Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης Ένα, δύο, τρία Φίλοι και σχέσεις ∙ κουκιά μετρημένα στο μυαλό σου. Ξέρεις τα δικά σου, πως τα κατέκτησες νομίζεις. Κι έφτιαξες έναν κύκλο... Μα το άσπρο που ζωγράφιζες δεν ήταν ασβέστης και έτσι δεν έγινε ποτέ μπετό. Ήτανε κιμωλία. Ας είναι λες, θα αντέξει, και ξαναμετράς. Ένα, δύο Κάποιος σου λείπει ξαφνικά και τα κουκιά λιγοστέψαν. Ξέρεις όμως τουλάχιστον αυτά που σου 'χουν μείνει. Έτσι δεν λογαριάζεις; Ο κύκλος λίγο μίκρυνε, εσύ μεγάλωσες. Σαν ν' άρχισες ν' ασφυκτιάς μέσα στα πλαίσια σου. Μα χώρο δεν προτίθεσαι να δώσεις άλλο. Όποιος με θέλει, λες, θα στριμωχτεί. Ένα. Πού είναι τώρα τα κουκιά σου αναρωτιέσαι Σου φύγαν ή τα έδιωξες; Δεν ξέρεις. Μονάχα χώρο βλέπεις γύρω σου κενό και πνιγηρό, παρά την άπλα. Πού είναι οι γραμμές σου αλήθεια; Πού πήγανε, άραγε, αυτά που κάποτε περίμενες πως θα σε περιμένουν; Μηδέν . Και ξαφνικά ταράζεσαι, τρομάζεις και...