Έγραψες ένα βιβλίο. Σου πήρε μήνες, αμέτρητα ξενύχτια, έκλαψες πάνω απ’ το πληκτρολόγιο για τους ήρωές σου και όσα πέρασαν. Το "χτένισες" χίλιες φορές για να βρεις τα λάθη, τις αστοχίες, τις παραλείψεις. Το στέλνεις τελικά σε εκδοτικούς. Σου ζητούν χρήματα, ή και όχι, σου τάζουν την καλύτερη προώθηση, σου στέλνουν συμφωνητικά. Καταλήγεις να υπογράψεις. Συγχαρητήρια. Τα κατάφερες. Ίσως. Το βιβλίο σου πέφτει στα χέρια επιμελητών, περιμένεις με αγωνία τις υποδείξεις τους, τις διορθώσεις τους, θα συμφωνήσεις με κάποιες, θα διαφωνήσεις με άλλες. Αν είσαι τυχερός, ο επιμελητής δε θα σταθεί μόνο στα γλωσσικά, θα βρει πιθανές τρύπες στην πλοκή, θα σε βοηθήσει να κάνεις το κείμενό σου καλύτερο. Αν δεν είσαι τυχερός, το βιβλίο σου θα βγει εκεί έξω με προβλήματα. Ήρθε η ώρα του εξωφύλλου. Αν είσαι τυχερός, θα το κουβεντιάσουν μαζί σου, αν όχι, θα σου επιβάλλ...
Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...