Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Απόσπασμα από τη διλογία " Ίχνη στην Έρημο" (Αμμοθύελλα - Όαση) Εκδόσεις Υδροπλάνο, της Ελευθερίας Καλογνωμά




«Μην κοιτάξεις πίσω. Μην τολμήσεις να κοιτάξεις πίσω…»

Δεν το κάνω. Κοιτάζω μόνο μπροστά κι ανοίγω το βήμα. Αγνοώ τις φωνές πίσω μου, σαν να μην υπάρχει κανείς. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό. Ελικόπτερα με τους προβολείς τους αναμμένους, σαν φωτεινές πεταλούδες της νύχτας, είναι παντού. Γνώριμος ο ήχος. Οι έλικες τους αρχίζουν να επιβραδύνουν, γυρνούν όλο και πιο αργά, όλο και πιο αργά, μέχρι που σταματούν γύρω μου, ακινητοποιούνται στον αέρα, όλα μοιάζουν στάσιμα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν ακούω τίποτα πια. Ανοίγω την παλάμη μου και κοιτάζω αυτό το μικροσκοπικό αντικείμενο  που με συνδέει με το πίσω. Το αφήνω να πέσει στο γρασίδι. Αυτό ήταν. Όλα σταματούν... Άνθρωποι, ήχοι, όλα. Μόνο εγώ συνεχίζω.

«Μην κοιτάξεις πίσω!»

Στρέφω το βλέμμα δεξιά. Κόκκινο, απέραντο, ακίνητο κόκκινο που σε καλεί να βουτήξεις μέσα του. Χαμογελώ. Δεν το φοβάμαι πια. Ούτε αυτό, ούτε τα ελικόπτερα πάνω απ' το κεφάλι μου. Εξάλλου είπαμε, δεν κινούνται πια.

Μόνο το μπροστά υπάρχει. Μια πόρτα που πρέπει να περάσω και φτάνω σ' αυτήν, όμως πριν διαβώ το κατώφλι της, κοιτάζω τελικά για μια στιγμή πίσω. Ξέρω τι αφήνω, ξέρω πού πάω, ξέρω και το γιατί.

«Τζάσμιν!»

Μια φωνή, μια γνώριμη φωνή δίπλα μου με κάνει να γυρίσω το κεφάλι. Είναι εκεί, με το ζεστό του χαμόγελο, τα κοκκινόξανθα μαλλιά, τα γκρίζα μάτια και το δυνατό κορμί. Η στολή του είναι καθαρή, ούτε μια κηλίδα πάνω της. Με πλησιάζει και μου απλώνει το χέρι.

«Δεν κάνεις πίσω, ε;» με ρωτάει, αλλά ξέρει την απάντηση. «Ξεροκέφαλη!» λέει πειρακτικά. «Δε μ' άφηνες με τίποτα να φύγω».

«Πώς μπορούσα;» τον ρωτάω και τον κοιτάζω θλιμμένα. «Μου είχες υποσχεθεί έναν ουρανό…»

«Το ξέρω. Ήθελα τόσο πολύ να βρω αυτόν τον ουρανό για σένα. Συγνώμη που δεν τα κατάφερα. Όμως, τον βρήκες μόνη σου. Γιατί τον αφήνεις πίσω;»

«Πρέπει, εσύ με καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Πες μου πως με καταλαβαίνεις!»

Μου γνέφει θετικά και μου τείνει πάλι το χέρι. Απλώνω το δικό μου και τα δάχτυλά μας μπλέκονται. Μου χαμογελάει πλατιά και προχωρά, τον ακολουθώ.

«Εμπρός, στρατιώτη Μίτσελ!» μου λέει. «Κάνε αυτό που πρέπει».

Αφήνει το χέρι μου και με σπρώχνει δυνατά μπροστά, όλα αρχίζουν και πάλι να κινούνται γύρω μου, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, όπως όταν κοιτάζεις έξω απ' το παράθυρο ενός τρένου και νιώθεις πως εσύ είσαι στάσιμος, ενώ ο κόσμος έξω τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ώσπου στο τέλος, γίνεται μια ευθεία γραμμή.

                                                        *

Μην κοιτάξεις πίσω... Μην τολμήσεις να κοιτάξεις ξανά πίσω, έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της. Σήκωσε το κεφάλι. Τα ελικόπτερα πετούσαν και έριχναν τους προβολείς τους πάνω της, τυφλώνοντας την.

Μην κοιτάξεις πίσω!

Προσπέρασε την πισίνα, ήταν φωτισμένη και ήταν κατακόκκινη, ακριβώς όπως εκείνο το βράδυ του γάμου, τότε που την είχε πιάσει κρίση πανικού στη θέα της κι είχε τρέξει έντρομη στο δωμάτιό της, για να τη βρει λίγο αργότερα ο Νόα και να του κολλήσει το όπλο ανάμεσα στα μάτια. Είμαι χειρότερη από σφαίρα, του είχε πει και δεν την είχε πιστέψει. Τώρα, λοιπόν, του αποδείκνυε πως αυτή η σφαίρα είχε περάσει τελικά ξυστά από τη ζωή του. Η ζημιά θα ήταν η μικρότερη δυνατή, ίσα ίσα μια γρατζουνιά. Θα πονούσε, αλλά θα περνούσε, αφού εκείνος θα είχε την οικογένειά του δίπλα του. Κοίταξε την πισίνα και χαμογέλασε. Δε φοβόταν πια, ούτε το κατακόκκινο νερό μέσα της, ούτε τον ήχο των ελικοπτέρων πάνω απ' το κεφάλι της. Δε φοβόταν τίποτα πια.

«Νάταλι!»

Το όνομά της απ' τα χείλη του Άνταμ έφτασε στο αφτί της και τη διαπέρασε ολόκληρη.

Μην κοιτάξεις πίσω, είπε πάλι στον εαυτό της, αλλά δεν άντεξε. Γύρισε. Για μια στιγμή μόνο.

«Άνταμ…»

Στο άκουσμα της φωνής της, εκείνος σώπασε. Η Νάταλι άκουσε για μια τελευταία φορά την αγωνιώδη ανάσα του, έβγαλε το ακουστικό από το αφτί της και το έφερε κοντά στα χείλη της, για να του πει μια τελευταία λέξη πριν το αφήσει να πέσει στο γρασίδι του κήπου, πριν πάψει για πάντα να τον ακούει στ' αφτιά της αλλά, κυρίως, στο μυαλό της, εκεί όπου βρισκόταν διαρκώς από την πρώτη μέρα.

Μην περιμένεις να σου ζητήσω συγνώμη, του είχε πει ξανά και ξανά. Είχε έρθει η ώρα να του τη ζητήσει, λοιπόν, για όλες τις φορές που δεν το είχε κάνει και, κυρίως... για το κενό που άφηνε πίσω της στη ζωή του.

«Συγνώμη...» 

Συγνώμη…Κι έτσι τελείωναν όλα.

Αν πεθάνει κάποιος που αγαπάς, δεν πεθαίνεις κι εσύ; Ω, ναι! Πεθαίνεις με χίλιους θανάτους μαζί σε μια στιγμή, μ' ένα αντίο που τη θέση του πήρε μια αναθεματισμένη συγνώμη! Συγνώμη για ποιο πράγμα; Που τον άφηνε πίσω; Που του είχε γίνει απαραίτητη, που δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εκείνη, να ξυπνάει και να κοιμάται χωρίς να ξέρει πως βρισκόταν κάπου εκεί έξω, ακόμα κι αν δεν ήταν κοντά του; Που είχε αποφασίσει πως η ζωή της ήταν λιγότερο σημαντική από όλων των υπολοίπων; Που του είχε παραδοθεί μια μέρα χωρίς ανάσα και τώρα είχε κόψει τη δική του; Με μια συγνώμη τα σβήνεις όλα;

 

 

 

Σχόλια

  1. Αχ πού αλήθεια με ταξίδεψες, αγαπημένη μας φίλη! Με έφερες πίσω, στη λατρεμένη Νάταλι και στον Άνταμ, μαζί και στον Νόα. Σε αυτά τα πρόσωπα, που τόσο μα τόσο αγάπησα στη γραφή σου, στο μεγάλο σου αυτό έργο, που με γέμισε συναισθήματα, αγωνία, δάκρυα, ένταση. Και τι στιγμή διάλεξες!
    Ειλικρινά με έβαλες στον πειρασμό να πιάσω πάλι το έργο σου, απ' την αρχή και να το ζήσω όπως το έκανα στην πρώτη εκείνη ρομαντική εποχή της δικτυακής ανάγνωσης στο wattpad, που τόσο νοσταλγώ.
    Ελευθερία μου, σε ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτή η συγγνώμη.... Σαν να την ακούω ΚΆΘΕ ΦΟΡΑ, όποτε διαβάζω το βιβλίο είναι η ίδια η αγωνία της πρώτης φοράς σαν να μη γνωρίζω τη συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Κι αν δεν πρόλαβες...

        Ένα λουλούδι ή πέντε... Τι σημασία έχει;  Δε θα τα δεις, δε θα τα μυρίσεις. Θα μείνουν εκεί, σ' ένα βάζο χρησιμοποιημένο από πολλούς, πριν από μένα, μετά από μένα, γεμάτο νερό που μυρίζει πάντα το ίδιο. Απώλεια.  Μεγάλη Εβδομάδα. Των Παθών. Για Εκείνον ήταν κάποιες ώρες, κάποιες μέρες. Για πολλούς από εμάς είναι πολύ περισσότερο. Πάθη και λάθη. Σταύρωση και Αποκαθήλωση. Ένα τελευταίο τσιγάρο κάθε φορά, κάτω από έναν διαφορετικό σταυρό κάθε φορά, η ίδια ερώτηση κάθε φορά. Γιατί τώρα; Γιατί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί σ' αυτή τη στροφή του δρόμου κι όχι λίγο παρακάτω, στην επόμενη; Κι αν Εκείνος αποκαθηλώθηκε, αναπαύθηκε, αναστήθηκε, υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις που παραμένουν σταυρωμένες, κάτω από έναν ουρανό που δε θα σκιστεί ποτέ οργισμένος, πάνω σε μια γη που δε θ' ανοίξει ποτέ να καταπιεί τα γιατί και τα πώς. Κι εμείς απλά καθόμαστε εκεί, στο χώμα που πότισαν αυτές οι σιωπηλές ερωτήσεις που ποτέ δε βγήκαν απ' τα χείλη μας, γιατί πιστεύαμε...

Κατά Συνθήκη Άγνωστοι

  Άλλη μια Τετάρτη που θα περάσει σφηνωμένη ανάμεσα σε πόρτες, για κλεφτές ρουφηξιές. Δύο, τρεις... Κι ο ήχος του τσιγάρου να σβήνει στο νερό. Βλέμμα μουντό, σαν να κατάπιε τον ουρανό, και βήμα βαρύ -λες και η γη σε τραβά πιο δυνατά σήμερα. Όχι εγώ. Εγώ κρατώ τις λιακάδες των ημερών που πέρασαν. Πού πήγαν οι Τρίτες, αναρωτιέμαι; Όχι οι Δευτέρες. Πού χάθηκαν οι Πέμπτες και οι Παρασκευές; Τα Σάββατα που υπόσχονταν ανάπαυλα κι οι Κυριακές με τις καμπάνες; Πώς ξεμείναμε μονάχα με Τετάρτες; Όχι εγώ. Εγώ έχω όλη τη βδομάδα μπροστά μου ακόμη. Σε είδα κι εσένα να προσπερνάς και να χάνεσαι. Δεν κοιταζόμαστε· είναι κακοί τρόποι. Απλά υπάρχουμε: μορφές στον πεζόδρομο, χωρίς σχήμα. Όχι εγώ. Εγώ πιάνω χώρο. Έχω όγκο. Κι όμως, στα μάτια σου δεν υπάρχω. Ίσως με δεις στον ύπνο σου κάποια βραδιά, κι ούτε και τότε θα με ξέρεις -άλλος ένας άγνωστος, περαστικός σε εικόνες που δεν μου ανήκουν. Θα ήθελα να μην είμαι εγώ, μα δεν μπορώ. Το μόνο παραμύθι που με ξέρει είναι το δικό μου. Και σήμερα είναι Τετ...

«Επιμέλεια Βιβλίου και Συγγραφικά Όχι: Το όριο ανάμεσα στη διόρθωση και την αλλοίωση»

"Και τελικά, ποιον εμπιστεύεσαι; Το ένστικτο ή τον επαγγελματία;" Πριν από χρόνια, είχα μια συζήτηση με μια συγγραφέα η οποία, για κάποιο λόγο, μου εμπιστευόταν συχνά προσωπικά της θέματα. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, μου είπε πως παρέδωσε το έργο της σε έναν εκδοτικό οίκο, ο οποίος το έκανε δεκτό προς έκδοση. Χαρμόσυνο, σωστά; Μια ωραία είδηση, αν μη τι άλλο, τόσο για τον κόσμο του βιβλίου όσο και για την ίδια, που έβλεπε την αρχή του «ουράνιου τόξου», μιας και αυτό θα ήταν το πρώτο της βιβλίο. Λάθος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τουλάχιστον, αυτό που θα ακολουθούσε δεν ήταν αυτό που κανείς από όσους γράφουμε θα επιθυμούσε. Ξεκίνησε, λοιπόν, το κομμάτι της επιμέλειας και -προς τιμήν του- ο εν λόγω εκδοτικός δεν έμεινε στην ορθογραφική και συντακτική διόρθωση. Ούτε «ξεπέταξε» στα γρήγορα ένα έργο το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα συγχρηματοδοτούνταν από τη συγγραφέα, όπως είθισται σε μεγάλο βαθμό σήμερα. Προχώρησε πιο βαθιά, εντοπίζοντας σημεία που θεωρούσε προβληματικά, τα οποία ...