Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Απόσπασμα από τη διλογία " Ίχνη στην Έρημο" (Αμμοθύελλα - Όαση) Εκδόσεις Υδροπλάνο, της Ελευθερίας Καλογνωμά




«Μην κοιτάξεις πίσω. Μην τολμήσεις να κοιτάξεις πίσω…»

Δεν το κάνω. Κοιτάζω μόνο μπροστά κι ανοίγω το βήμα. Αγνοώ τις φωνές πίσω μου, σαν να μην υπάρχει κανείς. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό. Ελικόπτερα με τους προβολείς τους αναμμένους, σαν φωτεινές πεταλούδες της νύχτας, είναι παντού. Γνώριμος ο ήχος. Οι έλικες τους αρχίζουν να επιβραδύνουν, γυρνούν όλο και πιο αργά, όλο και πιο αργά, μέχρι που σταματούν γύρω μου, ακινητοποιούνται στον αέρα, όλα μοιάζουν στάσιμα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν ακούω τίποτα πια. Ανοίγω την παλάμη μου και κοιτάζω αυτό το μικροσκοπικό αντικείμενο  που με συνδέει με το πίσω. Το αφήνω να πέσει στο γρασίδι. Αυτό ήταν. Όλα σταματούν... Άνθρωποι, ήχοι, όλα. Μόνο εγώ συνεχίζω.

«Μην κοιτάξεις πίσω!»

Στρέφω το βλέμμα δεξιά. Κόκκινο, απέραντο, ακίνητο κόκκινο που σε καλεί να βουτήξεις μέσα του. Χαμογελώ. Δεν το φοβάμαι πια. Ούτε αυτό, ούτε τα ελικόπτερα πάνω απ' το κεφάλι μου. Εξάλλου είπαμε, δεν κινούνται πια.

Μόνο το μπροστά υπάρχει. Μια πόρτα που πρέπει να περάσω και φτάνω σ' αυτήν, όμως πριν διαβώ το κατώφλι της, κοιτάζω τελικά για μια στιγμή πίσω. Ξέρω τι αφήνω, ξέρω πού πάω, ξέρω και το γιατί.

«Τζάσμιν!»

Μια φωνή, μια γνώριμη φωνή δίπλα μου με κάνει να γυρίσω το κεφάλι. Είναι εκεί, με το ζεστό του χαμόγελο, τα κοκκινόξανθα μαλλιά, τα γκρίζα μάτια και το δυνατό κορμί. Η στολή του είναι καθαρή, ούτε μια κηλίδα πάνω της. Με πλησιάζει και μου απλώνει το χέρι.

«Δεν κάνεις πίσω, ε;» με ρωτάει, αλλά ξέρει την απάντηση. «Ξεροκέφαλη!» λέει πειρακτικά. «Δε μ' άφηνες με τίποτα να φύγω».

«Πώς μπορούσα;» τον ρωτάω και τον κοιτάζω θλιμμένα. «Μου είχες υποσχεθεί έναν ουρανό…»

«Το ξέρω. Ήθελα τόσο πολύ να βρω αυτόν τον ουρανό για σένα. Συγνώμη που δεν τα κατάφερα. Όμως, τον βρήκες μόνη σου. Γιατί τον αφήνεις πίσω;»

«Πρέπει, εσύ με καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Πες μου πως με καταλαβαίνεις!»

Μου γνέφει θετικά και μου τείνει πάλι το χέρι. Απλώνω το δικό μου και τα δάχτυλά μας μπλέκονται. Μου χαμογελάει πλατιά και προχωρά, τον ακολουθώ.

«Εμπρός, στρατιώτη Μίτσελ!» μου λέει. «Κάνε αυτό που πρέπει».

Αφήνει το χέρι μου και με σπρώχνει δυνατά μπροστά, όλα αρχίζουν και πάλι να κινούνται γύρω μου, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, όπως όταν κοιτάζεις έξω απ' το παράθυρο ενός τρένου και νιώθεις πως εσύ είσαι στάσιμος, ενώ ο κόσμος έξω τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ώσπου στο τέλος, γίνεται μια ευθεία γραμμή.

                                                        *

Μην κοιτάξεις πίσω... Μην τολμήσεις να κοιτάξεις ξανά πίσω, έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της. Σήκωσε το κεφάλι. Τα ελικόπτερα πετούσαν και έριχναν τους προβολείς τους πάνω της, τυφλώνοντας την.

Μην κοιτάξεις πίσω!

Προσπέρασε την πισίνα, ήταν φωτισμένη και ήταν κατακόκκινη, ακριβώς όπως εκείνο το βράδυ του γάμου, τότε που την είχε πιάσει κρίση πανικού στη θέα της κι είχε τρέξει έντρομη στο δωμάτιό της, για να τη βρει λίγο αργότερα ο Νόα και να του κολλήσει το όπλο ανάμεσα στα μάτια. Είμαι χειρότερη από σφαίρα, του είχε πει και δεν την είχε πιστέψει. Τώρα, λοιπόν, του αποδείκνυε πως αυτή η σφαίρα είχε περάσει τελικά ξυστά από τη ζωή του. Η ζημιά θα ήταν η μικρότερη δυνατή, ίσα ίσα μια γρατζουνιά. Θα πονούσε, αλλά θα περνούσε, αφού εκείνος θα είχε την οικογένειά του δίπλα του. Κοίταξε την πισίνα και χαμογέλασε. Δε φοβόταν πια, ούτε το κατακόκκινο νερό μέσα της, ούτε τον ήχο των ελικοπτέρων πάνω απ' το κεφάλι της. Δε φοβόταν τίποτα πια.

«Νάταλι!»

Το όνομά της απ' τα χείλη του Άνταμ έφτασε στο αφτί της και τη διαπέρασε ολόκληρη.

Μην κοιτάξεις πίσω, είπε πάλι στον εαυτό της, αλλά δεν άντεξε. Γύρισε. Για μια στιγμή μόνο.

«Άνταμ…»

Στο άκουσμα της φωνής της, εκείνος σώπασε. Η Νάταλι άκουσε για μια τελευταία φορά την αγωνιώδη ανάσα του, έβγαλε το ακουστικό από το αφτί της και το έφερε κοντά στα χείλη της, για να του πει μια τελευταία λέξη πριν το αφήσει να πέσει στο γρασίδι του κήπου, πριν πάψει για πάντα να τον ακούει στ' αφτιά της αλλά, κυρίως, στο μυαλό της, εκεί όπου βρισκόταν διαρκώς από την πρώτη μέρα.

Μην περιμένεις να σου ζητήσω συγνώμη, του είχε πει ξανά και ξανά. Είχε έρθει η ώρα να του τη ζητήσει, λοιπόν, για όλες τις φορές που δεν το είχε κάνει και, κυρίως... για το κενό που άφηνε πίσω της στη ζωή του.

«Συγνώμη...» 

Συγνώμη…Κι έτσι τελείωναν όλα.

Αν πεθάνει κάποιος που αγαπάς, δεν πεθαίνεις κι εσύ; Ω, ναι! Πεθαίνεις με χίλιους θανάτους μαζί σε μια στιγμή, μ' ένα αντίο που τη θέση του πήρε μια αναθεματισμένη συγνώμη! Συγνώμη για ποιο πράγμα; Που τον άφηνε πίσω; Που του είχε γίνει απαραίτητη, που δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εκείνη, να ξυπνάει και να κοιμάται χωρίς να ξέρει πως βρισκόταν κάπου εκεί έξω, ακόμα κι αν δεν ήταν κοντά του; Που είχε αποφασίσει πως η ζωή της ήταν λιγότερο σημαντική από όλων των υπολοίπων; Που του είχε παραδοθεί μια μέρα χωρίς ανάσα και τώρα είχε κόψει τη δική του; Με μια συγνώμη τα σβήνεις όλα;

 

 

 

Σχόλια

  1. Αχ πού αλήθεια με ταξίδεψες, αγαπημένη μας φίλη! Με έφερες πίσω, στη λατρεμένη Νάταλι και στον Άνταμ, μαζί και στον Νόα. Σε αυτά τα πρόσωπα, που τόσο μα τόσο αγάπησα στη γραφή σου, στο μεγάλο σου αυτό έργο, που με γέμισε συναισθήματα, αγωνία, δάκρυα, ένταση. Και τι στιγμή διάλεξες!
    Ειλικρινά με έβαλες στον πειρασμό να πιάσω πάλι το έργο σου, απ' την αρχή και να το ζήσω όπως το έκανα στην πρώτη εκείνη ρομαντική εποχή της δικτυακής ανάγνωσης στο wattpad, που τόσο νοσταλγώ.
    Ελευθερία μου, σε ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτή η συγγνώμη.... Σαν να την ακούω ΚΆΘΕ ΦΟΡΑ, όποτε διαβάζω το βιβλίο είναι η ίδια η αγωνία της πρώτης φοράς σαν να μη γνωρίζω τη συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Υδάτινο Φέρετρο

Γράφει η Δανάη Ιμπραχήμ   « Δεν έχω καταφέρει να δαμάσω ακόμα αυτό τον ψεύτικο κόσμο Δεν έχω καταφέρει να συναντήσω ακόμα τους αγαπημένους μου Φύγε θάνατε κι έλα ξανά μετά » .  - Karacaoglan (c. 1606 - 1680) Η Ελενίτσα βάδιζε πλάι στην ακρογιαλιά κρατώντας σφιχτά την κούκλα της. Ο ουρανός από πάνω ήταν γεμάτος χρώματα από τους χαρταετούς που πετούσαν οι συντοπίτες της. Κάπου εκεί βρισκόταν και αυτός που πάσχιζαν να κρατήσουν ψηλά ο πατέρας με τον αδερφό της. Εκείνη όμως είχε κουραστεί και ζήτησε από την μητέρα της την άδεια να κατέβει στην παραλία. «Δεν θα πλησιάσεις το νερό», την είχε συμβουλέψει. «’Κει κοντά είναι και η κυρά Μάρω. Αν δεις κάποιον περίεργο ή πεινάσεις θα τρέξεις κοντά της». Αφού η μικρή υποσχέθηκε ότι θα έκανε ό,τι της υπέδειξε η μητέρα της, κατέβηκε να απολαύσει την αλμύρα και τον απαλό ήχο του νερού καθώς άγγιζε τα βότσαλα. Λίγη ώρα αφότου βρέθηκε στην παραλία, είδε από μακριά ένα παιδί να κάθεται και να κοιτάζει το νερό θλιμμένο. ...

Απουσίες

Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης Είναι καλοκαίρι και αν και βράδυ, η ζέστη είναι αφόρητη. Εγώ όμως εκεί, πάλι στο μπαλκόνι. To ‘χω πείσμα κι ας δουλεύει μέσα ο κλιματισμός στο φουλ ∙ θα δροσίσουν τα ντουβάρια. Εδώ έξω, ένας ανεμιστήρας μισιακός με δυο μόνο πτερύγια μου κάνει αέρα, ή με κοροϊδεύει… Δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Τον αφήνω όμως να δουλεύει, περιμένοντας ίσως τη στιγμή που θα τα φτύσει για να δούμε ποιος από τους δυο μας γελάει καλύτερα. Αλλά δεν ήθελα να πω για τον ανεμιστήρα, ούτε για το κλιματιστικό. Κάτι άλλο ήταν μα το ξέχασα.   Ανάθεμα!  Πάλι σύρθηκε το χέρι μου σε αυτά τα αναθεματισμένα σουπλά. Σίγουρα θα αφήσει κοκκινίλα. Ξέρεις, είναι απ’ αυτά που είναι πια πολύ της μόδας, τα μπόχο, ευχάριστα στο μάτι-τραχιά στην υφή. Κάτι τέτοιες στιγμές νοσταλγώ τα πλαστικά τραπεζομάντιλα της μάνας μου, κι ας έκαναν τα χέρια μου να ιδρώνουν και να γλιστράνε αντίστοιχες νύχτες. Αλλά πάλι αφαιρέθηκα. Ούτε για διακόσμηση είχα όρεξη να μιλήσω. Για μια στιγμή… Είχα όντως όρεξη; Κοιτ...