Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
"Πολλές φορές, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μια όμορφη ιστορία να μας ψαχουλέψει λίγο καλύτερα" Αυτό λοιπόν είναι ένα θέμα που με απασχόλησε μόνο όταν οι εμπειρίες μου με ανάγκασαν να το αντιμετωπίσω. Πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, φόρεσα με μεγάλη υπερηφάνια, ίσως τη μεγαλύτερη που έχω νιώσει στην έως τώρα ζωή μου, άλλη μία ταμπέλα: αυτή του πατέρα , όταν η γυναίκα μου μού χάρισε την κόρη μας. Όποιος το έχει ζήσει το γνωρίζει. Από τη μία στιγμή στην άλλη, αλλά και πιο αργά, πιο ασυνείδητα, επιτελούνται μέσα σου πολλές αλλαγές στον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, τους κινδύνους, τους ανθρώπους, τις γυναίκες, αν ευτυχήσεις να έχεις κόρη, και πολλά άλλα που μέχρι πρότινος σου έμοιαζαν κομματάκι αδιάφορα, ως σκέψεις τουλάχιστον και ως θεματολογίες. Μέσα στα λοιπά λοιπόν, που συχνά λέγονται αλλά σπανίως εξηγούνται, είναι και η λογοτεχνία. Άρχισα να βλέπω αλλιώς τις γυναίκες ηρωίδες, τους άντρες, τις δυσάρεστες καταστάσεις και τους διάφορους ρόλους που ο συγγραφέας μοιράζει στο ca...