Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...
Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...