Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Δεν είναι Κριτική, είνα η Γνώμη μου!

 


Μοιάζει τα τελευταία χρόνια να φοβόμαστε τη λέξη «κριτική», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους κύκλους των social media. Όλο και λιγότεροι δημιουργοί χρησιμοποιούν τη λέξη για να τιτλοφορήσουν τις αναρτήσεις τους, ή αντίστοιχες σύνθετες λέξεις που παλιά συνηθίζονταν, όπως η «βιβλιοκριτική». Πέραν αυτού του γεγονότος, υπάρχει και σθεναρή αντίσταση σε όσους χρησιμοποιούν ακόμη τον όρο. Πολλές φορές, μάλιστα, υψώνονται επιχειρήματα -αδιαπέραστα σαν το Σινικό Τείχος- πως για να κάνεις κριτική πρέπει να κατέχεις μια συγκεκριμένη ιδιότητα, η οποία θα πρέπει και να αποδεικνύεται.

Σε παλαιότερο άρθρο στο παρόν blog είχα τοποθετηθεί εν μέρει, υποστηρίζοντας πως το βιβλίο, πέραν της πνευματικής και καλλιτεχνικής του υπόστασης, αποτελεί ένα προϊόν το οποίο διατίθεται προς πώληση· ως εκ τούτου, εμπίπτει σε όσα υπόκεινται στην κριτική (ή στην κρίση) του αγοραστικού κοινού, όπως κάθε άλλο προϊόν. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι αυτό το έχουμε θίξει ξανά, θέλω αυτή τη φορά να το προσπεράσουμε και να επικεντρωθούμε περισσότερο στον λόγο για τον οποίο απομακρυνόμαστε από τη λέξη «κριτική».

Προσωπικά, καθώς μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις, εντοπίζω δύο αίτια ή γενικές κατευθύνσεις που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να βρούμε τη ρίζα του δεδομένου «προβλήματος».

Το πρώτο -ίσως και το προφανέστερο- είναι η μάστιγα του politically correct. Το κίνημα, οφείλω να ομολογήσω, ξεκίνησε με αγνές προθέσεις και αισθήματα: συμπερίληψη, ευαισθησία, κατανόηση. Παρόλα αυτά, όπως και πολλά άλλα που προσπαθούν να εξομαλύνουν κοινωνικές αδικίες του παρελθόντος, «ξεχείλωσε» σε βαθμό που σε πολλούς πλέον μοιάζει μη βιώσιμο. Καταλήγει στις μέρες μας να αποκλείει και να αποξενώνει περισσότερους από όσους καταφέρνει να συμπεριλάβει, ενώ ταυτόχρονα πολλοί το ακολουθούν υπό τον φόβο της cancel culture. Όχι πως δεν υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά πιστεύουν και προσπαθούν να δρουν συμπεριληπτικά στην καθημερινότητά τους. Παρόλα αυτά, ένα μεγάλο ποσοστό μοιάζει να επικεντρώνεται περισσότερο στο να αστυνομεύει τον δημόσιο λόγο των υπολοίπων, παρά στο να προσπαθεί ουσιαστικά να αλλάξει τον εαυτό του. (Και πάλι, δεν αποκλείουμε το γεγονός κάποιος να κάνει και τα δύο). Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτής της αυξημένης ευαισθησίας, απομακρυνόμαστε από λέξεις οι οποίες -ποτέ από μόνες τους, αλλά πάντα βάσει περιεχομένου- μπορούν να πληγώσουν κάποιον.

Το δεύτερο, και κατ’ εμέ σημαντικότερο, είναι η ευθυνοφοβία. Φοβόμαστε να πούμε ξεκάθαρα ότι κρίνουμε κάτι και προτιμούμε πιο «μαλακές» λέξεις, όπως «άποψη» ή «γνώμη», οχυρώνοντας έτσι τόσο τα λεγόμενά μας όσο και τους εαυτούς μας, σε περίπτωση που σε κάποιον δεν αρέσουν. Κανείς δεν μπορεί να μας στήσει στον τοίχο για μια άποψη η οποία ενδεχομένως δεν είναι κολακευτική· παραμένει εντελώς προσωπική και υποκειμενική, τη στιγμή που η κριτική χρωματίζεται με περισσότερο αντικειμενικές αποχρώσεις. 

"Αν η άποψη είναι η παλέτα των παστέλ, η κριτική είναι σίγουρα τα νέον χρώματα."

Κι εκεί κάνουμε πίσω. Μην τυχόν και πούμε ότι βρήκαμε ένα βιβλίο κακό...

Το πρόβλημα, όμως, και στις δύο περιπτώσεις είναι πως έχει χαθεί η σύνθετη σκέψη. Δικαίως ίσως, όταν μιλάμε για social media όπου δεν μπορείς να αναπτύξεις τον λόγο σου όπως θα ήθελες. Σε μια κουλτούρα γρήγορης κατανάλωσης, όπου τα πρώτα 3-5 δευτερόλεπτα αποτελούν το hook και οι πλατφόρμες δεν εμφανίζουν εξαρχής τίποτα πέρα από τις πρώτες δέκα λέξεις, η εμβάθυνση είναι δύσκολη. Παραμένει, ωστόσο, γεγονός πως δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να θέσουμε ορισμένα λογικά ερωτήματα προτού καταλήξουμε σε συμπέρασμα. Για παράδειγμα: 

  • Ποιος είναι αυτός που ασκεί την κριτική; 
  • Έχει πράγματι κατάρτιση σε κάποιον συγγενικό τομέα ή η κριτική του βασίζεται στην προσωπική του εμπειρία; 
  • Με βάση τις προηγούμενες αναρτήσεις του, είναι κάποιος με τον οποίο συμφωνώ ή ταιριάζω; 
  • Είναι κακεντρεχής η κριτική του ή απλώς δεν μας βρίσκει σύμφωνους;

Τι θα έπρεπε να αναζητάμε συνοπτικά; Αυθεντία, Οπτική, Πρόθεση.

Κάπου στην πορεία, όμως, χάσαμε αυτή τη δυνατότητα. Μείναμε στην πρώτη ανάγνωση και μια λέξη μπορεί να μας κάνει «trigger», χωρίς να έχουμε δει τίποτα άλλο. Γινόμαστε σιγά-σιγά άνθρωποι των τίτλων και στην πορεία «κοπανάμε» τις λέξεις κάτω, μέχρι που πια δεν έχουν βάθος και δεν εξαρτώνται από τα συμφραζόμενα. Τις στεγνώνουμε. Κι είναι κρίμα. Ειδικά για την κριτική, που θα μπορούσε να είναι μια από τις πιο εποικοδομητικές έννοιες.

Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, καθημερινά, συνειδητά ή ασυνείδητα, ασκούμε κριτική στα πάντα γύρω μας. Και κόντρα στην τάση των καιρών, θα πω πως όχι, αυτό δεν είναι αρνητικό. Το πώς θα το κάνουμε, από την άλλη -παρότι δεν μας αφαιρεί το δικαίωμα της πράξης- είναι ξεκάθαρη ένδειξη χαρακτήρα. Πολλές φορές και πρόθεσης.

Και πριν κλείσουμε ας πούμε και κάτι ακόμη. Κριτική είναι η πνευματική διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης για την εξαγωγή ενός συμπεράσματος, το οποίο τις περισσότερες φορές καταλήγει σε μία από τις δύο αποδεκτές καταστάσεις π.χ καλό ή κακό. Αν φτάνουμε στο σημείο να πρέπει να είμαστε σεφ για να πούμε ότι ένα φαγητό που μας σέρβιραν ήταν ανάλατο, τότε σίγουρα βαδίζουμε σε λάθος μονοπάτια. Και για όποιον βιαστεί να κρίνει το επιχείρημα ως άτοπο, να πούμε πως και η γαστρονομία είναι μια μορφή τέχνης γι αυτόν που την ασκεί. 

Όπως πάντα, είμαστε εδώ για να μοιραζόμαστε απόψεις και σκέψεις. Υπόσχομαι να σε ακούσω, αν το κάνεις κι εσύ. 

Διαβάζουμε, βιώνουμε, μοιράζουμε φως.

· · ─ ·✶· ─ · ·

*Σημείωση: Το άρθρο θα ανέβει επίσης στο προσωπικό μου site και αποτελεί προϊόν αποκλειστικά προσωπικών σκέψεων, θέσεων και απόψεων. Η ανάρτηση στο συλλογικό συγγραφικό blog OneirwnPenes δεν υπονοεί συμφωνία των υπολοίπων μελών με τα παραπάνω.

HarisKofiades BookBlog ➜ 

Σχόλια

  1. It is a very thoughtful point that we have become so afraid of simple words like criticism when they can actually be quite constructive. You are right that anyone can tell if a dish needs more salt without being a professional chef in a fancy kitchen.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Thank you for your feedback. I really think it's important at least to be able to talk about things, even if we decide to disagree on some points. Cause mainly that is what is missing. Open dialogue that promote free thinking and expression!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Αντρικά και Γυναικεία Βιβλία: Στερεότυπο ή Πραγματικότητα;

  Μεγάλο το συγκεκριμένο debate, και με έβαλε σε σκέψεις μια άποψη που ακούστηκε για την «Άγρια Θάλασσα» της δικής μας, Ελευθερίας Καλογνωμά, από άντρα αναγνώστη. Ένα βιβλίο που, λόγω του κοινού της συγγραφέως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως «γυναικείο». Και εκεί ξεκινάνε οι σκέψεις, με τις δύο πλευρές να υπερμάχονται της θέσης τους με ποικίλα επιχειρήματα, τα περισσότερα από τα οποία είναι στερεωμένα σε τι άλλο; Σε στερεότυπα. Χωρίς να πούμε ότι πρέπει να καταρρίψουμε κάθε μορφής στερεοτυπική αντίδραση –καθώς κάποιες εξυπηρετούν την καθημερινότητα και τη συνέχειά μας– θέλησα να δω λίγο τις δύο πλευρές στα πιο ουσιώδη τους σημεία. Η Πλευρά των Αριθμών και της Βιολογίας Αρχικά, είναι γνωστό ότι άντρες και γυναίκες μας ελκύουν διαφορετικά πράγματα. Δεν θα σταθώ στην παιδική ηλικία, καθώς εκεί ο άνθρωπος διαμορφώνεται βαρύτατα από το περιβάλλον. Παρόλα αυτά, στη συνέχεια της ζωής τους, ο άντρας και η γυναίκα θα βρεθούν να θέλουν ή ακόμη και να έχουν ανάγκη από διαφορετικά πρά...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...