Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

"Η Προσευχή" Μικρό διήγημα της Βούλας Γκεμίση


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ



Μια στάλα πέφτει στο πρόσωπο μου και πριν προλάβω να υψώσω το βλέμμα μου στον ουρανό ξεσπάει μπόρα. Στέκω μεσ’ τη βροχή απολαμβάνοντας τη διαδρομή κάθε ψιχάλας να μαστιγώνει το δέρμα μου. Άλλος στη θέση μου δεν θα ήταν εδώ. Θα έτρεχε να σωθεί από τον ερχομό αυτής της καταιγίδας. Αυτή η δυνατή βροχή όμως σκεπάζει απόψε τον ψίθυρο μου τόσο γλυκά και ας κρύβει μέσα της μια κτηνώδη οργή έτοιμη να με κατασπαράξει σαν αγρίμι που παραμόνευε ώρα το θήραμα του. Αυτός ο ψίθυρος είναι ότι μου έχει απομείνει. Ο ίδιος ψίθυρος εδώ και χρόνια βγαίνει αργά από τα τρεμάμενα χείλη μου.


Κάθε βράδυ, κάπου στο τέλος της μέρας. Εκεί, όπου το λιγοστό φως κόβει σεργιάνι στα πιο σκοτεινά σημεία της ψυχής παίρνει το δρόμο η αναζήτηση για τη λύτρωση. Τα γόνατα μου έχουν ματώσει πια γιατί κάθε φορά που τα ακουμπώ στο χώμα εκείνα επιζητούν την άφεση αμαρτιών. «Θεέ μου… Πως γίνεται η μέρα ετούτη να τελειώνει και έπειτα σε λίγο να ανατέλλει ο ήλιος μέσα σε τούτες τις μπόρες υπέρλαμπρος; Από πού αντλεί τη δύναμη του; Που κρύβεις τα μυστικά του;»


Υπάρχει η ελπίδα που κοντοστέκει μπροστά από την καταιγίδα. Μόνο αυτή είναι αισιόδοξη μέσα στις κακουχίες της ζωής. Μόνο εκείνη ξέρει να σταθεί στα δυο της πόδια. Εκεί, όπου ο μικρόκοσμος μου αφουγκράζεται διαφορετικά τη σιωπή. Εκεί, όπου από τα έργα της μπορεί να σφίγγει μόνο στάχτη στα δυο της χέρια. Αυτή κρατώ και εγώ συντροφιά γιατί με έμαθε να σκύβω ταπεινά το κεφάλι μου στην εξουσία. Έδωσε φτερά στους ώμους μου για να γευτώ το χάρισμα, να μπορώ να διακρίνω τα μικρά καθημερινά θαύματα, που όλοι οι υπόλοιποι προσπερνούν. Να μπορώ να αντέχω το δηλητήριο που ποτίζουν τα λόγια και οι πράξεις με φαρμάκι την καρδιά μου λίγο λίγο καθημερινά. Εκείνη είναι το αντίδοτο στη μοναξιά και εκείνη με κάνει τούτη την ώρα ένα μικρό Θεό ψελλίζοντας μια προσευχή. Το μόνο δρόμο τελικά που αγαπώ όσο κανένα.


**********
Συμμετοχή για το Διαγωνισμό "Παίζοντας με τις Λέξεις" Κάνε κλικ στο blog για να δεις όλες τις συμμετοχές! ΕΔΩ!

Σχόλια

  1. Ναι Βούλα, το θυμάμαι! Πάει τόσος καιρός! Το θυμάμαι καλά και το αγάπησα. Ήταν η πρώτη σου συμμετοχή στο όμορφο αυτό δρώμενο. Δεν ξέρω γιατί αλλά η φίλη που το διοργανώνει το έχει αφήσει λίγο πίσω. Αν υπάρξει νέος γύρος φυσικά θα σε ενημερώσω.
    Καλησπέρα καλή μου φίλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να το κάνεις! Είναι πολύ όμορφη εμπειρία και καλό είναι να το διαφημίσουμε και εδώ! Αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις είναι πολύ καλή άσκηση για κάποιον που ασχολείται με την συγγραφή!

      Σ ευχαριστώ !

      Διαγραφή
    2. Το κρατώ να είσαι σίγουρη!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...