" Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...
Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης Ένα, δύο, τρία Φίλοι και σχέσεις ∙ κουκιά μετρημένα στο μυαλό σου. Ξέρεις τα δικά σου, πως τα κατέκτησες νομίζεις. Κι έφτιαξες έναν κύκλο... Μα το άσπρο που ζωγράφιζες δεν ήταν ασβέστης και έτσι δεν έγινε ποτέ μπετό. Ήτανε κιμωλία. Ας είναι λες, θα αντέξει, και ξαναμετράς. Ένα, δύο Κάποιος σου λείπει ξαφνικά και τα κουκιά λιγοστέψαν. Ξέρεις όμως τουλάχιστον αυτά που σου 'χουν μείνει. Έτσι δεν λογαριάζεις; Ο κύκλος λίγο μίκρυνε, εσύ μεγάλωσες. Σαν ν' άρχισες ν' ασφυκτιάς μέσα στα πλαίσια σου. Μα χώρο δεν προτίθεσαι να δώσεις άλλο. Όποιος με θέλει, λες, θα στριμωχτεί. Ένα. Πού είναι τώρα τα κουκιά σου αναρωτιέσαι Σου φύγαν ή τα έδιωξες; Δεν ξέρεις. Μονάχα χώρο βλέπεις γύρω σου κενό και πνιγηρό, παρά την άπλα. Πού είναι οι γραμμές σου αλήθεια; Πού πήγανε, άραγε, αυτά που κάποτε περίμενες πως θα σε περιμένουν; Μηδέν . Και ξαφνικά ταράζεσαι, τρομάζεις και...