Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Καλώς ήρθες

Αναγνώστης, συγγραφέας, αρθρογράφος ή και απλός περαστικός... Είναι τιμή μας να σε έχουμε στην παρέα μας!

Επιλεγμένα

΄Ηταν απλά ένα φανταχτερό φόρεμα

  Αγαπημένο μου ημερολόγιο… Είμαι έξαλλη σήμερα! Πριν λίγη ώρα γνώρισα τους γονείς του Στάθη και κανονικά -μετά από τόσο καιρό που είμαστε μαζί- θα έπρεπε να είμαι κατενθουσιασμένη και να σκέφτομαι νυφικά και να κανονίζω ημερομηνίες γάμου, αλλά όχι! Βρίσκομαι στον καναπέ μου και γράφω σε εσένα. Ας το πιάσω από την αρχή όμως για να καταλάβεις κι εσύ. Πριν τρεις μέρες μου είπε πως έχει κανονίσει κάτι ιδιαίτερο για σήμερα. Στο είχα γράψει κιόλας. Θυμάσαι; Δεν είχε μπει σε λεπτομέρειες κι εγώ υπέθεσα πως θα ήθελε να κάνουμε κάτι ρομαντικό οι δυο μας. Με έπιασε λοιπόν μια κρίση και βγήκα για ψώνια με τη Μπέτι. Μεγάλο λάθος το ξέρω, αλλά ήθελα κάτι ξεχωριστό κι εκείνη μου πρότεινε να πάμε στην Αμερικανική Αγορά που βρίσκεται κάπου στην Αθήνα. Εγώ δεν ήξερα καν πως υπήρχε, αλλά εκείνη με διαβεβαίωσε πως εκεί μέσα θα έβρισκα τα καλύτερα χωρίς να χαλάσω πολλά λεφτά. Όταν είδα το συγκεκριμένο φόρεμα το ερωτεύτηκα. Ήταν τόσο λαμπερό και τόσο μόνο του πάνω στην κρεμάστρα, που δεν άντεξα

Το τραγούδι του Αϊκμαντού

Ήταν έτσι γραμμένο στα αιγυπτιακά χειρόγραφα, εδώ και πολλούς αιώνες. Πρώτα κατέφταναν στην όχθη του ποταμού οι γονείς. Οι γυναίκες φορούσαν όλες ανεξαιρέτως λευκούς μανδύες πάνω από τα φαρδιά τους λινά πουκάμισα, χρώμα τιμητικό για την ημέρα εκείνη. Οι άντρες ήταν οι μόνοι ξυπόλυτοι στην τελετή, ως ένδειξη σεβασμού.

Πρώτα πλησίαζαν τους τρεις ιερείς οι έγκυες. Έπιναν από ένα σμιλευμένο κύπελλο έναν ζωμό και οι ιερείς τους διάβαζαν μία ευχή για την ευημερία και μακροζωία του παιδιού που θα γεννούσαν. Ύστερα ήταν η ώρα που μαζευόμασταν εμείς τα παιδιά. Ο Ναζάρ περπατούσε δίπλα μου σιωπηλός, προβληματισμένος από τι στιγμή που μαζευτήκαμε και ξεκινήσαμε για το ποτάμι. Ίσως η διαίσθηση του τού έλεγε πως σήμερα θα επέλεγαν εκείνον. Όμως αυτό δεν έπρεπε να τον ανησυχεί, θα ήταν μεγάλη τιμή για την οικογένεια του αν τους διάλεγε ο Θεός Λίσεμ.

«Θα μου πεις τι έχεις; Κοντεύουμε να φτάσουμε!» τον σκούντησα μόλις ξεχώρισα στο βάθος το περικάρπιο της μαμάς με τις γαλάζιες χάντρες.

Ο Ναζάρ κοίταξε καχύποπτα γύρω του πριν μου μιλήσει.

«Η μάνα. Είναι έγκυος. Όμως φοβάται να το πει ακόμη στον πατέρα».

«Αν σε επιλέξει ο Θεός; Θα αναγκαστεί να μιλήσει!»

«Λες να μην το ξέρω;!» με ρώτησε με εκνευρισμό.

Η τελετή στον Αϊκμαντού γινόταν μία φορά τον χρόνο. Οι ιερείς με κλήρωση επέλεγαν ένα αγόρι, τον Βενιαμίν, τον μικρότερο της οικογενείας, ο οποίος θα χανόνταν για πάντα στα βάθη του Αϊκμαντού και η ψυχή του θα τάιζε τον Θεό Λίσεμ για να έχουμε ευημερία, λιγότερες αρρώστιες και μέρες ξηρασίας μέχρι την επόμενη θυσία το νέο έτος.

Η ιστορία της τελετής αυτής πάει χρόνια πίσω, την ιστορία μου την είχε πει η μαμά. Ένα μικρό αγόρι είχε προσπαθήσει να ψαρέψει με ένα μακρύ καλάμι στο πλάι του πατέρα του, όμως το νερό τον παρέσυρε στο βυθό του ποταμού. Εκείνη η χρονιά ήταν αρκετά σωτήρια για τον τόπο, η γη γέμισε σιτάρι και τα δέντρα γέμισαν καρπούς με φρούτα. Οι ιερείς που ήξεραν να δίνουν ορισμούς σε όλα, είπαν πως ο Θεός Λίσεμ, πήρε υπό την προστασία του το νεκρό παιδί στους ουρανούς και τράφηκε από την αγνή ψυχή του. Γι’ αυτό και μας ευχαρίστησε προσφέροντας την εύνοια του. Ο ποταμός Αϊκμαντού πήρε το όνομα του από εκείνο το παιδί και έκτοτε το χωριό μας θυσιάζει με τιμή μία αγνή ψυχή κάθε χρόνο. Καμία οικογένεια δε φοβάται για την ώρα της τελετής. Ίσα ίσα, οι γυναίκες γεννάνε πολλά παιδιά για να έχουν πάντα την πιθανότητα της επιλογής τους από τον Θεό. Σαφώς όμως, παιδιά σαν τον Ναζάρ δεν είναι τόσο γενναία. Δειλιάζουν. Μέχρι να γεννηθώ εγώ και ο αδερφός μου δείλιαζε στη σκέψη του θανάτου, όμως ο πατέρας τον έτρεφε με πολλά λόγια για την τιμή που θα έμπαινε στο σπιτικό μας. Μερικές φορές όμως δεν είχε αντοχές για λόγια και τον έτρεφε με ξυλιές στον πισινό.

Είχαμε πια φτάσει πολύ κοντά στους δικούς μας. Ο Ναζάρ στριμώχτηκε δίπλα μου σαν να ήταν πολύ μικρός ο χώρος γύρω μας.

«Η μάνα φοβάται. Κοίτα!» μου έδειξε προς το μέρος της με το κεφάλι του.

Τα καστανά μάτια του είχαν γεμίσει από σκιές θλιμμένες.

«Ίσως δεν σε επιλέξουν. Κοίτα πόσοι είμαστε εδώ!» του ψιθύρισα με έμφαση.

«Δε με νοιάζει να πεθάνω! Με νοιάζει που, αν η μάνα κάνει αγόρι και πέσει φέτος η μοίρα πάνω μας, του χρόνου θα πρέπει να θυσιάσει το μωρό που δε πρόλαβε να ζήσει! Θα πεθάνει από τη στεναχώρια της!»

Έτσι γινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις. Αν η οικογένεια τής οποίας είχε επιλεγεί ο μικρότερος γιος από τον Θεό περίμενε να υποδεχτεί τους επόμενους μήνες νέο μέλος, τη θέση της έπαιρνε άλλη φαμίλια και το μωρό, αν ήταν αγόρι, θα θυσιαζόταν το επόμενο έτος. Αν ήταν θηλυκό, η εκλογή θα εφαρμοζόταν κανονικά.

«Αν ακουστεί το όνομα σας;» με ρώτησε ο Ναζάρ «Δε σκέφτεσαι τους δικούς σου;»

«Δε με νοιάζει. Ο πατέρας θα χαρεί που επιτέλους θα έρθει η σειρά του σπιτιού του να λάβει την εύνοια του Θεού. Δώδεκα χρόνια έζησα, άλλοι δεν έχουν ξεπεράσει ούτε τα μισά!»

«Άλλοι έχουν παιδιά όμως!»

«Τις τιμές όμως του Θεού δεν τις έχουν χαρεί ποτέ! Αν είναι να κάνω τον πατέρα περήφανο, θα το κάνω και δε θα χύσω ούτε δάκρυ!»

Ο Ναζάρ σώπασε λίγο. Ήλπιζα πως θα δεχόταν όσα του έλεγα, όμως έκανα λάθος. Οι ιερείς ξεκίνησαν να ψέλνουν έναν ύμνο πριν μας ανακοινώσουν το όνομα της εκλογής.

«Δε φοβάσαι; Για το μετά. Είσαι σίγουρος πως όσα μας λένε είναι αλήθεια; Αν μας κοροϊδεύουν και πεθάνουμε χωρίς λόγο; Αν η ψυχή μας δεν πάει στο βασίλειο του Λίσεμ, αν δεν πάει πουθενά; Αν υπάρχει μόνο κρύο και σκοτάδι εκεί που θα καταλήξουμε;»

«Τι κουταμάρες είναι αυτές που λες τέτοια ώρα;! Εκείνοι έχουν διαβάσει, έχουν μελετήσει τον κόσμο, ξέρουν τι είναι καλό για μας! Ο Αϊκμαντού μας κρατάει ασφαλής!»

Πράγματι το πίστευα. Ή μάλλον ήθελα να το πιστεύω. Δεν επιδίωξα ποτέ να ασχοληθώ με τέτοιου είδους απαισιόδοξες σκέψεις, έχω μόνο πίστη στα λόγια της μαμάς: το πραγματικό ταξίδι βρίσκεται πέρα από αυτόν τον κόσμο.

Οι ιερείς σταμάτησαν. Ο ένας βγήκε πιο μπροστά από τους άλλους δύο και σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό και έπειτα το κεφάλι του κλείνοντας τα μάτια.

«Αντίλ!» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε και το χέρι του Ναζάρ γράπωσε το δικό μου.

Δεν είχα χρόνο να του πω λέξη. Μόνο τα μάτια μου μπορούσαν να του μιλήσουν για τελευταία φορά. Έτσι τον κοίταξα γαλήνια, με μια ηρεμία που όμοια της δεν είχα ξανανιώσει. Δεν έπρεπε ούτε αυτός να ανησυχεί. Τα υπόλοιπα παιδιά μπροστά μου άνοιξαν τον δρόμο και υποκλινόταν ένα ένα καθώς περνούσα από μπροστά τους σε ένδειξη σεβασμού. Πήγα πρώτα στον πατέρα κι εκείνος με φίλησε βιαστικά στο κούτελο ψιθυρίζοντας μου πως το χωριό θα στήσει φαγοπότι στη μνήμη μου που θα το θυμούνται γενιές αργότερα. Ούτε με τα αδέρφια μου κατάφερα να μιλήσω, μόνο το χέρι μου έβαλα πάνω στην κοιλιά της αδερφής μου της μεγάλης και ψέλλισα μια ευχή. Η μαμά κράτησε τα χέρια μου και τα φίλησε εναλλάξ τρεις φορές. Ήταν ο τρόπος της κάθε μέρα να μου εκφράζει την αγάπη της. Χάιδεψε το μάγουλο μου και έφερε τα χείλη της κοντά στο αφτί μου πριν με σπρώξει μακριά της για τελευταία φορά.

«Alnaharu, 'awsalah 'iilaa hunak».

Ποτάμι, στείλε τον εκεί.

Ήμουν στα χέρια του Αϊκμαντού πια. Η δροσιά του μου έδινε αμέτρητους λόγους να ελπίζω, τόσους που, όπως είπα και στον Ναζάρ, δε θα με έκαναν να δακρύσω. Και έτσι δε φοβήθηκα ούτε όταν το λεπίδι των ιερέων άγγιξε τον λαιμό μου. Ούτε όταν έσβησαν ακαριαία όλες μου οι αισθήσεις. Ποτάμι, άκουσε τη μαμά…

Στείλε με εκεί.


Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Back to Top