"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.
Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: "Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".
Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.
Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίματα, βαθουλώματα, σε άλλες όχι τόσα, σε άλλες περισσότερα. Σε μερικές μαμάδες η ζωή προσφέρει ως πανωπλία ένα χαρτόκουτο. Και σε άλλες αλεξίσφαιρα γιλέκα. Και ενίοτε οι μαμάδες στα χαρτόκουτα βγαίνουν πιο άφθαρτες από εκείνες με τη γυαλιστερή στολή. Και εκείνες με τα αλεξίσφαιρα γιλέκα βρίσκονται κρεμασμένες από ψηλά πανέμορφα δέντρα. Από τους άντρες τους."
Η Ζέτα έκλεισε το τετράδιο και το τοποθέτησε πάνω στο γραφείο της, αριστερά απ' το κρεβάτι της. Σταμάτησε το τραγούδι που έπαιζε στα αυτιά της κι έκλεισε το κινητό. Ξημέρωνε η ημέρα της μητέρας.
Η γιαγιά, αν ζούσε, θα ερχόταν από νωρίς να πιει καφέ με τη μαμά. Θα της έφερνε "για το καλό" 4-5 ροζουλιά τριαντάφυλλα απ' τον κηπάκο της, τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, και αν είχε καλό καιρό τα καθόταν έξω στην αυλή. Θα σηκωνόταν ύστερα η Ζέτα και θα μπορούσε κι εκείνη πια να πιει μαζί τους. Πιο παλιά, όταν η Ζέτα ήταν κάπου στα 6 η γιαγιά έπαιρνε ένα μικρό φλιτζανάκι, έβαζε 2 κουταλίτσες από τον ελληνικό που υπήρχε στην κούπα της γιαγιάς και τον αραίωνε με νερό.
"Τα νέα οι φίλες τα λένε στον καφέ. Για πες..."
Έτσι ξεκινούσαν όλα. Τα αστεία και τα σοβαρά. Τα μικρά και τα μεγάλα. Απλά η Ζέτα, όταν η γιαγιά έφυγε..., δεν ήταν σε ηλικία που ο καφές της χρειαζόταν αραίωμα πλέον. Και δεν μπορούσε να ακούσει τις συμβουλές της για τα πιο σοβαρά. Για τα πιο μικρά και πιο μεγαλα. Κρατούσε όμως την παρέα του καφέ με τη μαμά, με τις θείες της, με τον μπαμπά. Και η γιαγιά, κάπως... με κάποιον τρόπο, κατάφερνε να περιφέρεται εκεί με μοναδικό μαμαδίστικο άρωμα της και τις συνήθειες της. Τα καλοκαίρια στην αυλή που έτρωγαν μαζί κομμένο καρπούζι με φέτα μέσα από το γυάλινο τάπερ. Τα παγωτίνια σε σχήμα ροζ καρδούλα με γεύση φράουλα. Τα ψέματα που έλεγε η Ζέτα στην αδερφή της, πως θα έμενε στη γιαγιά για να τη βοηθήσει να βολέψουν τις κουβέρτες, και η μικρή - ώντας μόνο τεσσάρων ετών - δεν καταλάβαινε και το δεχόταν να μείνει μόνο η μεγάλη αδερφή στη γιαγιά. Τα καλοκαίρια ακόμη μύριζαν όπως η γιαγιά: μύριζαν αγιόκλιμα.
Η Ζέτα άναψε ξανά το πορτατίφ και έπιασε στυλό και τετράδιο. Κοίταξε χαμογελαστά τη θέση στο κρεβάτι δίπλα της. Πέρασε τα δάχτυλα της πάνω από τη βαθειά γραμμή στην πλάτη του άντρα που κοιμόταν, ίσα ίσα χωρίς να τον ξυπνήσει, κι έγραψε κάτι ακόμη.
"Αλλά είναι μαμάδες και μονοιάζουν, και μοιράζουν, και φωνάζουν, και διατάζουν και διατάζουν, και παίρνουν, και φέρνουν, και δε ζητούν. Και όταν τους δίνεις, σου γελάν πως δε χρειάζεται. Όμως τους δείχνεις πως σου έμαθαν η αγάπη να μοιράζεται. Και είναι μαμάδες και σου κλαίνε τα συγγνώμη όταν εσύ δεν τα ακούς. Και σου μαθαίνουν πως τα όνειρα πετάν με τους αετούς. Και είναι μαμάδες και μυρίζουν "Σ' αγαπω" αληθινά και φωτεινά σαν κίτρινες τουλίπες.
Είναι μαμάδες και ,γιαγιά, είχες δυο δίκια: να έχω χέρια για να γέρνω, ολοδικά μου και όχι δανεικά. Και να έχω δίκιο, κι αν φεύγω να το κάνω κοιτώντας πάντα από ψηλά."
Σκούπισε το δάκρυ που γλίστρησε στο μάγουλο της και έκλεισε πάλι το τετράδιο. Έπρεπε όντως να κοιμηθεί. Είχε να ξυπνήσει το πρωί να πάει στο ανθοπωλείο να πάρει την παραγγελία για τα λουλούδια της μαμάς.
Είναι μαμάδες και μυρίζουν και ανθίζουν.
Είναι κίτρινες τουλίπες.
Και μυρίζουν "Σ' αγαπώ".

Τελικά, μάλλον το έχω ξαναπεί, αλλά είσαι παλιά ψυχή εσύ. Και ταυτόχρονα η απόδειξη ότι η ωριμότητα δεν έρχεται πάντα με την ηλικία. Πανέμορφο κείμενο και πόσο ωραίο που ανεβαίνει ειδικά σήμερα στο blog μας! Ένα στολίδι!
ΑπάντησηΔιαγραφήΧάρη μου... Σε ευχαριστώ για όλα!!
Διαγραφή