Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Κι αν δεν πρόλαβες...

  

 

 

Ένα λουλούδι ή πέντε... Τι σημασία έχει; 

Δε θα τα δεις, δε θα τα μυρίσεις. Θα μείνουν εκεί, σ' ένα βάζο χρησιμοποιημένο από πολλούς, πριν από μένα, μετά από μένα, γεμάτο νερό που μυρίζει πάντα το ίδιο. Απώλεια. 

Μεγάλη Εβδομάδα. Των Παθών. Για Εκείνον ήταν κάποιες ώρες, κάποιες μέρες. Για πολλούς από εμάς είναι πολύ περισσότερο. Πάθη και λάθη. Σταύρωση και Αποκαθήλωση. Ένα τελευταίο τσιγάρο κάθε φορά, κάτω από έναν διαφορετικό σταυρό κάθε φορά, η ίδια ερώτηση κάθε φορά. Γιατί τώρα; Γιατί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί σ' αυτή τη στροφή του δρόμου κι όχι λίγο παρακάτω, στην επόμενη; Κι αν Εκείνος αποκαθηλώθηκε, αναπαύθηκε, αναστήθηκε, υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που παραμένουν σταυρωμένες, κάτω από έναν ουρανό που δε θα σκιστεί ποτέ οργισμένος, πάνω σε μια γη που δε θ' ανοίξει ποτέ να καταπιεί τα γιατί και τα πώς. Κι εμείς απλά καθόμαστε εκεί, στο χώμα που πότισαν αυτές οι σιωπηλές ερωτήσεις που ποτέ δε βγήκαν απ' τα χείλη μας, γιατί πιστεύαμε πως είχαμε χρόνο, γιατί το ύστερα είναι παγίδα και τελικά σπάνια το έχουμε, άμμος γίνεται και μας ξεγλιστρά μέσα απ' τα δάχτυλα. Κοιτάζουμε τον σταυρό της σιωπής μας και κάνουμε ένα τελευταίο τσιγάρο, ξεφυσώντας στον ουρανό ό,τι μας έκαψε, ό,τι μας πόνεσε, ελπίζοντας πως ο καπνός και αυτής της φωτιάς θα διαλυθεί. Απλά ελπίζοντας. 

Ένα λουλούδι ή πέντε... Τι σημασία έχει;

Δεν ήθελα να σου φέρνω λουλούδια. Ήθελα να ήσουν εδώ. Ήθελα να προλάβαινες. 

Μα ξέρεις κάτι; 

Κι αν δεν πρόλαβες, πρόλαβα εγώ. 

 

Σχόλια

  1. Ελευθερία μου, πολύ όμορφο. Ανθρώπινο, τρυφερό, γεμάτο συναισθήματα, σκέψεις και συγκινήσεις, ικανές να μας φορτώσουν συναισθήματα αυτές τις φορτισμένες μέρες.
    Το χάρηκα με την καρδιά μου, καλή μου φίλη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πόσο όμορφα μπορεί να σε διαλύσει ένα κείμενο μερικών μονάχα λέξεων, μόνο και μόνο για να σε στήσει και πάλι στα πόδια σου σε αυτή την τελευταία πρόταση. Βρίσκω το κείμενό σου με πολύ μεγάλη χαρά στο blog και στο ξαναλέω. Γράψε και τη λίστα για το super market. Θα τη διαβάσω και αυτήν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. That is such a deep and poetic reflection on the nature of loss and the weight of words left unsaid. It truly captures that bittersweet feeling of Holy Week, where the focus on resurrection often highlights the heavy silence of those who are still waiting for their own "whys" to be answered. Sometimes just making it through is the most powerful act of all.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. That's very much on point. It is also interesting how all those thoughts and feelings can be conveyed in such a short piece. Thank you very much for being here and sharing your POV.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

«Επιμέλεια Βιβλίου και Συγγραφικά Όχι: Το όριο ανάμεσα στη διόρθωση και την αλλοίωση»

"Και τελικά, ποιον εμπιστεύεσαι; Το ένστικτο ή τον επαγγελματία;" Πριν από χρόνια, είχα μια συζήτηση με μια συγγραφέα η οποία, για κάποιο λόγο, μου εμπιστευόταν συχνά προσωπικά της θέματα. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, μου είπε πως παρέδωσε το έργο της σε έναν εκδοτικό οίκο, ο οποίος το έκανε δεκτό προς έκδοση. Χαρμόσυνο, σωστά; Μια ωραία είδηση, αν μη τι άλλο, τόσο για τον κόσμο του βιβλίου όσο και για την ίδια, που έβλεπε την αρχή του «ουράνιου τόξου», μιας και αυτό θα ήταν το πρώτο της βιβλίο. Λάθος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τουλάχιστον, αυτό που θα ακολουθούσε δεν ήταν αυτό που κανείς από όσους γράφουμε θα επιθυμούσε. Ξεκίνησε, λοιπόν, το κομμάτι της επιμέλειας και -προς τιμήν του- ο εν λόγω εκδοτικός δεν έμεινε στην ορθογραφική και συντακτική διόρθωση. Ούτε «ξεπέταξε» στα γρήγορα ένα έργο το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα συγχρηματοδοτούνταν από τη συγγραφέα, όπως είθισται σε μεγάλο βαθμό σήμερα. Προχώρησε πιο βαθιά, εντοπίζοντας σημεία που θεωρούσε προβληματικά, τα οποία ...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...