Άλλη μια Τετάρτη που θα περάσει σφηνωμένη ανάμεσα σε πόρτες, για κλεφτές ρουφηξιές. Δύο, τρεις... Κι ο ήχος του τσιγάρου να σβήνει στο νερό. Βλέμμα μουντό, σαν να κατάπιε τον ουρανό, και βήμα βαρύ -λες και η γη σε τραβά πιο δυνατά σήμερα. Όχι εγώ. Εγώ κρατώ τις λιακάδες των ημερών που πέρασαν. Πού πήγαν οι Τρίτες, αναρωτιέμαι; Όχι οι Δευτέρες. Πού χάθηκαν οι Πέμπτες και οι Παρασκευές; Τα Σάββατα που υπόσχονταν ανάπαυλα κι οι Κυριακές με τις καμπάνες; Πώς ξεμείναμε μονάχα με Τετάρτες; Όχι εγώ. Εγώ έχω όλη τη βδομάδα μπροστά μου ακόμη. Σε είδα κι εσένα να προσπερνάς και να χάνεσαι. Δεν κοιταζόμαστε· είναι κακοί τρόποι. Απλά υπάρχουμε: μορφές στον πεζόδρομο, χωρίς σχήμα. Όχι εγώ. Εγώ πιάνω χώρο. Έχω όγκο. Κι όμως, στα μάτια σου δεν υπάρχω. Ίσως με δεις στον ύπνο σου κάποια βραδιά, κι ούτε και τότε θα με ξέρεις -άλλος ένας άγνωστος, περαστικός σε εικόνες που δεν μου ανήκουν. Θα ήθελα να μην είμαι εγώ, μα δεν μπορώ. Το μόνο παραμύθι που με ξέρει είναι το δικό μου. Και σήμερα είναι Τετ...
Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης Κι αν κάπως έτσι τελειώνουν όλα; Σκέψη απρόσκλητη∙ δεν κοίταξε στιγμές, φωνές και αισθήσεις Απλά κατέφτασε εκεί που ένιωθες πιο ασφαλής Σε μια αγκαλιά, ένα φιλί κι ένα κρεβάτι τρυπωμένη Αδιάκριτα όρια σε μπερδεμένα σεντόνια Κι αν κάπως έτσι τελειώνουν όλα; Κλείνεις την πόρτα σου και λες είμαι καλά. Θα είμαι καλά Έχω δρόμο ακόμη σκέφτεσαι αφελώς, ή όχι και τόσο Μα εγγυήσεις δεν σου χάρισε κανείς Θέλω, πιστεύω, ευσεβείς και άλλοι πόθοι "Σε περιγελούν μήπως;" Κι αν κάπως έτσι τελειώνουν όλα; Άπλωσε ρίζες ο επισκέπτης με τις ώρες, τις μέρες και τα χρόνια, ενώ εσύ γελάς με το ακατάληπτο μουρμουρητό του Ποτέ δεν έγινε κάτι πιο πάνω από 6 λέξεις κι ένα ενοχλητικό σημείο στίξης Σιγουριά, ηρεμία κι ένας φόβος μικρός "Αυτός δεν θα φύγει ποτέ;" Κι αν κάπως έτσι τελειώνουν όλα; Το σκέφτεσαι, παρόλο που δεν θες να το παραδεχτείς Μα με τα χρόνια ο επισκέπτης άλλαξε και χρώμα και φωνή μα και χροιά "Θέλεις να τον κοιτάξεις;" Δεν είναι εχθρός...