Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Καλώς ήρθες

Αναγνώστης, συγγραφέας, αρθρογράφος ή και απλός περαστικός... Είναι τιμή μας να σε έχουμε στην παρέα μας!

Επιλεγμένα

΄Ηταν απλά ένα φανταχτερό φόρεμα

  Αγαπημένο μου ημερολόγιο… Είμαι έξαλλη σήμερα! Πριν λίγη ώρα γνώρισα τους γονείς του Στάθη και κανονικά -μετά από τόσο καιρό που είμαστε μαζί- θα έπρεπε να είμαι κατενθουσιασμένη και να σκέφτομαι νυφικά και να κανονίζω ημερομηνίες γάμου, αλλά όχι! Βρίσκομαι στον καναπέ μου και γράφω σε εσένα. Ας το πιάσω από την αρχή όμως για να καταλάβεις κι εσύ. Πριν τρεις μέρες μου είπε πως έχει κανονίσει κάτι ιδιαίτερο για σήμερα. Στο είχα γράψει κιόλας. Θυμάσαι; Δεν είχε μπει σε λεπτομέρειες κι εγώ υπέθεσα πως θα ήθελε να κάνουμε κάτι ρομαντικό οι δυο μας. Με έπιασε λοιπόν μια κρίση και βγήκα για ψώνια με τη Μπέτι. Μεγάλο λάθος το ξέρω, αλλά ήθελα κάτι ξεχωριστό κι εκείνη μου πρότεινε να πάμε στην Αμερικανική Αγορά που βρίσκεται κάπου στην Αθήνα. Εγώ δεν ήξερα καν πως υπήρχε, αλλά εκείνη με διαβεβαίωσε πως εκεί μέσα θα έβρισκα τα καλύτερα χωρίς να χαλάσω πολλά λεφτά. Όταν είδα το συγκεκριμένο φόρεμα το ερωτεύτηκα. Ήταν τόσο λαμπερό και τόσο μόνο του πάνω στην κρεμάστρα, που δεν άντεξα

Απόσπασμα από τη διλογία " Ίχνη στην Έρημο" (Αμμοθύελλα - Όαση) Εκδόσεις Υδροπλάνο, της Ελευθερίας Καλογνωμά




«Μην κοιτάξεις πίσω. Μην τολμήσεις να κοιτάξεις πίσω…»

Δεν το κάνω. Κοιτάζω μόνο μπροστά κι ανοίγω το βήμα. Αγνοώ τις φωνές πίσω μου, σαν να μην υπάρχει κανείς. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό. Ελικόπτερα με τους προβολείς τους αναμμένους, σαν φωτεινές πεταλούδες της νύχτας, είναι παντού. Γνώριμος ο ήχος. Οι έλικες τους αρχίζουν να επιβραδύνουν, γυρνούν όλο και πιο αργά, όλο και πιο αργά, μέχρι που σταματούν γύρω μου, ακινητοποιούνται στον αέρα, όλα μοιάζουν στάσιμα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν ακούω τίποτα πια. Ανοίγω την παλάμη μου και κοιτάζω αυτό το μικροσκοπικό αντικείμενο  που με συνδέει με το πίσω. Το αφήνω να πέσει στο γρασίδι. Αυτό ήταν. Όλα σταματούν... Άνθρωποι, ήχοι, όλα. Μόνο εγώ συνεχίζω.

«Μην κοιτάξεις πίσω!»

Στρέφω το βλέμμα δεξιά. Κόκκινο, απέραντο, ακίνητο κόκκινο που σε καλεί να βουτήξεις μέσα του. Χαμογελώ. Δεν το φοβάμαι πια. Ούτε αυτό, ούτε τα ελικόπτερα πάνω απ' το κεφάλι μου. Εξάλλου είπαμε, δεν κινούνται πια.

Μόνο το μπροστά υπάρχει. Μια πόρτα που πρέπει να περάσω και φτάνω σ' αυτήν, όμως πριν διαβώ το κατώφλι της, κοιτάζω τελικά για μια στιγμή πίσω. Ξέρω τι αφήνω, ξέρω πού πάω, ξέρω και το γιατί.

«Τζάσμιν!»

Μια φωνή, μια γνώριμη φωνή δίπλα μου με κάνει να γυρίσω το κεφάλι. Είναι εκεί, με το ζεστό του χαμόγελο, τα κοκκινόξανθα μαλλιά, τα γκρίζα μάτια και το δυνατό κορμί. Η στολή του είναι καθαρή, ούτε μια κηλίδα πάνω της. Με πλησιάζει και μου απλώνει το χέρι.

«Δεν κάνεις πίσω, ε;» με ρωτάει, αλλά ξέρει την απάντηση. «Ξεροκέφαλη!» λέει πειρακτικά. «Δε μ' άφηνες με τίποτα να φύγω».

«Πώς μπορούσα;» τον ρωτάω και τον κοιτάζω θλιμμένα. «Μου είχες υποσχεθεί έναν ουρανό…»

«Το ξέρω. Ήθελα τόσο πολύ να βρω αυτόν τον ουρανό για σένα. Συγνώμη που δεν τα κατάφερα. Όμως, τον βρήκες μόνη σου. Γιατί τον αφήνεις πίσω;»

«Πρέπει, εσύ με καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Πες μου πως με καταλαβαίνεις!»

Μου γνέφει θετικά και μου τείνει πάλι το χέρι. Απλώνω το δικό μου και τα δάχτυλά μας μπλέκονται. Μου χαμογελάει πλατιά και προχωρά, τον ακολουθώ.

«Εμπρός, στρατιώτη Μίτσελ!» μου λέει. «Κάνε αυτό που πρέπει».

Αφήνει το χέρι μου και με σπρώχνει δυνατά μπροστά, όλα αρχίζουν και πάλι να κινούνται γύρω μου, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, όπως όταν κοιτάζεις έξω απ' το παράθυρο ενός τρένου και νιώθεις πως εσύ είσαι στάσιμος, ενώ ο κόσμος έξω τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ώσπου στο τέλος, γίνεται μια ευθεία γραμμή.

                                                        *

Μην κοιτάξεις πίσω... Μην τολμήσεις να κοιτάξεις ξανά πίσω, έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της. Σήκωσε το κεφάλι. Τα ελικόπτερα πετούσαν και έριχναν τους προβολείς τους πάνω της, τυφλώνοντας την.

Μην κοιτάξεις πίσω!

Προσπέρασε την πισίνα, ήταν φωτισμένη και ήταν κατακόκκινη, ακριβώς όπως εκείνο το βράδυ του γάμου, τότε που την είχε πιάσει κρίση πανικού στη θέα της κι είχε τρέξει έντρομη στο δωμάτιό της, για να τη βρει λίγο αργότερα ο Νόα και να του κολλήσει το όπλο ανάμεσα στα μάτια. Είμαι χειρότερη από σφαίρα, του είχε πει και δεν την είχε πιστέψει. Τώρα, λοιπόν, του αποδείκνυε πως αυτή η σφαίρα είχε περάσει τελικά ξυστά από τη ζωή του. Η ζημιά θα ήταν η μικρότερη δυνατή, ίσα ίσα μια γρατζουνιά. Θα πονούσε, αλλά θα περνούσε, αφού εκείνος θα είχε την οικογένειά του δίπλα του. Κοίταξε την πισίνα και χαμογέλασε. Δε φοβόταν πια, ούτε το κατακόκκινο νερό μέσα της, ούτε τον ήχο των ελικοπτέρων πάνω απ' το κεφάλι της. Δε φοβόταν τίποτα πια.

«Νάταλι!»

Το όνομά της απ' τα χείλη του Άνταμ έφτασε στο αφτί της και τη διαπέρασε ολόκληρη.

Μην κοιτάξεις πίσω, είπε πάλι στον εαυτό της, αλλά δεν άντεξε. Γύρισε. Για μια στιγμή μόνο.

«Άνταμ…»

Στο άκουσμα της φωνής της, εκείνος σώπασε. Η Νάταλι άκουσε για μια τελευταία φορά την αγωνιώδη ανάσα του, έβγαλε το ακουστικό από το αφτί της και το έφερε κοντά στα χείλη της, για να του πει μια τελευταία λέξη πριν το αφήσει να πέσει στο γρασίδι του κήπου, πριν πάψει για πάντα να τον ακούει στ' αφτιά της αλλά, κυρίως, στο μυαλό της, εκεί όπου βρισκόταν διαρκώς από την πρώτη μέρα.

Μην περιμένεις να σου ζητήσω συγνώμη, του είχε πει ξανά και ξανά. Είχε έρθει η ώρα να του τη ζητήσει, λοιπόν, για όλες τις φορές που δεν το είχε κάνει και, κυρίως... για το κενό που άφηνε πίσω της στη ζωή του.

«Συγνώμη...» 

Συγνώμη…Κι έτσι τελείωναν όλα.

Αν πεθάνει κάποιος που αγαπάς, δεν πεθαίνεις κι εσύ; Ω, ναι! Πεθαίνεις με χίλιους θανάτους μαζί σε μια στιγμή, μ' ένα αντίο που τη θέση του πήρε μια αναθεματισμένη συγνώμη! Συγνώμη για ποιο πράγμα; Που τον άφηνε πίσω; Που του είχε γίνει απαραίτητη, που δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εκείνη, να ξυπνάει και να κοιμάται χωρίς να ξέρει πως βρισκόταν κάπου εκεί έξω, ακόμα κι αν δεν ήταν κοντά του; Που είχε αποφασίσει πως η ζωή της ήταν λιγότερο σημαντική από όλων των υπολοίπων; Που του είχε παραδοθεί μια μέρα χωρίς ανάσα και τώρα είχε κόψει τη δική του; Με μια συγνώμη τα σβήνεις όλα;

 

 

 

Σχόλια

  1. Αχ πού αλήθεια με ταξίδεψες, αγαπημένη μας φίλη! Με έφερες πίσω, στη λατρεμένη Νάταλι και στον Άνταμ, μαζί και στον Νόα. Σε αυτά τα πρόσωπα, που τόσο μα τόσο αγάπησα στη γραφή σου, στο μεγάλο σου αυτό έργο, που με γέμισε συναισθήματα, αγωνία, δάκρυα, ένταση. Και τι στιγμή διάλεξες!
    Ειλικρινά με έβαλες στον πειρασμό να πιάσω πάλι το έργο σου, απ' την αρχή και να το ζήσω όπως το έκανα στην πρώτη εκείνη ρομαντική εποχή της δικτυακής ανάγνωσης στο wattpad, που τόσο νοσταλγώ.
    Ελευθερία μου, σε ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτή η συγγνώμη.... Σαν να την ακούω ΚΆΘΕ ΦΟΡΑ, όποτε διαβάζω το βιβλίο είναι η ίδια η αγωνία της πρώτης φοράς σαν να μη γνωρίζω τη συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Back to Top