Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Το τραγούδι του Αϊκμαντού

Ήταν έτσι γραμμένο στα αιγυπτιακά χειρόγραφα, εδώ και πολλούς αιώνες. Πρώτα κατέφταναν στην όχθη του ποταμού οι γονείς. Οι γυναίκες φορούσαν όλες ανεξαιρέτως λευκούς μανδύες πάνω από τα φαρδιά τους λινά πουκάμισα, χρώμα τιμητικό για την ημέρα εκείνη. Οι άντρες ήταν οι μόνοι ξυπόλυτοι στην τελετή, ως ένδειξη σεβασμού.

Πρώτα πλησίαζαν τους τρεις ιερείς οι έγκυες. Έπιναν από ένα σμιλευμένο κύπελλο έναν ζωμό και οι ιερείς τους διάβαζαν μία ευχή για την ευημερία και μακροζωία του παιδιού που θα γεννούσαν. Ύστερα ήταν η ώρα που μαζευόμασταν εμείς τα παιδιά. Ο Ναζάρ περπατούσε δίπλα μου σιωπηλός, προβληματισμένος από τι στιγμή που μαζευτήκαμε και ξεκινήσαμε για το ποτάμι. Ίσως η διαίσθηση του τού έλεγε πως σήμερα θα επέλεγαν εκείνον. Όμως αυτό δεν έπρεπε να τον ανησυχεί, θα ήταν μεγάλη τιμή για την οικογένεια του αν τους διάλεγε ο Θεός Λίσεμ.

«Θα μου πεις τι έχεις; Κοντεύουμε να φτάσουμε!» τον σκούντησα μόλις ξεχώρισα στο βάθος το περικάρπιο της μαμάς με τις γαλάζιες χάντρες.

Ο Ναζάρ κοίταξε καχύποπτα γύρω του πριν μου μιλήσει.

«Η μάνα. Είναι έγκυος. Όμως φοβάται να το πει ακόμη στον πατέρα».

«Αν σε επιλέξει ο Θεός; Θα αναγκαστεί να μιλήσει!»

«Λες να μην το ξέρω;!» με ρώτησε με εκνευρισμό.

Η τελετή στον Αϊκμαντού γινόταν μία φορά τον χρόνο. Οι ιερείς με κλήρωση επέλεγαν ένα αγόρι, τον Βενιαμίν, τον μικρότερο της οικογενείας, ο οποίος θα χανόνταν για πάντα στα βάθη του Αϊκμαντού και η ψυχή του θα τάιζε τον Θεό Λίσεμ για να έχουμε ευημερία, λιγότερες αρρώστιες και μέρες ξηρασίας μέχρι την επόμενη θυσία το νέο έτος.

Η ιστορία της τελετής αυτής πάει χρόνια πίσω, την ιστορία μου την είχε πει η μαμά. Ένα μικρό αγόρι είχε προσπαθήσει να ψαρέψει με ένα μακρύ καλάμι στο πλάι του πατέρα του, όμως το νερό τον παρέσυρε στο βυθό του ποταμού. Εκείνη η χρονιά ήταν αρκετά σωτήρια για τον τόπο, η γη γέμισε σιτάρι και τα δέντρα γέμισαν καρπούς με φρούτα. Οι ιερείς που ήξεραν να δίνουν ορισμούς σε όλα, είπαν πως ο Θεός Λίσεμ, πήρε υπό την προστασία του το νεκρό παιδί στους ουρανούς και τράφηκε από την αγνή ψυχή του. Γι’ αυτό και μας ευχαρίστησε προσφέροντας την εύνοια του. Ο ποταμός Αϊκμαντού πήρε το όνομα του από εκείνο το παιδί και έκτοτε το χωριό μας θυσιάζει με τιμή μία αγνή ψυχή κάθε χρόνο. Καμία οικογένεια δε φοβάται για την ώρα της τελετής. Ίσα ίσα, οι γυναίκες γεννάνε πολλά παιδιά για να έχουν πάντα την πιθανότητα της επιλογής τους από τον Θεό. Σαφώς όμως, παιδιά σαν τον Ναζάρ δεν είναι τόσο γενναία. Δειλιάζουν. Μέχρι να γεννηθώ εγώ και ο αδερφός μου δείλιαζε στη σκέψη του θανάτου, όμως ο πατέρας τον έτρεφε με πολλά λόγια για την τιμή που θα έμπαινε στο σπιτικό μας. Μερικές φορές όμως δεν είχε αντοχές για λόγια και τον έτρεφε με ξυλιές στον πισινό.

Είχαμε πια φτάσει πολύ κοντά στους δικούς μας. Ο Ναζάρ στριμώχτηκε δίπλα μου σαν να ήταν πολύ μικρός ο χώρος γύρω μας.

«Η μάνα φοβάται. Κοίτα!» μου έδειξε προς το μέρος της με το κεφάλι του.

Τα καστανά μάτια του είχαν γεμίσει από σκιές θλιμμένες.

«Ίσως δεν σε επιλέξουν. Κοίτα πόσοι είμαστε εδώ!» του ψιθύρισα με έμφαση.

«Δε με νοιάζει να πεθάνω! Με νοιάζει που, αν η μάνα κάνει αγόρι και πέσει φέτος η μοίρα πάνω μας, του χρόνου θα πρέπει να θυσιάσει το μωρό που δε πρόλαβε να ζήσει! Θα πεθάνει από τη στεναχώρια της!»

Έτσι γινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις. Αν η οικογένεια τής οποίας είχε επιλεγεί ο μικρότερος γιος από τον Θεό περίμενε να υποδεχτεί τους επόμενους μήνες νέο μέλος, τη θέση της έπαιρνε άλλη φαμίλια και το μωρό, αν ήταν αγόρι, θα θυσιαζόταν το επόμενο έτος. Αν ήταν θηλυκό, η εκλογή θα εφαρμοζόταν κανονικά.

«Αν ακουστεί το όνομα σας;» με ρώτησε ο Ναζάρ «Δε σκέφτεσαι τους δικούς σου;»

«Δε με νοιάζει. Ο πατέρας θα χαρεί που επιτέλους θα έρθει η σειρά του σπιτιού του να λάβει την εύνοια του Θεού. Δώδεκα χρόνια έζησα, άλλοι δεν έχουν ξεπεράσει ούτε τα μισά!»

«Άλλοι έχουν παιδιά όμως!»

«Τις τιμές όμως του Θεού δεν τις έχουν χαρεί ποτέ! Αν είναι να κάνω τον πατέρα περήφανο, θα το κάνω και δε θα χύσω ούτε δάκρυ!»

Ο Ναζάρ σώπασε λίγο. Ήλπιζα πως θα δεχόταν όσα του έλεγα, όμως έκανα λάθος. Οι ιερείς ξεκίνησαν να ψέλνουν έναν ύμνο πριν μας ανακοινώσουν το όνομα της εκλογής.

«Δε φοβάσαι; Για το μετά. Είσαι σίγουρος πως όσα μας λένε είναι αλήθεια; Αν μας κοροϊδεύουν και πεθάνουμε χωρίς λόγο; Αν η ψυχή μας δεν πάει στο βασίλειο του Λίσεμ, αν δεν πάει πουθενά; Αν υπάρχει μόνο κρύο και σκοτάδι εκεί που θα καταλήξουμε;»

«Τι κουταμάρες είναι αυτές που λες τέτοια ώρα;! Εκείνοι έχουν διαβάσει, έχουν μελετήσει τον κόσμο, ξέρουν τι είναι καλό για μας! Ο Αϊκμαντού μας κρατάει ασφαλής!»

Πράγματι το πίστευα. Ή μάλλον ήθελα να το πιστεύω. Δεν επιδίωξα ποτέ να ασχοληθώ με τέτοιου είδους απαισιόδοξες σκέψεις, έχω μόνο πίστη στα λόγια της μαμάς: το πραγματικό ταξίδι βρίσκεται πέρα από αυτόν τον κόσμο.

Οι ιερείς σταμάτησαν. Ο ένας βγήκε πιο μπροστά από τους άλλους δύο και σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό και έπειτα το κεφάλι του κλείνοντας τα μάτια.

«Αντίλ!» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε και το χέρι του Ναζάρ γράπωσε το δικό μου.

Δεν είχα χρόνο να του πω λέξη. Μόνο τα μάτια μου μπορούσαν να του μιλήσουν για τελευταία φορά. Έτσι τον κοίταξα γαλήνια, με μια ηρεμία που όμοια της δεν είχα ξανανιώσει. Δεν έπρεπε ούτε αυτός να ανησυχεί. Τα υπόλοιπα παιδιά μπροστά μου άνοιξαν τον δρόμο και υποκλινόταν ένα ένα καθώς περνούσα από μπροστά τους σε ένδειξη σεβασμού. Πήγα πρώτα στον πατέρα κι εκείνος με φίλησε βιαστικά στο κούτελο ψιθυρίζοντας μου πως το χωριό θα στήσει φαγοπότι στη μνήμη μου που θα το θυμούνται γενιές αργότερα. Ούτε με τα αδέρφια μου κατάφερα να μιλήσω, μόνο το χέρι μου έβαλα πάνω στην κοιλιά της αδερφής μου της μεγάλης και ψέλλισα μια ευχή. Η μαμά κράτησε τα χέρια μου και τα φίλησε εναλλάξ τρεις φορές. Ήταν ο τρόπος της κάθε μέρα να μου εκφράζει την αγάπη της. Χάιδεψε το μάγουλο μου και έφερε τα χείλη της κοντά στο αφτί μου πριν με σπρώξει μακριά της για τελευταία φορά.

«Alnaharu, 'awsalah 'iilaa hunak».

Ποτάμι, στείλε τον εκεί.

Ήμουν στα χέρια του Αϊκμαντού πια. Η δροσιά του μου έδινε αμέτρητους λόγους να ελπίζω, τόσους που, όπως είπα και στον Ναζάρ, δε θα με έκαναν να δακρύσω. Και έτσι δε φοβήθηκα ούτε όταν το λεπίδι των ιερέων άγγιξε τον λαιμό μου. Ούτε όταν έσβησαν ακαριαία όλες μου οι αισθήσεις. Ποτάμι, άκουσε τη μαμά…

Στείλε με εκεί.


Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...