανάη και μου δείχνει τη μεγάλη βάση της συγκρότησής σου. Με λίγα λόγια σε καμαρώνω καλή μου φίλη κάθε φορά που θα αναλύσεις και θα προσεγγίσεις ένα τέτοιο έργο.
    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Σκέψεις για το ρόλο της τέχνης και της συγγραφής, γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης

 Ολόγυρά μας, ένας όμορφος μαγικός κόσμος της τέχνης, έχει απλωμένα τα φτερά του σε ένα διαρκές κάλεσμα στις σκέψεις αλλά και στα συναισθήματά μας. Δημιουργήματα εικαστικά, δημιουργήματα του λόγου, της κίνησης του σώματος, δημιουργήματα της σκηνής. Η αλληλεπίδραση μαζί του είναι μια σχέση που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι σήμερα. Για τους ανθρώπους, που γράφουμε. Για όλους εκείνους που προσπαθούμε να εκφραστούμε δημιουργικά μέσα από την πεζογραφία και την ποίηση. Έχουμε σκεφτεί άραγε, γιατί το κάνουμε; Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο πέρα από τη δύναμη της εξωτερίκευσης της εσωτερικής έμπνευσης; Με λίγα λόγια για να το πάω παρακάτω, το βαθύτερο κίνητρο ενός συγγραφικού έργου, μένει στενά στο να εκφράσει μόνο μια δοσμένη πλοκή, μια μυθοπλασία, ένα ποίημα; Ή προχωράει παραπέρα; Και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η "ομιλία"; Κακά τα ψέματα, μέσα σε κάθε λογοτεχνικό έργο, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας, όποιος και και να είναι αυτός, θα ...

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Ο Στάθης & η Αστάθεια

  Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης  Η πρώτη φορά που ο Στάθης είδε τον γέρο ήταν μια μέρα που λίγο διέφερε απ’ όσες προηγήθηκαν. Στη δουλειά το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπάει. Φωνές και φράσεις κοφτές, τυπικά ευγενικές μα ουσιαστικά αγενείς. Σπάνια πια, των παραπόνων και των απαιτήσεων προηγούνταν μια καλημέρα, ή μια καλησπέρα. Λες κι ήταν δεδομένο… Μα δεν ήταν. Κι έλειπε κι αυτό το χαμόγελο που εκείνος δεν θα μπορούσε να δει, μα αν μη τι άλλο θα το άκουγε. Είχε καλό αυτί όπως του λέγανε άλλωστε. Χρόνια στην ίδια θέση, επαγγελματικά είχε φτάσει στο απόγειο μιας καριέρας περιορισμένης και κομματάκι πεζής, να ανέχεται τον πάσα έναν που δεν πηδούσε ή δεν πηδιόταν αρκετά. Μπορεί βέβαια να μην έφταιγαν και οι πελάτες∙ το είχε σκεφτεί μια-δυο φορές και αυτό. Μπορεί να ήταν που και ο ίδιος δεν τους χαμογελούσε πια όπως παλιά. Όταν πήρε τη θέση, το ήθελε και το έκανε, μετά το προσπαθούσε. Στο τέλος το πέταξε στην άκρη σαν γραβάτα που κάπως σε στενεύει, κάπως σε πνίγει και δεν σου...