Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Η ΕΥΑ ΔΕΝ ΨΑΧΝΕΙ ΠΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ (Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά)

 


Βία κατά των γυναικών. Έχουμε φτιάξει μία ημέρα και γι' αυτό, όπως και για όλα όσα μας πονούν κατά βάθος και ορίζουμε μία επέτειο για να τα θυμόμαστε, λες και τις υπόλοιπες μέρες του έτους τα ξεχνάμε. 

Μόνο που δε μας αφήνουν να τα ξεχνάμε. Δε μας αφήνουν τα στερεότυπα με τα οποία ακόμη μεγαλώνουμε τις κόρες μας, σκουριασμένα αλλά ανθεκτικά γιατί είναι φτιαγμένα από σίδερο. Δε μας αφήνει το αφεντικό στη δουλειά, που ακόμη δε μας πληρώνει ισότιμα γιατί η δουλειά μας δε θα είναι ποτέ εξίσου αξιόλογη και αποδοτική με αυτή των αντρών συναδέλφων, οι οποίοι στο τέλος της ημέρας θα επιστρέψουν στο σπίτι για να απολαύσουν το φαγητό που η επίσης εργαζόμενη σύντροφος μαγείρεψε, για να βρουν τα παιδιά διαβασμένα, ταϊσμένα, έτοιμα για ύπνο. Παρωχημένο και αστείο σήμερα το τραγούδι της Μαίρης Παναγιωταρά; Μμμμ... Ίσως όχι και τόσο. 

Δε θα είσαι ποτέ αρκετά καλή, αρκετά "καθαρή" για τις θρησκείες που στον βωμό τους δέχθηκαν να χυθεί άπλετο αίμα σε πολέμους που ευλόγησαν, αλλά το δικό σου αίμα σε κάνει ακατάλληλη να περάσεις το άβατο ενός ιερού κι ας είναι ό,τι πιο ιερό αυτό που κάνεις εσύ, που γεννάς, που αναθρέφεις, που στηρίζεις μια ζωή. Δε θα είσαι ποτέ αρκετά δυνατή για να αντισταθείς σε επιθέσεις λεκτικές και όχι μόνο, δεν οδηγείς καλά, είσαι για τον νεροχύτη, για τη σφουγγαρίστρα, για το σπίτι όπου λέει ότι σε έχει βασίλισσα και κανείς ποτέ δεν αντιλαμβάνεται ότι ένα βασίλειο, για να σταθεί όρθιο, χρειάζεται όλους όσους κινούνται αθόρυβα σε σκιές και κοιμούνται λιγότερο απ' όλους. Κι ακόμη είσαι ο παράγοντας που πρέπει να κρατά όλες τις ισορροπίες, ο άξονας της αιώνιας ζυγαριάς που απορροφά όλα τα βάρη. Και θες και τη σφαλιάρα σου για να στρώσεις.

Στερεότυπα. Τα έχουμε ξεπεράσει σε έναν βαθμό, οι νεότερες γενιές τα πολεμούν και τα γκρεμίζουν ένα ένα, ευτυχώς, αλλά όχι ακόμη αρκετά. Ίσως σε πενήντα χρόνια από σήμερα να μην υφίστανται πια, ίσως οι αγώνες των γυναικών για ίση αντιμετώπιση να έχουν πια δικαιωθεί. Αλλά η βία, σε όλες της τις μορφές, κατά των γυναικών, κατά των παιδιών, κατά των αδυνάμων και κάθε ανυπεράσπιστου πλάσματος, δε θα εξαλειφθεί ποτέ. Είναι στο DNA μας; Είναι κομμάτι της κατάρας που μας ακολούθησε μετά την προαιώνια πτώση μας από τον Παράδεισο; Ή ποτέ δε βρεθήκαμε εκεί εξαρχής και είναι όλα ένα τεράστιο παραμύθι; 

Η βία δεν έχει φύλο, φυλή, ηλικία, είναι ρούχο βρώμικο κι έχει χρώμα κι αυτό είναι το μαύρο κι όσο κι αν το πλένουμε ξανά και ξανά για να ξεθωριάσει, το μόνο που καταφέρνουμε, είναι να βρωμίζουμε όλα τα υπόλοιπα που πλένουμε μαζί του, την αξιοπρέπεια, την αγάπη προς τον άλλον, την ανθρώπινη αξία. Και τελικά, αν ο Θεός μας πέταξε όντως από τον Παράδεισο με μια κλωτσιά, δεν ήταν γιατί κατάλαβε ότι δεν ήμασταν άξιοι γι' αυτόν, ούτε επειδή φάγαμε το απαγορευμένο φρούτο (στην πορεία φάγαμε και καλύτερα φρούτα έτσι κι αλλιώς) κι ας έφταιγε και γι' αυτό η Εύα, πάντα η Εύα, αλλά γιατί συνειδητοποίησε ότι κάτι στον τρόπο που μας συναρμολόγησε πήγε πολύ λάθος. 

Κι ακόμη ψάχνει το σωστό εγχειρίδιο. 

Σχόλια

  1. Μας πετάς σε έναν τοίχο και ύστερα μας πετάς και μια αλήθεια που σκέφτονται πολλοί μα δυστυχώς λένε λίγοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μού αρέσει αυτή η αυθόρμητη οργισμένη έκφραση, που ξεχύνεται μέσα απ' της καρδιάς σου το συναίσθημα και της σκέψης σου το λογισμό, Ελευθερία μου.
    Η δαιμονοποίηση και η εκμετάλλευση της γυναίκας σαν οντότητα ζωής είναι άρρηκτα δεμένη ιστορικά με τον κόσμο της εκμετάλλευσης, της υπεραξίας, της αρπαγής του μόχθου και του πλούτου. Και φυσικά έπρεπε να "ντυθεί" με διάφορα στερεότυπα για να φυτευτεί στα κεφάλια των ανθρώπων ως χειραγώγηση.
    Έτσι επιστρατεύτηκαν οι σύγχρονες πατριαρχικές μονοθεϊστικές θρησκείες, που είναι βασισμένες ΟΛΕΣ στη γυναικεία εκμετάλλευση και εφτελισμό.
    Ενώνω μαζί με τις σκέψεις σου και το δικό μου λογισμό, Ελευθερία μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καίριο και ακριβές το σχόλιο και η σκέψη σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Είναι όλο το κείμενο δυνατό, μα αυτή η κατάληξη ρε συ Ελευθερία! Μάλλον δεν μας συναρμολόγησαν σωστά... Πολύ όμορφο. Μακάρι σε πενήντα χρόνια που λες κι εσύ, να μην υπάρχει τίποτα από όλα αυτά! Αλλά δεν θα γίνει από μόνο του. Καθένας μας πρέπει να συμβάλλει περνώντας στην επόμενη γενιά τις σωστές βάσεις. Και αυτοί θα τον βρουν τον δρόμο έπειτα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μόνο μια υπόδειξη, η γυναίκα που έχει έμηννο ρύση δεν μπορεί να μεταλάβει όχι γιατί είναι ακάθαρτη αλλά γιατί αιμορραγεί. Και άνδρας αν αιμορραγεί δεν μπορεί μα κοινωνήσει, είναι η αιμορραγία που αποτελεί εμπόδιο. Για τα υπόλοιπα τα λες μια χαρά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χμμμμ δεν ξέρω, το έχω και εγώ, φίλε μου, ότι η γυναίκα με έμμηνο ρύση θεωρείται "ακάθαρτη" καθώς αυτή καθ' εαυτή η έμμηνος ρύση θεωρείται "σημάδι-ανάμνηση" του προπατορικού αμαρτήματος. Ως κατάρα δηλαδή.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...