Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

 

Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης)


“… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του…


...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…”

Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του.

Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας του και στο ανεπαίσθητο τρίξιμο του χαρτιού, κάτι άρχισε να μετακινείται λες και άνοιγε εμπρός του ένας δρόμος που τον μετέφερε κάπου αλλού, έξω απ’ το χρόνο, τους τόπους, τη λογική. Οι τοίχοι έγιναν διάφανοι και εκείνος φάνηκε να διαβαίνει τα χερσοτόπια στην πλαγιά. Ο βοριάς σάρωνε τα ρείκια φτιάχνοντας κύματα, έδερνε το παγωμένο του πρόσωπο. Ένα αλλιώτικο χλωμό φως μιας θλιμμένης αυγής τον υποδέχτηκε τώρα.

Ένιωθε σαν να έμπαινε ο ίδιος πια στην ιστορία, επισκέπτης, παρατηρητής. Όσα διάβασε, όσα ένιωσε, ορθώθηκαν μπροστά του σε ανισόπεδες διαστάσεις σαν πίνακας αφηρημένος. Είδε το μεγάλο σπίτι στην πλαγιά. Εκείνο το μεγάλο δέντρο έστεκε ακόμα εκεί, το παράθυρο ανοιγόκλεινε με τη δύναμη του βοριά και εκείνα τα γέλια τους, ναι δεν έκανε λάθος, ηχούσαν κάπου εκεί ανάμεσα στο χώρο.

“Αγάπη μου είσαι εδώ;….”

Επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα. Το βιβλίο είχε μείνει ανοιχτό στην τελευταία σελίδα. Το φως διακριτικό αλλά ζεστό. Όμως η χειμωνιάτικη νύχτα του Γενάρη έδειχνε τα δόντια της. Το πατζούρι χτυπούσε απ’ έξω δυνατά. Όμως εκείνη η φωνή, το κάλεσμα; “Αγάπη μου είσαι εδώ;”

Σηκώθηκε, βρήκε το πατζούρι ανοιχτό. Όμως εκείνος ήταν απόλυτα σίγουρος ότι δεν το είχε ανοίξει ποτέ σήμερα! Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ο παγωμένος βοριάς ήταν απαγορευτικός. Άνοιξε την πόρτα και στάθηκε στο κεφαλόσκαλο. Στο κατώφλι δύο κόσμων, λοιπόν! Το βιβλίο και εκείνος! Μα πώς μπορούσε; Καμία λογική! Κι όμως… Ένα αποτύπωμα στο χιόνι, το αίσθημα ότι ….κάποιος πέρασε, εκείνη η γυναικεία φωνή. Το πατζούρι χτύπησε δυνατά, μπήκε μέσα, το έκλεισε. Το παγωμένο ρεύμα του αγέρα ταξίδεψε στο δωμάτιο, έφτασε στο βιβλίο πάνω στη μπερζέρα, ξεφύλλισε με δύναμη τις σελίδες και το έκλεισε. Μετά σιωπή. Λες και η φύση καταλάγιαζε για λίγο.

“Ίσως ο Λόκγουντ να είχε δίκιο να αναρωτιέται”, σκέφτηκε. Τα μεγάλα πάθη δεν βρίσκουν ποτέ τάφο. Δεν ησυχάζουν, δεν γαληνεύουν. Τριγυρνάνε τις νύχτες στα ονείρατα και στα οράματα. Βγαίνουν απ΄ τις σελίδες των παλιών βιβλίων και γυρεύουνε καρδιές να τρυπώσουν, να ζήσουνε ξανά, να σαγηνέψουν. Ένιωσε λες και τους κουβαλούσε και τους δυο μέσα του.

Έβαλε ένα ποτήρι λικέρ με πάγο. Τελικά εκείνη η χειμωνιάτικη νύχτα του Γενάρη έδειχνε εμφαντικά το αποτύπωμά της...


Η πηγή αυτής της έμπνευσης

(*) Λόκγουντ: βασικός χαρακτήας από το μυθιστόρημα "Ανεμοδαρμένα ύψη"

Οι δύο πρώτες παράγραφοι του μικρού μου αφηγήματος είναι από το κλείσιμο του συγκλονιστικού θρυλικού μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ, "Ανεμοδαρμένα ύψη¨. 

Πάντα μου προκαλούσε δέος η σκέψη του πώς μπόρεσε αυτή η νεαρή γυναίκα στα 30 της χρόνια, να συλλάβει και να γράψει ένα τέτοιο έργο. Άφησα και εγώ την έμπνευσή μου στη δική της επιρροή και επίδραση στο μυαλό μου.

Σημείωση: Το παραπάνω μικρό διήγημα, δημοσιεύτηκε στο προσωπικό μου blog "Τέχνη και Λόγος" , η δε εικόνα είναι ψηφιακή δημιουργία. 

Σχόλια

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

«Επιμέλεια Βιβλίου και Συγγραφικά Όχι: Το όριο ανάμεσα στη διόρθωση και την αλλοίωση»

"Και τελικά, ποιον εμπιστεύεσαι; Το ένστικτο ή τον επαγγελματία;" Πριν από χρόνια, είχα μια συζήτηση με μια συγγραφέα η οποία, για κάποιο λόγο, μου εμπιστευόταν συχνά προσωπικά της θέματα. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, μου είπε πως παρέδωσε το έργο της σε έναν εκδοτικό οίκο, ο οποίος το έκανε δεκτό προς έκδοση. Χαρμόσυνο, σωστά; Μια ωραία είδηση, αν μη τι άλλο, τόσο για τον κόσμο του βιβλίου όσο και για την ίδια, που έβλεπε την αρχή του «ουράνιου τόξου», μιας και αυτό θα ήταν το πρώτο της βιβλίο. Λάθος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τουλάχιστον, αυτό που θα ακολουθούσε δεν ήταν αυτό που κανείς από όσους γράφουμε θα επιθυμούσε. Ξεκίνησε, λοιπόν, το κομμάτι της επιμέλειας και -προς τιμήν του- ο εν λόγω εκδοτικός δεν έμεινε στην ορθογραφική και συντακτική διόρθωση. Ούτε «ξεπέταξε» στα γρήγορα ένα έργο το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα συγχρηματοδοτούνταν από τη συγγραφέα, όπως είθισται σε μεγάλο βαθμό σήμερα. Προχώρησε πιο βαθιά, εντοπίζοντας σημεία που θεωρούσε προβληματικά, τα οποία ...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...