Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Τα χρώματα της μοναξιάς


ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ



Είναι κοντά η μέρα που θα γεννηθούν ξανά τα άνθη. 

Η γκρίζα απόχρωση των λουλουδιών μοιάζει με στάχτη που φυσάει ο άνεμος προς τις ξεπλυμένες αποχρώσεις του μυαλού. 

Εγώ δεν πρόφτασα να αγγίξω τα ροδοπέταλα, μα κράτησα μέσα μου τη θλίψη των λουλουδιών. 

Φυλακισμένη στους κήπους της καρδιάς. 
Σφιχτοδεμένη στο στέρνο αναμοχλεύοντας την ελπίδα. 

Μοιάζω με τρομαγμένο παιδί. 
Δειλά βήματα. Βήματα ασταθή. 

Ήθελα να αγγίξω τα χρώματα της μοναξιάς. 
Ήθελα να τρέξω σε καινούριους ουρανούς. 

Να μουτζουρώσω τα χέρια μου μέσα από ξεχασμένες ζωγραφιές.

Μακριά από το φόβο που μου υπέδειξαν να ζω.

Βούλα Γκεμίση

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου