Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Κατά Συνθήκη Άγνωστοι

 

Άλλη μια Τετάρτη που θα περάσει σφηνωμένη

ανάμεσα σε πόρτες, για κλεφτές ρουφηξιές.

Δύο, τρεις...

Κι ο ήχος του τσιγάρου να σβήνει στο νερό.


Βλέμμα μουντό, σαν να κατάπιε τον ουρανό,

και βήμα βαρύ -λες και η γη σε τραβά πιο δυνατά σήμερα.

Όχι εγώ.

Εγώ κρατώ τις λιακάδες των ημερών που πέρασαν.


Πού πήγαν οι Τρίτες, αναρωτιέμαι; Όχι οι Δευτέρες.

Πού χάθηκαν οι Πέμπτες και οι Παρασκευές;

Τα Σάββατα που υπόσχονταν ανάπαυλα

κι οι Κυριακές με τις καμπάνες;

Πώς ξεμείναμε μονάχα με Τετάρτες;

Όχι εγώ.

Εγώ έχω όλη τη βδομάδα μπροστά μου ακόμη.


Σε είδα κι εσένα να προσπερνάς και να χάνεσαι.

Δεν κοιταζόμαστε· είναι κακοί τρόποι.

Απλά υπάρχουμε: μορφές στον πεζόδρομο, χωρίς σχήμα.

Όχι εγώ.

Εγώ πιάνω χώρο. Έχω όγκο.


Κι όμως, στα μάτια σου δεν υπάρχω.

Ίσως με δεις στον ύπνο σου κάποια βραδιά,

κι ούτε και τότε θα με ξέρεις -άλλος ένας άγνωστος,

περαστικός σε εικόνες που δεν μου ανήκουν.


Θα ήθελα να μην είμαι εγώ, μα δεν μπορώ.

Το μόνο παραμύθι που με ξέρει είναι το δικό μου.

Και σήμερα είναι Τετάρτη.

Και οι Τετάρτες δεν έχουν παραμύθια.

Μόνο δράκους.

Σχόλια

  1. Απαντήσεις
    1. Οι εμπνεύσεις της στιγμής είναι κομματάκι απρόβλεπτες! Το ξέρεις πολύ καλά αυτό!

      Διαγραφή
  2. Μπράβο βρε φίλε! Σε χαίρομαι και σε ποιητικό ύφος και το λέω πραγματικά. Εξαιρετικό, ανθρώπινο, ζεστό και υπαρξιακό. Να το συνεχίσεις, Χάρη. Το έχεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εσύ κάτι ξέρεις για να το λες, που καταπιάνεσαι με πολλά! Εγώ από ένστικτο ό,τι γράψω στο συγκεκριμένο είδος! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, φίλε!

      Διαγραφή
  3. This feels very atmospheric and a bit haunting, like a day that repeats itself and slowly loses colour. I like the way it contrasts being present with not really being seen, it gives it a quiet loneliness. The idea of Wednesday standing out as something heavy and almost symbolic stays with you after reading.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...