Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Δεν είναι Κριτική, είνα η Γνώμη μου!

 


Μοιάζει τα τελευταία χρόνια να φοβόμαστε τη λέξη «κριτική», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους κύκλους των social media. Όλο και λιγότεροι δημιουργοί χρησιμοποιούν τη λέξη για να τιτλοφορήσουν τις αναρτήσεις τους, ή αντίστοιχες σύνθετες λέξεις που παλιά συνηθίζονταν, όπως η «βιβλιοκριτική». Πέραν αυτού του γεγονότος, υπάρχει και σθεναρή αντίσταση σε όσους χρησιμοποιούν ακόμη τον όρο. Πολλές φορές, μάλιστα, υψώνονται επιχειρήματα -αδιαπέραστα σαν το Σινικό Τείχος- πως για να κάνεις κριτική πρέπει να κατέχεις μια συγκεκριμένη ιδιότητα, η οποία θα πρέπει και να αποδεικνύεται.

Σε παλαιότερο άρθρο στο παρόν blog είχα τοποθετηθεί εν μέρει, υποστηρίζοντας πως το βιβλίο, πέραν της πνευματικής και καλλιτεχνικής του υπόστασης, αποτελεί ένα προϊόν το οποίο διατίθεται προς πώληση· ως εκ τούτου, εμπίπτει σε όσα υπόκεινται στην κριτική (ή στην κρίση) του αγοραστικού κοινού, όπως κάθε άλλο προϊόν. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι αυτό το έχουμε θίξει ξανά, θέλω αυτή τη φορά να το προσπεράσουμε και να επικεντρωθούμε περισσότερο στον λόγο για τον οποίο απομακρυνόμαστε από τη λέξη «κριτική».

Προσωπικά, καθώς μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις, εντοπίζω δύο αίτια ή γενικές κατευθύνσεις που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να βρούμε τη ρίζα του δεδομένου «προβλήματος».

Το πρώτο -ίσως και το προφανέστερο- είναι η μάστιγα του politically correct. Το κίνημα, οφείλω να ομολογήσω, ξεκίνησε με αγνές προθέσεις και αισθήματα: συμπερίληψη, ευαισθησία, κατανόηση. Παρόλα αυτά, όπως και πολλά άλλα που προσπαθούν να εξομαλύνουν κοινωνικές αδικίες του παρελθόντος, «ξεχείλωσε» σε βαθμό που σε πολλούς πλέον μοιάζει μη βιώσιμο. Καταλήγει στις μέρες μας να αποκλείει και να αποξενώνει περισσότερους από όσους καταφέρνει να συμπεριλάβει, ενώ ταυτόχρονα πολλοί το ακολουθούν υπό τον φόβο της cancel culture. Όχι πως δεν υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά πιστεύουν και προσπαθούν να δρουν συμπεριληπτικά στην καθημερινότητά τους. Παρόλα αυτά, ένα μεγάλο ποσοστό μοιάζει να επικεντρώνεται περισσότερο στο να αστυνομεύει τον δημόσιο λόγο των υπολοίπων, παρά στο να προσπαθεί ουσιαστικά να αλλάξει τον εαυτό του. (Και πάλι, δεν αποκλείουμε το γεγονός κάποιος να κάνει και τα δύο). Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτής της αυξημένης ευαισθησίας, απομακρυνόμαστε από λέξεις οι οποίες -ποτέ από μόνες τους, αλλά πάντα βάσει περιεχομένου- μπορούν να πληγώσουν κάποιον.

Το δεύτερο, και κατ’ εμέ σημαντικότερο, είναι η ευθυνοφοβία. Φοβόμαστε να πούμε ξεκάθαρα ότι κρίνουμε κάτι και προτιμούμε πιο «μαλακές» λέξεις, όπως «άποψη» ή «γνώμη», οχυρώνοντας έτσι τόσο τα λεγόμενά μας όσο και τους εαυτούς μας, σε περίπτωση που σε κάποιον δεν αρέσουν. Κανείς δεν μπορεί να μας στήσει στον τοίχο για μια άποψη η οποία ενδεχομένως δεν είναι κολακευτική· παραμένει εντελώς προσωπική και υποκειμενική, τη στιγμή που η κριτική χρωματίζεται με περισσότερο αντικειμενικές αποχρώσεις. 

"Αν η άποψη είναι η παλέτα των παστέλ, η κριτική είναι σίγουρα τα νέον χρώματα."

Κι εκεί κάνουμε πίσω. Μην τυχόν και πούμε ότι βρήκαμε ένα βιβλίο κακό...

Το πρόβλημα, όμως, και στις δύο περιπτώσεις είναι πως έχει χαθεί η σύνθετη σκέψη. Δικαίως ίσως, όταν μιλάμε για social media όπου δεν μπορείς να αναπτύξεις τον λόγο σου όπως θα ήθελες. Σε μια κουλτούρα γρήγορης κατανάλωσης, όπου τα πρώτα 3-5 δευτερόλεπτα αποτελούν το hook και οι πλατφόρμες δεν εμφανίζουν εξαρχής τίποτα πέρα από τις πρώτες δέκα λέξεις, η εμβάθυνση είναι δύσκολη. Παραμένει, ωστόσο, γεγονός πως δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να θέσουμε ορισμένα λογικά ερωτήματα προτού καταλήξουμε σε συμπέρασμα. Για παράδειγμα: 

  • Ποιος είναι αυτός που ασκεί την κριτική; 
  • Έχει πράγματι κατάρτιση σε κάποιον συγγενικό τομέα ή η κριτική του βασίζεται στην προσωπική του εμπειρία; 
  • Με βάση τις προηγούμενες αναρτήσεις του, είναι κάποιος με τον οποίο συμφωνώ ή ταιριάζω; 
  • Είναι κακεντρεχής η κριτική του ή απλώς δεν μας βρίσκει σύμφωνους;

Τι θα έπρεπε να αναζητάμε συνοπτικά; Αυθεντία, Οπτική, Πρόθεση.

Κάπου στην πορεία, όμως, χάσαμε αυτή τη δυνατότητα. Μείναμε στην πρώτη ανάγνωση και μια λέξη μπορεί να μας κάνει «trigger», χωρίς να έχουμε δει τίποτα άλλο. Γινόμαστε σιγά-σιγά άνθρωποι των τίτλων και στην πορεία «κοπανάμε» τις λέξεις κάτω, μέχρι που πια δεν έχουν βάθος και δεν εξαρτώνται από τα συμφραζόμενα. Τις στεγνώνουμε. Κι είναι κρίμα. Ειδικά για την κριτική, που θα μπορούσε να είναι μια από τις πιο εποικοδομητικές έννοιες.

Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, καθημερινά, συνειδητά ή ασυνείδητα, ασκούμε κριτική στα πάντα γύρω μας. Και κόντρα στην τάση των καιρών, θα πω πως όχι, αυτό δεν είναι αρνητικό. Το πώς θα το κάνουμε, από την άλλη -παρότι δεν μας αφαιρεί το δικαίωμα της πράξης- είναι ξεκάθαρη ένδειξη χαρακτήρα. Πολλές φορές και πρόθεσης.

Και πριν κλείσουμε ας πούμε και κάτι ακόμη. Κριτική είναι η πνευματική διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης για την εξαγωγή ενός συμπεράσματος, το οποίο τις περισσότερες φορές καταλήγει σε μία από τις δύο αποδεκτές καταστάσεις π.χ καλό ή κακό. Αν φτάνουμε στο σημείο να πρέπει να είμαστε σεφ για να πούμε ότι ένα φαγητό που μας σέρβιραν ήταν ανάλατο, τότε σίγουρα βαδίζουμε σε λάθος μονοπάτια. Και για όποιον βιαστεί να κρίνει το επιχείρημα ως άτοπο, να πούμε πως και η γαστρονομία είναι μια μορφή τέχνης γι αυτόν που την ασκεί. 

Όπως πάντα, είμαστε εδώ για να μοιραζόμαστε απόψεις και σκέψεις. Υπόσχομαι να σε ακούσω, αν το κάνεις κι εσύ. 

Διαβάζουμε, βιώνουμε, μοιράζουμε φως.

· · ─ ·✶· ─ · ·

*Σημείωση: Το άρθρο θα ανέβει επίσης στο προσωπικό μου site και αποτελεί προϊόν αποκλειστικά προσωπικών σκέψεων, θέσεων και απόψεων. Η ανάρτηση στο συλλογικό συγγραφικό blog OneirwnPenes δεν υπονοεί συμφωνία των υπολοίπων μελών με τα παραπάνω.

HarisKofiades BookBlog ➜ 

Σχόλια

  1. It is a very thoughtful point that we have become so afraid of simple words like criticism when they can actually be quite constructive. You are right that anyone can tell if a dish needs more salt without being a professional chef in a fancy kitchen.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Thank you for your feedback. I really think it's important at least to be able to talk about things, even if we decide to disagree on some points. Cause mainly that is what is missing. Open dialogue that promote free thinking and expression!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...