Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Η Εξέλιξη του Τρόμου στη Λογοτεχνία: Από το Γοτθικό Σκοτάδι στο Halloween | Χάρης Κωφιάδης

Γιατί επιζητούμε την αδρεναλίνη του φόβου μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, ενώ στην πραγματική ζωή τον αποφεύγουμε; Καθώς πλησιάζει η πιο ατμοσφαιρική νύχτα του Οκτώβρη, τα φώτα χαμηλώνουν, οι σκιές μεγαλώνουν και η ανάγκη μας για μια σκοτεινή ιστορία γιγαντώνεται. Σε καλωσορίζω σε μια αναδρομή στις μορφές που πήρε ο τρόμος στη λογοτεχνία και στο γιατί το Halloween παραμένει η απόλυτη γιορτή των «περιέργων» αναγνωστών. Ανέκαθεν με τραβούσε το σκοτάδι στην τέχνη. Όχι πως αγνοούσα το φως, αλλά παρουσιάζεται συχνά ως λιγότερο γοητευτικό. Το σκοτάδι κρύβει μέσα του ανασφάλεια, αδρεναλίνη, το άγνωστο. Μας προκαλεί συναισθήματα τα οποία δεν θέλουμε να βιώσουμε στην καθημερινότητα και προτιμάμε να τα ανακαλύπτουμε από την ασφάλεια του καναπέ. Εκεί όπου ξέρουμε πολύ καλά πως ο τρόμος τελειώνει τη στιγμή που κλείνουμε το βιβλίο. Ή και λίγες ώρες αργότερα, ανάλογα πόσο θα μας επηρεάσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια, ωστόσο, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μια φανταστική ιστορία...

"Σαν το σκύλο με τη γάτα" μικρό διήγημα από τον Γιάννη Πιταροκοίλη

 "Σαν το σκύλο με τη γάτα"

Μικρό διήγημα από τον Γιάννη Πιταροκοίλη



Πρωταγωνιστούν:

Ριρή (Γάτα)

Πάπυ (Κουταβάκι σκύλος)

Ριρή: 
Πωπω, ψόφο έχει σήμερα! Αχ έπιασε χειμώνας. Και άντε τώρα να τη βγάλουμε καθαρή. Με το καλοκαιράκι περνούσαμε ζάχαρη. Τέλος πάντων ….σαν ζάχαρη. Και εκεί μπελάδες είχαμε. Άντε να βρεις νερό, άντε να βρεις δροσιά σε τούτη τη ρημαδόπολη, τίγκα στο τσιμέντο. Τώρα; Τώρα κλάφτα Ριρή μου. Θυμάμαι που μού έλεγε η γιαγιά μου η Φιφίκα, Θεός συγχωρές την, τότε στα χρόνια της μέσα στα χαμόσπιτα είχε ξυλόσομπα. Παρακαλούσε να έρθει ο χειμώνας για να κουλουριαστεί εκεί κοντά. Καθόταν πάνω στην πλεχτή κουρελού, που έκανε η μεγάλη κυρά της και ρέμβαζε τη φωτιά. Τη νύχτα την νανούριζε ο ήχος από τα ξύλα που καίγονταν. Άσε που όταν είχαν κέφι, έψηναν και τίποτα λουκάνικα πάνω στην πλάκα της σόμπας και όλο και κάτι περίσσευε και για εκείνη. 

Το καλύτερο βέβαια ήταν το βράδυ. Την άφηναν μέσα στο σπίτι και εκείνη κοιμόταν γύρω στη σόμπα, που κράταγε τη θέρμη της όλη τη νύχτα. Τώρα, άντε να βρεις ξυλόσομπα στα σπίτια. Θα μού πεις πολλά σπίτια έχουν τζάκια αλλά δεν είναι όλα φιλόξενα. 

Πωπω… μπρρρρρ… μωρέ καλός ο Βοριάς, διώχνει την υγρασία αλλά μωρ’ αδελφάκι μου, σε τρυπάει τώρα. Κάτσε να κουλουριαστώ μπας και ζεσταθώ λιγουλάκι και μετά να ψάξω να βρω κάπου να χωθώ, να βγάλουμε τη νύχτα.

Αχ πόσο μού λείπει μια αγκαλιά! Να είχα μια αγκαλιά! Όπως κάποτε… Τι ωραία ήταν κείνα τα χρόνια. Η κυρά μου, η γιαγιά Βασιλική. Πόσα χρόνια μαζί, πόσα χρόνια στην αγκαλιά της και στα ποδάρια της. Εκεί στην αυλή στο παλιό της σπίτι, μόνοι οι δυο μας. Με την πενιχρή της σύνταξη, μοιραζόμασταν το φαγητό μας. Πάντα είχε κάτι να με φιλέψει. Μαζί τρώγαμε, παρέα της έκανα σαν πλέναμε τα πιάτα, κοντά στα πόδια της καθόμουν όταν έπλεκε στην καρέκλα της. Μαζί βλέπαμε τα αγαπημένα της σήριαλ στην τηλεόραση. 

-Ριρή, μου έλεγε, αυτός εκεί είναι κακός να μού το θυμηθείς! Θα το παρατήσει το κορίτσι στο τέλος αλλά εκείνη δεν καταλαβαίνει…

Εγώ χουρχούριζα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μου συμφωνώντας με τις επισημάνσεις της.
Και σαν τελείωνε το πλέξιμο, θυμάμαι το βλέμμα της.

-Άντε έλα βρε καψερή και εσύ στην αγκαλιά μου λιγουλάκι. Ποιος ξέρει τι θα απογίνεις όταν θα κλείσω τα μάτια μου. 

Την ένιωθα αυτήν την αγωνία στην αγκαλιά της. Με κοίταζε με υγρά μάτια και τα χέρια της έτρεμαν. Την κοίταζα ίσια στα μάτια και χωνόμουν όλο και πιο σφιχτά στην αγκαλιά της. Στη ζεστή μοναδική αγκαλιά της.
Το βράδυ, ειδικά το χειμώνα, δεν με άφηνε ποτέ έξω! Σαν έπεφτε στο κρεβάτι της με φώναζε κοντά της. Έκανα κρεβάτι το μικρό χαλάκι εκεί δίπλα στις παντούφλες της. Κι αν έκανε και κρύο γιατί η σόμπα υγραερίου είχε σβήσει από νωρίς λόγω οικονομίας, προσπαθούσα να χωθώ μέσα σε αυτές.

Αχ γιαγιά Βασιλική! 
Έτσι κάπως έσβησε ένα βράδυ η αγαπημένη μου. Εμείς τα ζώα καταλαβαίνουμε πολύ καλύτερα απ’ τους ανθρώπους το θάνατο. Τον μυρίζουμε, τον αισθανόμαστε. Κάπως έτσι εκείνο το πρωί η γιαγιά Βασιλική, πέταξε στον ουρανό. Μύρισα το κρύο της χέρι, προσπάθησα να κάνω κάτι, να βοηθήσω. Την έγλειψα με τη μικρή μου γλώσσα. Όμως τίποτα. Η γιαγιά με είχε χαιρετίσει.
Όπως χαιρέτισα και εγώ το γλυκό σπιτικό της. Γιατί οι δικοί της, που κατέφτασαν σύσσωμοι την άλλη μέρα, δεν περιορίστηκαν να μη μού δώσουν σημασία αλλά με έδιωξαν κακήν κακώς. Δεν είχα καμιά δουλειά εκεί εγώ μια παλιόγατα.
Ήρθαν και κάτι άλλοι. Κάτι παράξενοι. Τσουβάλιασαν τη γιαγιά. Τη δική μου γιαγιά Βασιλική, μέσα σε ένα σεντόνι, την έβαλαν σε ένα ξύλινο κουτί και διάβηκαν απ’ το σπίτι. Κατάφερα να τη δω για τελευταία φορά, εκεί χωμένη στις αγαπημένες της γλάστρες. 
-Καλό ταξίδι γιαγιά.
Από τότε, η αυλή ερήμωσε, οι γλάστρες ρήμαξαν, τα αγριόχορτα ψήλωσαν. Όμως εγώ δεν έφυγα. Η παρατημένη αυλή έγινε σπίτι μου να ‘χω κάπου να χώνω το κεφάλι μου και να θυμάμαι τη γιαγιά. 

-Ώπα! Μωρ’ τι ειν’ τούτο εκεί στη γωνιά; Κουτάβι; Ναι! Ένα μικρό κουτάβι. Όλα τα ‘χαμε, το κουτάβι μάς έλειπε. Κάτσε να έχω το νου μου μπας και έχει τίποτα μυστήριες διαθέσεις αλλά… τι να ‘χει αυτό το μικρούδι τρομάρα του.

Πάπυ:

Δεν μου αρέσει αυτός ο καιρός! Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, κρυώνω και είμαι μόνος. Μόνος και μικρός. Πριν λίγες μέρες ήμουνα καλά. Στην αγκαλιά της μαμάς μου με τα αδελφάκια μου. Πόσο όμορφα ήταν εκεί! Ασφάλεια, σιγουριά, φροντίδα, αγάπη και ζέστη. Αυτή η θέρμη της αγκαλιάς. Τα πρώτα μου βήματα στη ζωή. 
Και άξαφνα ήρθε εκείνη η σκοτεινή και κρύα μέρα που άλλαξαν τα πάντα. Κάποιος άνθρωπος, άγριος και φωνακλάς, παραμόνευε μια μέρα, που έφυγε η μαμά μας για φαγητό και μάς άρπαξε. Μας έβαλε σε ένα χαρτόκουτο και ξαφνικά βρεθήκαμε έξω στο δρόμο. Νύχτα σκοτεινά και παγωμένα.
Έτσι ήρθε ο φόβος στη ζωή μας και η μοναξιά. Αυτή η ζεστή αγκαλιά χάθηκε απ’ τη ζωή μας. Ήρθαν τα κυνηγητά, η πείνα, η δίψα, οι κακουχίες. Τα αδελφάκια μου δεν τα κατάφεραν. Μόνο εγώ σώθηκα και δεν ξέρω αν ήταν για καλό.

-Ωχ τι είναι εκεί; Μια γάτα! Κουλουριασμένη και με κοιτάει με ένα βλέμμα ίσια στα μάτια. Φοβάμαι! Δεν ξέρω. Το ένστικτο της φύσης μου λέει ότι η γάτα είναι εχθρός. Πρέπει να την κυνηγώ αλλά όσες φορές συναντήθηκα με μερικές από αυτές και ήταν και μεγάλες, έβγαζαν κάτι νύχια έτοιμα να με ξεσκίσουν. Μήτε που το σκεφτόμουνα.
Μα… τη βλέπω κουλουριασμένη. Κρυώνει να δεις! Σαν και μένα! Και δεν έχει καμπουριάσει τη ράχη της μήτε έβγαλε τα νύχια της. Είμαστε μόνοι… δυο μας μόνοι μέσα στο κρύο.
Μωρέ… να κάνω πως πάω κοντά της; Θα μού χυμήξει; Αλλά και εκείνη μονάχη είναι. Μια αγκαλιά, τι λες για μια αγκαλιά; 

Ριρή:
Τώρα τι να τον κάνω ετούτον ε; Το βλέπω το έρμο, σαν και μένα κι αυτός. Έρμος στη μοναξιά. Για να σε δω ρε συ! Θέλεις να ‘ρθεις εδώ σιμά μου; Να ενώσουμε τις μοναξιές μας; Τι λες; Μην τολμήσεις μονάχα να αρχίσεις τίποτα αγριάδες, στα ‘βγαλα τα μάτια φουκαριάρικο!

Πάπυ: Γατούλα; Να έρθω κοντά σου;
Ριρή: Καλό και ήσυχο σε βλέπω…
Πάπυ: Μικρός είμαι, κουτάβι. Δεν θα σε πειράξω αλλά και εσύ μη με γδάρεις με τα νύχια σου εντάξει;
Ριρή: Άντε βρε έλα, κόπιασε! Η γούνα μου σε περιμένει. Να δα, στριμώξου εκεί πίσω ανάμεσα στον τοίχο και σε μένα, μπας και ζεσταθείς.
Πάπυ: Αχ τι όμορφα που είναι. Είσαι ζεστή!
Ριρή: Το ξέρω! Και εσείς είστε αλλά εσύ δεν έχεις τρίχωμα, ολόγυμνο σε θωρώ, θα κρυώνεις.
Πάπυ: Ναι, κάποια από μάς δεν έχουν τρίχωμα και ο καιρός μας πειράζει. Και το κρύο και η ζέστη.
Ριρή: Πώς σε λένε βρε; 
Πάπυ: Δηλαδή; Τι είναι αυτό;
Ριρή: Πώς σε φωνάζουν;
Πάπυ: Δεν ξέρω, κανείς δεν με έχει φωνάξει ποτέ. Μόνο με κυνηγούν! 
Ριρή: Εμένα με λένε Ριρή, έτσι με φωνάζουν, μπορείς να το κάνεις και εσύ για να μπορούμε να συνεννοηθούμε. Εσένα θα σε λέω…. Χμ…. Κουτάβι είσαι… Πάπυ! Σ’ αρέσει;
Πάπυ: Καλό είναι, ακούγεται γλυκό, χαδιάρικο, Πάπυ!
Ριρή: Δεν έχεις σπιτικό; Πού μένεις;
Πάπυ: Όπου να ‘ναι. Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι κάποιος μάς έβαλε με τα αδέλφια μου σε μια κούτα και μάς πέταξε σε ένα χωράφι.
Ριρή: Καημενούλη μου… δεν έχεις κανέναν!
Πάπυ: Εσύ;
Ριρή: Τώρα πια όχι. Ξέρεις κάτι; Είμαστε δύο έρημοι και μόνοι. Ξέρεις τι λένε για μάς ε;
Πάπυ: Νομίζω κάτι κακό. Ότι πρέπει να τσακωνόμαστε.
Ριρή: Έτσι λένε, ότι μαλώνουμε σαν το σκύλο με τη γάτα!
Πάπυ: Ποιος το λέει αυτό;
Ριρή: Το ένστικτο της φύσης, λένε κάτι σοφοί…
Πάπυ: Ριρή… να σού πω κάτι;
Ριρή: Ότι θέλεις…
Πάπυ: Δεν ξέρω τι λένε για μάς αλλά εγώ νιώθω πολύ ζεστασιά κοντά σου. Και κάτι ...όμορφο βγαίνει μέσα απ’ την καρδιά σου αλλά και τη δική μου.
Ριρή: Και εγώ να σού πω, νιώθω μια σιγουριά. Δεν με βλέπεις τόση ώρα. Απ’ όταν ήρθες δεν σάλεψα απ’ τη θέση μου καθόλου.
Πάπυ: Να γείρω πάνω σου; Δεν θα σε ενοχλήσω. Να ακουμπήσω να, το κεφάλι μου στην πλάτη σου. Μια αγκαλιά Ριρή! Μια αγκαλιά!
Ριρή: Έλα μικρέ μου, άφησε το κορμάκι σου στη γούνα μου. Αν θες μπορείς και να κοιμηθείς εδώ δίπλα μου. Λένε ότι ο ύπνος διώχνει την πείνα.
Πάπυ: Ριρή; 
Ριρή: Τι είναι;
Πάπυ: Μ’ αγαπάς καθόλου; Μήπως επειδή είμαι σκύλος δεν πρέπει να μ’ αγαπάς;
Ριρή: Η αγάπη δεν ορίζει επιλογές, μικρέ μου. Η αγάπη αγκαλιάζει τα πάντα, κάθε πλάσμα της φύσης. Η κακία και η έριδα έρχεται με αυτά που ορίζουν ως “πρέπει”. Δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα, μικρέ μου φίλε. Να δώσουμε ο ένας στον άλλον αγάπη έχουμε. Και να, αυτό πάει κόντρα λίγο και στη φύση μας, σκύλος και γάτα, χαλάλι μας, δεν πειράζει να το αλλάξουμε.
Πάπυ: Δεν θέλω να φύγεις, θα γίνουμε φίλοι; Θα σε βοηθάω σε ότι θέλεις. 
Ριρή: Τι να με βοηθήσεις τρομάρα σου, σαν σβολάκι είσαι.
Πάπυ: Ναι, κάτσε να μεγαλώσω και θα δεις! Η μαμά μου ήταν τόοοοοση δα μεγάλη. Δεν θα αφήνω κανέναν να σε πειράζει. Μήτε να σε βάλει σε κούτα να σε πετάξει. 
Ριρή: Και εγώ θα σε προσέχω! Μη μας υποτιμάς. Είμαστε και εμείς δυνατές.
Πάπυ: Ριρή; Σ’ αγαπάω πολύ!
Ριρή: Και εγώ βρε χαμένε, αλλά πάψε λίγο μπας και κλείσουμε λίγο τα μάτια μας. Πόσο μού έχει λείψει αυτή η αγκαλιά! 



Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Σκέψεις για το ρόλο της τέχνης και της συγγραφής, γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης

 Ολόγυρά μας, ένας όμορφος μαγικός κόσμος της τέχνης, έχει απλωμένα τα φτερά του σε ένα διαρκές κάλεσμα στις σκέψεις αλλά και στα συναισθήματά μας. Δημιουργήματα εικαστικά, δημιουργήματα του λόγου, της κίνησης του σώματος, δημιουργήματα της σκηνής. Η αλληλεπίδραση μαζί του είναι μια σχέση που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι σήμερα. Για τους ανθρώπους, που γράφουμε. Για όλους εκείνους που προσπαθούμε να εκφραστούμε δημιουργικά μέσα από την πεζογραφία και την ποίηση. Έχουμε σκεφτεί άραγε, γιατί το κάνουμε; Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο πέρα από τη δύναμη της εξωτερίκευσης της εσωτερικής έμπνευσης; Με λίγα λόγια για να το πάω παρακάτω, το βαθύτερο κίνητρο ενός συγγραφικού έργου, μένει στενά στο να εκφράσει μόνο μια δοσμένη πλοκή, μια μυθοπλασία, ένα ποίημα; Ή προχωράει παραπέρα; Και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η "ομιλία"; Κακά τα ψέματα, μέσα σε κάθε λογοτεχνικό έργο, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας, όποιος και και να είναι αυτός, θα ...

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Ο Στάθης & η Αστάθεια

  Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης  Η πρώτη φορά που ο Στάθης είδε τον γέρο ήταν μια μέρα που λίγο διέφερε απ’ όσες προηγήθηκαν. Στη δουλειά το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπάει. Φωνές και φράσεις κοφτές, τυπικά ευγενικές μα ουσιαστικά αγενείς. Σπάνια πια, των παραπόνων και των απαιτήσεων προηγούνταν μια καλημέρα, ή μια καλησπέρα. Λες κι ήταν δεδομένο… Μα δεν ήταν. Κι έλειπε κι αυτό το χαμόγελο που εκείνος δεν θα μπορούσε να δει, μα αν μη τι άλλο θα το άκουγε. Είχε καλό αυτί όπως του λέγανε άλλωστε. Χρόνια στην ίδια θέση, επαγγελματικά είχε φτάσει στο απόγειο μιας καριέρας περιορισμένης και κομματάκι πεζής, να ανέχεται τον πάσα έναν που δεν πηδούσε ή δεν πηδιόταν αρκετά. Μπορεί βέβαια να μην έφταιγαν και οι πελάτες∙ το είχε σκεφτεί μια-δυο φορές και αυτό. Μπορεί να ήταν που και ο ίδιος δεν τους χαμογελούσε πια όπως παλιά. Όταν πήρε τη θέση, το ήθελε και το έκανε, μετά το προσπαθούσε. Στο τέλος το πέταξε στην άκρη σαν γραβάτα που κάπως σε στενεύει, κάπως σε πνίγει και δεν σου...