Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Μενέλαος Λουντέμης για το Θέατρο

 Θέατρο...

Πόσα θα μπορούσε να πει κανείς για τη μεγάλη αυτή τέχνη, η οποία και δεσπόζει εμβληματική στο χώρο της υποκριτικής.


Το θέατρο είναι η μεγάλη ιερή κολυμβήθρα απ' την οποία καλείται να περάσει κάθε ηθοποιός για να ιερουργήσει στο χώρο της υποκριτικής. Είναι η ώρα του μεγάλου ραντεβού του με την τέχνη, την οποία καλείται να υπηρετήσει. Είναι μια ιδιαίτερη αναμέτρηση με τον ίδιο του τον εαυτό. Κάτι που δεν έχει επιστροφή και δεν επιδέχεται "cut" και δεύτερα ή τρίτα γυρίσματα σκηνών.

Στέκω σιωπηρός, ανοίγω τις αισθήσεις μου και σάς καλώ να κάνετε το ίδιο διαβάζοντας το απόσπασμα, που ακολουθεί, για το θέατρο, γραμμένο δια χειρός του μεγάλου μας πνευματικού δάσκαλου Μενέλαου Λουντέμη, στο έργο του "Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος"


"Ξαφνικά όμως, μέσα σ' αυτό το χαλασμό ακούγεται το τελευταίο κουδούνι, και μια σιγή τάφου πέφτει στη σκηνή.

Μετά ένα λεπτό η αυλαία ανοίγει. Το φράγμα πέφτει και το έργο διοχετεύεται στην πλατεία. Πολλές όμως φορές στη θέση της αυλαίας μπαίνει ένας αόρατος τοίχος από πάγο, που χωρίζει την πλατεία απ' τη σκηνή.

Το θέατρο-λένε πολλοί-είναι η ζωή παραφουσκωμένη. Το δράμα, δηλαδή ή η φάρσα, που διαδραματίζεται διάχυτο στον παγκόσμιο στίβο επαναλαμβάνεται συμπυκνωμένο πάνω στο θεατρικό σανίδι. 

Στο θέατρο πάμε να απολαύσουμε τα ένοχα ένστικτά μας που έξω μάς καταπνίγει η κοινωνική σύμβαση. Δεν είμαστε αποκλειστικά αυτός ή εκείνος απ' τους δραματικούς ή κωμικούς ήρωες. Είμαστε όλοι όλου του δράματος και όλων των κωμωδιών που γράφτηκαν και που πρόκειται να γραφτούν. Ο συγγραφέας που λέει: Πήρα τον δείνα ήρωά μου από κει και τον τάδε από δω, ψεύδεται καλόπιστα. Δεν πήρε από πουθενά. Ξεφύλλισε τον εαυτό του. Το ίδιο θα κάνουν στην παράσταση και οι θεατές. Θα ξεφυλλίσουν τον εαυτό τους..."



Σχόλια

  1. Μα πόσο όμορφο το κομμάτι που μας παρέθεσες ρε συ Γιάννη. Ειδικά αυτό που λέει στο τέλος, πως δημιουργοί και θεατές/αναγνώστες κ.τ.λ ξεφυλλίζουμε τον εαυτό μας, ταυτιζόμαστε χωρίς τα ενοχικά σύνδρομα που μας φορτώνουν με όποιον ήρωα θέλουμε, κρυφά, μυστικά, ανομολόγητα. Και κάπως έτσι νομίζω πως έρχεται και όλη η έννοια της κάθαρσης. Εύγε, πολύ όμορφη δημοσίευση και αν και μικρή σε έκταση, δίνει θέματα συζήτησης πολύ ενδιαφέροντα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χάρη μου καλησπέρα σου. Κατ' αρχήν, να υποκλιθώ στη δουλειά σου στην νέα αισθητική ταυτότητα του μπλογκ μας! Να δώσω δημόσια τα συγχαρητήριά μου, αγαπητέ μου φίλε και να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ.
      Ναι, ο Λουντέμης έχει ένα μεγάλο προνόμιο. Να δίνει τεράστια ζητήματα μέσα σε μια παράγραφο. Και να σε βάζει σε κίνηση για την αναζήτηση. Τον λατρεύω.
      Καλή συνέχεια φίλε μου.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...