"Πολλές φορές, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μια όμορφη ιστορία να μας ψαχουλέψει λίγο καλύτερα" Αυτό λοιπόν είναι ένα θέμα που με απασχόλησε μόνο όταν οι εμπειρίες μου με ανάγκασαν να το αντιμετωπίσω. Πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, φόρεσα με μεγάλη υπερηφάνια, ίσως τη μεγαλύτερη που έχω νιώσει στην έως τώρα ζωή μου, άλλη μία ταμπέλα: αυτή του πατέρα , όταν η γυναίκα μου μού χάρισε την κόρη μας. Όποιος το έχει ζήσει το γνωρίζει. Από τη μία στιγμή στην άλλη, αλλά και πιο αργά, πιο ασυνείδητα, επιτελούνται μέσα σου πολλές αλλαγές στον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, τους κινδύνους, τους ανθρώπους, τις γυναίκες, αν ευτυχήσεις να έχεις κόρη, και πολλά άλλα που μέχρι πρότινος σου έμοιαζαν κομματάκι αδιάφορα, ως σκέψεις τουλάχιστον και ως θεματολογίες. Μέσα στα λοιπά λοιπόν, που συχνά λέγονται αλλά σπανίως εξηγούνται, είναι και η λογοτεχνία. Άρχισα να βλέπω αλλιώς τις γυναίκες ηρωίδες, τους άντρες, τις δυσάρεστες καταστάσεις και τους διάφορους ρόλους που ο συγγραφέας μοιράζει στο ca...
{Γράφει η Ελευθερία Καλογνωμά} Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν. Φεύγουν πάντα σιωπηλά, καμιά φορά χαμογελώντας, ίσως και γελώντας. Μα μη γελιέσαι. Δε γελάνε με σένα. Με τον εαυτό τους γελάνε, γιατί τους φαίνεται πια πραγματικά αστείο το πόσα έδωσαν και τελικά δεν πήραν τίποτα, το πόσο έκαναν τα πάντα για άλλους και οι ίδιοι δεν έγιναν ποτέ «τα πάντα» για κανέναν. Αυτοί που φεύγουν, δε φωνάζουν, δεν έχουν πλέον λόγο. Φώναζαν από καιρό με όλη τους τη δύναμη, μα δεν τους άκουσε κανείς, γιατί η κραυγή τους ήταν στα μάτια τους και κανείς δεν έκανε τον κόπο να κοιτάξει μέσα τους. Απλά περνούσες δίπλα τους, τους μιλούσες, σου μιλούσαν, τους ζητούσες τα πάντα και στα έδιναν, δε ζητούσαν τίποτα και δεν μπήκες ποτέ στον κόπο να ρωτήσεις: «Εσύ; Θες κάτι;». Αν τους κοιτούσες πραγματικά στα μάτια, θα διάβαζες την προσμονή γι’ αυτή την ερώτηση. Δεν το έκανες. Εγώ είμαι αυτάρκης , έλεγες, ανεξάρτητος, άρα, έτσι είναι κι ο άλλος δίπλα μου ‧ άρα, δε χρειάζεται τίποτα, όσα του προσφέρω του είναι...