Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές. Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...
Μοιάζει τα τελευταία χρόνια να φοβόμαστε τη λέξη « κριτική », τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους κύκλους των social media . Όλο και λιγότεροι δημιουργοί χρησιμοποιούν τη λέξη για να τιτλοφορήσουν τις αναρτήσεις τους, ή αντίστοιχες σύνθετες λέξεις που παλιά συνηθίζονταν, όπως η « βιβλιοκριτική ». Πέραν αυτού του γεγονότος, υπάρχει και σθεναρή αντίσταση σε όσους χρησιμοποιούν ακόμη τον όρο. Πολλές φορές, μάλιστα, υψώνονται επιχειρήματα -αδιαπέραστα σαν το Σινικό Τείχος- πως για να κάνεις κριτική πρέπει να κατέχεις μια συγκεκριμένη ιδιότητα, η οποία θα πρέπει και να αποδεικνύεται. Σε παλαιότερο άρθρο στο παρόν blog είχα τοποθετηθεί εν μέρει, υποστηρίζοντας πως το βιβλίο, πέραν της πνευματικής και καλλιτεχνικής του υπόστασης, αποτελεί ένα προϊόν το οποίο διατίθεται προς πώληση· ως εκ τούτου, εμπίπτει σε όσα υπόκεινται στην κριτική (ή στην κρίση) του αγοραστικού κοινού, όπως κάθε άλλο προϊόν. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι αυτό το έχουμε θίξει ξανά, θέλω αυτή τη φορά να το προσπεράσουμε και να επ...