Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ {Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά}

                                       


                                            

                                             


Πάντα ήθελε να γνώριζε τον κόσμο της Αλίκης. Τον λαγό που διαρκώς βιαζόταν, τη βασίλισσα που ούρλιαζε, την ίδια την Αλίκη που βρέθηκε μια μέρα να κατρακυλά στο βαθύ λαγούμι που την είχε παρασύρει εκείνος ο βιαστικός λαγός. Να έβρισκε εκείνο το μπουκαλάκι που έγραφε «Πιες με» και να το έπινε. Να γινόταν μικροσκοπική και να χωρούσε σε πόρτες που είναι φτιαγμένες για ποντίκια, να πήγαινε σ’ ένα τρελό τσάι πάρτι και να έπνιγε τους πάντες σε μια λίμνη φτιαγμένη από τα δάκρυά της. Να είχε άλλη διάσταση ο χρόνος και το κεφάλι της, που ήταν γεμάτο όνειρα, να ήταν μεγαλύτερο από το κορμί της, εξάλλου έτσι το ένιωθε πάντα. Να έπαιζε κρόκετ με ένα ζωντανό φλαμίνγκο για μπαστούνι και σκαντζόχοιρους για μπάλες, να γνώριζε τη Ντάμα Κούπα, που μισούσε τα λευκά τριαντάφυλλα και τη Βασίλισσα που διαρκώς διέταζε να αποκεφαλίσουν τους πάντες. Και κυρίως… να γνώριζε τον γάτο του Τσέσαϊρ.

Κάθε φορά που διάβαζε αυτό το παραμύθι, έβαζε τον εαυτό της μέσα στη Χώρα των Θαυμάτων κι ενώ ως παιδί ταυτιζόταν με την Αλίκη και τις μικρές διαρκείς απογοητεύσεις της, μεγαλώνοντας ανακάλυψε πως αν μπορούσε τελικά να έκανε αυτό το παραμύθι πραγματικότητα, θα ήθελε να ήταν ο γάτος. Ζήλευε το πονηρό του χαμόγελο και την ικανότητα να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται κατά βούληση, τα φιλοσοφικά του αινίγματα και την πονηριά στο βλέμμα, τη νωχελικότητα της σοφίας του. Το πόσο απαθής ήταν όταν η βασίλισσα διέταξε τον δικό του αποκεφαλισμό και πώς κορόιδεψε τους πάντες εξαφανίζοντας το σώμα του και αφήνοντας πίσω το κεφάλι. Μπορείς να κόψεις ένα κεφάλι που δε στηρίζεται πουθενά; Μπορείς να κρατήσεις το μυαλό σου άθικτο όταν τα υπόλοιπα σ’ εγκαταλείπουν; Μπορείς να χαμογελάς ασταμάτητα σ’ έναν κόσμο γεμάτο «τρελούς»;

Κι όμως, μπορείς.

Σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο για δυνατούς, εκείνη θα εμφανιζόταν και θα εξαφανιζόταν κατά βούληση, θα χαμογελούσε διαρκώς, όχι για να πίστευαν οι υπόλοιποι πως ήταν καλά, πως ήταν χαρούμενη, αλλά για να κρατιούνταν μακριά της. Το χαμόγελο του γάτου του Τσέσαϊρ δε σε προσκαλεί να τον χαϊδέψεις, αντίθετα, σε κάνει διστακτικό, δεν απλώνεις εύκολα το χέρι προς το μέρος του. Ένα τέτοιο χαμόγελο χρειαζόταν λοιπόν, που να κρατούσε τους πάντες σε απόσταση. Τι σημασία έχει αν μπορείς να πιεις κάτι και να γίνεις μικροσκοπικός, να περάσεις μέσα από κλειδαρότρυπες, όταν πάντα θα σε βρίσκουν; Εξάλλου, τις κλειδαρότρυπες τις μισούσε, ο κόσμος δεν είναι ποτέ όμορφος ή αθώος όταν τον κοιτάζεις πίσω από μια τέτοια. Το παιχνίδι της Βασίλισσας είναι πάντα αμφιλεγόμενο και κινδυνεύεις από στιγμή σε στιγμή να βρεθείς με το κεφάλι μακριά από τους ώμους σου, ειδικά όταν στο πάρτι στο οποίο σ’ έχουν καλέσει νιώθεις εξαρχής αταίριαστος. Και τελικά, η δική της λίμνη δακρύων δεν είχε πνίξει κανέναν άλλον εκτός από την ίδια.

Το χρειαζόταν, λοιπόν, αυτό το χαμόγελο, αυτή τη σοφία που δε θα ήταν για πολλούς, δεν είναι απαραίτητο να σε κατανοούν όλοι, ούτε καν πολλοί. Στο λαγούμι της θα χωρούσαν λίγοι. Χρειαζόταν την ικανότητα να εξαφανίζεται, να εξαφανιζόταν εντελώς μια μέρα ίσως. Χρειαζόταν ένα κλαδί που να άντεχε το βάρος τής ψυχής της και μια Αλίκη για συντροφιά, το αθώο παιδικό της βλέμμα. Χρειαζόταν έναν κόσμο σαν αυτόν της Αλίκης, αστείο, αδύνατο, απίθανο και εξωπραγματικό, έναν όπου η λογική έχει αγκάθια σκαντζόχοιρου και τα φλαμίνγκο την εκτοξεύουν μακριά σ’ ένα παιχνίδι κρόκετ μόνο για τολμηρούς.

Χρειαζόταν έναν κόσμο φτιαγμένο με τους δικούς της όρους.

Δεν τον βρήκε.

Τον έφτιαξε.

Σχόλια

  1. "Και τελικά, η δική της λίμνη δακρύων δεν είχε πνίξει κανέναν άλλον εκτός από την ίδια." Υπέροχο Ρίτσα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. «...δεν είναι απαραίτητο να σε κατανοούν όλοι, ούτε καν πολλοί.» Ναι... Το νιώσαμε και αυτό, όπως και τόσα άλλα. Παραθυμιασε μας, "λαοπλάνα", όπως είπε μια ψυχή. Το χρειαζόμαστε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν τον βρήκε (μικρή απογοήτευση)
    Τον έφτιαξε (εκπνοή).
    Θα διάβαζα και λίστα για σούπερ μάρκετ αν την υπέγραφες νομίζω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ένα καταφύγιο κατάδικό της! Ένα δικό της λιμάνι! Ένας δικός της κόσμος για τα όνειρά της και τις προσδοκίες της. Όταν οι λέξεις ξεπηδούν απ' του μυαλού σου, Ρίτσα, τις εμπνεύσεις και γίνονται προτάσεις, παράγραφοι και αφήγημα, τότε στην καρδιά μας μπαίνει ένα όμορφο φως, μια γλυκιά συγκίνηση. Χρόνια τώρα, συνοδεύεις τα αισθήματά μας με τη γραφή σου, καλή μου φίλη.
    Το λάτρεψα μαζί με την έξοχη μουσική σου επιλογή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...