Έγραψες ένα βιβλίο.
Σου πήρε μήνες, αμέτρητα ξενύχτια, έκλαψες πάνω απ’ το πληκτρολόγιο για τους ήρωές σου και όσα πέρασαν. Το "χτένισες" χίλιες φορές για να βρεις τα λάθη, τις αστοχίες, τις παραλείψεις.
Το στέλνεις τελικά σε εκδοτικούς.
Σου ζητούν χρήματα, ή και όχι, σου τάζουν την καλύτερη προώθηση, σου στέλνουν συμφωνητικά. Καταλήγεις να υπογράψεις.
Συγχαρητήρια. Τα κατάφερες.
Ίσως.
Το βιβλίο σου πέφτει στα χέρια επιμελητών, περιμένεις με αγωνία τις υποδείξεις τους, τις διορθώσεις τους, θα συμφωνήσεις με κάποιες, θα διαφωνήσεις με άλλες. Αν είσαι τυχερός, ο επιμελητής δε θα σταθεί μόνο στα γλωσσικά, θα βρει πιθανές τρύπες στην πλοκή, θα σε βοηθήσει να κάνεις το κείμενό σου καλύτερο. Αν δεν είσαι τυχερός, το βιβλίο σου θα βγει εκεί έξω με προβλήματα.
Ήρθε η ώρα του εξωφύλλου. Αν είσαι τυχερός, θα το κουβεντιάσουν μαζί σου, αν όχι, θα σου επιβάλλουν μία κακοφτιαγμένη εικόνα ΑΙ και θα πρέπει να πορευτείς μ’ αυτήν, αν και ξέρεις ότι χαλάει την πρώτη εικόνα του έργου σου, τη βιτρίνα του. Αλλά τα κατάφερες.
Συγχαρητήρια.
Φτάνει η ημέρα κυκλοφορίας.
Το έχεις ήδη διαφημίσει στα σόσιαλ, φτάνουν στο σπίτι σου τα δωρεάν αντίτυπα που σου αναλογούν και κρατάς επιτέλους το βιβλίο σου στα χέρια σου. Το πνευματικό σου παιδί. Το χαϊδεύεις όπως η μάνα που κρατά το μωρό της για πρώτη φορά αγκαλιά. Το βάζεις σε περίοπτη θέση στο σαλόνι σου, το δείχνεις στους πάντες. Και περιμένεις τις πρώτες αντιδράσεις.
Είσαι πια συγγραφέας. Έχεις εκδοθεί.
Συγχαρητήρια. Εκτέθηκες.
Σε ρωτάνε τι δουλειά κάνεις, ντρέπεσαι να πεις "είμαι και συγγραφέας", αν -κατά πάσα πιθανότητα- είσαι κάπου εργαζόμενος, διότι η συγγραφή δεν είναι επάγγελμα, δε θα βιοποριστείς ποτέ από αυτήν και ο τίτλος "συγγραφέας", αν τολμήσεις στην Ελλάδα να τον οικειοποιηθείς, σου χαρίζει αυτόματα και το στέμμα τού ψώνιου.
Συγγενείς και φίλοι σε συγχαίρουν, οι περισσότεροι αμήχανα, ξαφνιάζονται όταν ακούς πως έγραψες βιβλίο, αφού δεν το διατυμπάνιζες ως τώρα. Σου λένε πως χαίρονται για σένα, πως είναι περήφανοι, οι μισοί από αυτούς περιμένουν να τους δώσεις τσάμπα το βιβλίο σου, τους το χρωστάς, αν και το πιθανότερο είναι πως δε θα το διαβάσουν ποτέ, ούτε θα μιλήσουν γι’ αυτό σε άλλους. Κομμάτια να γίνει, λες, έτσι κι αλλιώς στον περίγυρό σου ελάχιστοι διαβάζουν.
Οργανώνεις παρουσίαση. Αν έχεις ήδη έναν συμπαθητικό αριθμό "φίλων" και ακολούθων στα σόσιαλ, κάποιοι θα σε τιμήσουν, μαζί και οι δικοί σου άνθρωποι, θα συγκεντρώσεις έναν αριθμό ατόμων για να γεμίσεις ένα καφέ, θα υπογράψεις αντίτυπα και θα νιώσεις για λίγο σταρ.
Το βιβλίο σου εμφανίζεται σε βιβλιο-ομάδες, το ανεβάζεις κι εσύ όπου μπορείς. Σε κατηγορούν ότι έγινες κουραστικός. Δεν έχεις άλλον τρόπο να διαφημιστείς, οπότε τους αγνοείς, αρκεί που μπήκε στα βιβλιοπωλεία, όπου δε θα το δεις ποτέ σε βιτρίνα ή άλλη περίοπτη θέση, θα χωθεί σ’ ένα ράφι μαζί με εκατοντάδες άλλα, η βιβλιοπαραγωγή είναι τεράστια κι εσύ μόλις έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις τι συμβαίνει. Οι μεγάλοι εκδοτικοί επιβάλλουν τους όρους τους στα μεγάλα και μεσαία βιβλιοπωλεία και δεν ανήκεις σ’ έναν τέτοιο. (Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να σου δώσουν μια ευκαιρία ως νέο συγγραφέα, μεταφράζουν αρειμανίως ό,τι κάνει μπαμ και μπουμ στα διεθνή σόσιαλ, ενώ εσύ κάνεις μπαμ μόνο μέσα σου).
Στέλνεις αντίτυπα σε άτομα που έχουν "δυνατά" βιβλιο-φιλικά προφίλ στα σόσιαλ, το ίδιο κάνει και ο εκδοτικός σου. Δίνεις γραπτές συνεντεύξεις, σε φιλοξενούν σε live, νιώθεις ξανά για λίγο σταρ. Και κάπου εδώ… αρχίζουν να πηγαίνουν κάποια πράγματα ακόμα πιο λάθος. Μπορεί και όλα.
Το πακέτο με το βιβλίο σου ξετυλίγεται on camera. Book haul, το λένε, ή unboxing -το έμαθες κι αυτό. Περιποιημένες κυρίες χαμογελούν στον φακό με ενθουσιασμό και ευχαριστούν εσένα ή τον εκδοτικό για την αποστολή, κάποιες ταυτόχρονα βάζουν κρέμα ημέρας ή βάφονται. Αν είσαι τυχερός, θα διαβάσουν το βιβλίο σου, σ’ ένα εύλογο χρονικό διάστημα και θα μιλήσουν γι’ αυτό. Κάποιοι θα σου υποσχεθούν -μέσα στον τρελό ενθουσιασμό- πως θα το πιάσουν άμεσα και θα επανέλθουν. Δεν επανέρχονται ποτέ. Γιατί δεν το διάβασαν και ποτέ. Κάνουν στόρι, τα αναδημοσιεύεις και περιμένεις. Μπαίνεις σε δίλημμα. Περνούν τρεις μήνες, έξι, δέκα, κοντεύεις να βγάλεις το επόμενο βιβλίο (δεν έβαλες μυαλό), μπαίνεις στον πειρασμό να ρωτήσεις αν το διάβασαν, αν σκοπεύουν να το διαβάσουν και να πουν δυο λόγια γι’ αυτό. Μήπως φανείς ζήτουλας, απελπισμένος; Η αξιοπρέπειά σου δοκιμάζεται διαρκώς. Αποφασίζεις να τη διαφυλάξεις και δε μιλάς, πας παρακάτω. Ή, ακόμα χειρότερα, μία εβδομάδα αφότου τους το έστειλες, το βγάζουν στο σφυρί. Το πήραν δωρεάν, το πουλάνε στην τιμή του εμπορίου ή λίγο χαμηλότερη. Θα βάλουν από 15 μέχρι 20 ευρώ στην τσέπη, ενώ εσύ θα περιμένεις μετά από έναν χρόνο να πληρωθείς ένα αστείο ποσοστό των πωλήσεών σου -αν είσαι τυχερός και πληρωθείς καν και αφού γίνεις ζητιάνος των δικαιωμάτων σου. Αν μάθεις ποτέ πόσα αντίτυπα πούλησες, το πιθανότερο είναι πως όχι.
Όλο λάθος.
Στη ευτυχή συγκυρία που όντως θα διαβάσουν το πόνημά σου κάποιοι, θα το δεις να παρουσιάζεται με μια όμορφη αισθητικά φωτογραφία ή ένα βίντεο. Και θα χαρείς. Αυτή είναι η θετική πλευρά. Η αρνητική είναι να το δεις απλωμένο σε μπούτια, κάτω από ένα πληθωρικό μπούστο, δίπλα σε οπίσθια με στρινγκ, εικόνες που φωνάζουν πως το βιβλίο σου δεν είναι ο πρωταγωνιστής τής εν λόγω παρουσίασης, αλλά κομπάρσος. Μπορεί κι η καθαρίστρια του θεάτρου. Παραπονιέσαι; Είσαι ψώνιο. Δεν παραπονιέσαι; Νιώθεις το λιγότερο ηλίθιος. Από τη στιγμή που το βιβλίο σου βρίσκεται σε άλλα χέρια, δεν έχεις λόγο στον τρόπο που παρουσιάζεται, αλλά μπορείς να επιλέξεις τη θεωρία που θέλει οποιαδήποτε διαφήμιση να είναι επιθυμητή. Πας παρακάτω.
Όλο λάθος.
Αναγνώστες και αυτο-αποκαλούμενοι κριτικοί των σόσιαλ το διαβάζουν και ανεβάζουν απόψεις. Κάποιες είναι εκπληκτικές, συγκινητικές! Κάποιες τίγκα στα σπόιλερ! Τα βλέπεις και θες να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο. Αν παραπονεθείς, σε κοιτάζουν λοξά‧ ποιος είσαι εσύ που θα λογοκρίνεις την influencer με τους 20000 ακολούθους; Από έναν απλό αναγνώστη δεν έχεις ιδιαίτερες απαιτήσεις στον τρόπο που θα εκφραστεί, αρκεί φυσικά να είναι ευγενικός και να δείξει σεβασμό στο έργο σου. Από κάποιον όμως που το κάνει "επαγγελματικά" (ναι, κάποιοι παίρνουν τόσο στα σοβαρά τον εαυτό τους), που διατείνεται ότι σέβεται τους ακολούθους του (βέβαια σέβεται μόνο αυτούς, αφού από αυτούς θα πάρει likes και θ’ ανέβει η σελίδα του στον αλγόριθμο, εσένα σ’ έχει χεσμένο) περιμένεις μία καλο-διατυπωμένη άποψη, με έμφαση στα θετικά ή αρνητικά του έργου ως σύνολο, να μιλήσει για την πλοκή, αν τη βρήκε ενδιαφέρουσα ή όχι, για το αν ήταν επαρκώς ανεπτυγμένοι οι χαρακτήρες, αν τελικά έλαβε τα μηνύματα που πιστεύεις πως πέρασες μέσα από το βιβλίο σου, αν εκφράζεσαι σε σωστά ελληνικά. Αν συμβεί αυτό, φουσκώνει η ψυχή σου από χαρά. Αν βρήκε κάποια αρνητικά σημεία, εφόσον είναι διατυπωμένα με σεβασμό και κόσμια, θα τα λάβεις υπόψη σου. Εδώ, βέβαια, παίζει ρόλο και το επίπεδο αντίληψης του κάθε αναγνώστη, όπως και το τι ζητάει από ένα βιβλίο. Είναι πολλοί οι παράγοντες που οδηγούν σε μία τελική άποψη επ’ αυτού και ως συγγραφέας πρέπει να αντιλαμβάνεσαι κι εσύ ποιον ακριβώς έχεις απέναντί σου που μιλά για το βιβλίο σου, εφόσον επαγγελματίες κριτικοί, με εχέγγυα και προσόντα, δεν υπάρχουν πια. Όχι στην Ελλάδα, τουλάχιστον.
Υπάρχουν όμως και οι άλλες απόψεις-παρουσιάσεις, αυτές των οποίων οι συντάκτες νομίζουν ότι μπορούν να σε κοροϊδέψουν, με ένα κείμενο που δεν είναι παρά το οπισθόφυλλο, μαγειρεμένο με γενικότητες που κάπου διάβασαν, κάπου πήρε το μάτι τους κι αν τους ρωτήσεις για κάποιον χαρακτήρα ή συγκεκριμένο σημείο της πλοκής, δεν είναι σε θέση να σου απαντήσουν. Εν ολίγοις, σε δουλεύουν μπροστά στα μούτρα σου. Τουλάχιστον μία φορά στη συγγραφική σου "καριέρα" θα σκοντάψεις σε μια παρουσίαση γεμάτη χολή, έτσι, γιατί μπορούν, γιατί στράβωσαν με κάτι και εσύ το γνωρίζεις. Φυσικά ο συντάκτης της θα το αρνηθεί, δεν έχει τίποτα προσωπικό μαζι σου, θα βάλει μπροστά το δικαίωμά του να μην του άρεσε το βιβλίο και την ελευθερία τού λόγου του. Θα επικαλεστεί τη διεθνούς φήμης ρήση: "Α, εγώ είμαι στρατηγός και τα λέω τσεκουράτα!" Μόνο που εσύ δε θα τολμήσεις να του απαντήσεις: "Μπούλη, φάε τ' αυγό σου". Αν, δε, κάνεις το λάθος να διαμαρτυρηθείς, έστω και κόσμια, αφού ξέρεις τι κρύβεται πίσω από τη συγκεκριμένη επίθεση προς το βιβλίο σου, η δική σου ελευθερία λόγου δεν υφίσταται, πήγε περίπατο, χάνεται κάπου στο δάσος της σιωπής που σου επιβάλλει το marketing. Έχεις μετακομίσει σε χωριό με λίγους κατοίκους και πρέπει να τα έχεις καλά με όλους, δεν είχες φανταστεί ποτέ πως το παρασκήνιο στον χώρο του βιβλίου μπορεί να χτίσει ένα ολόκληρο, νέο θέατρο. Του παραλόγου.
Όλο λάθος.
Θα βρεθούν κάποιοι που θα στηρίξουν την άποψή τους για το βιβλίο σου πάνω στα προσωπικά τους θέλω και τις δικές τους προσδοκίες και είναι απόλυτα κατανοητό, ίσως αυτό να μαρτυρά και ταύτιση με ήρωες και καταστάσεις, μέχρι του σημείου φυσικά όπου θ' αρχίσουν τα: "δε μου άρεσε το βιβλίο, ο Μπάμπης δεν παντρεύτηκε τελικά τη Μερόπη", "δε μου άρεσε το βιβλίο, ήθελα περισσότερες ερωτικές σκηνές", "δε μου άρεσε το βιβλίο, είχε πολλές ερωτικές σκηνές", "δε μου άρεσε το βιβλίο, ήθελα περισσότερη περιπέτεια" (βέβαια, το βιβλίο είναι αισθηματικό, αλλά τι σημασία έχει, ένας ξεκάρφωτος μυστικός πράκτορας δε βλάπτει ποτέ.) Λεπτή η ισορροπία, δεν ξέρεις πώς ν’ αντιδράσεις, ειδικά όταν το επίκεντρο, ο βασικός κορμός της ιστορίας σου είναι άλλος και οι παρατηρήσεις εστιάζουν αποκλειστικά σε επί μέρους σημεία τα οποία για σένα είναι δευτερεύοντα, οι λινοθήκες σε μια τριώροφη έπαυλη. Εν ολίγοις, είδαν το δέντρο και όχι το δάσος. Κι αρχίζεις ν’ αναρωτιέσαι (ασχέτως αν άλλες απόψεις ήταν από πολύ θετικές έως διθυραμβικές): "μήπως δεν κατάφερα τελικά να περάσω αυτό που ήθελα;" Η ανασφάλεια χτυπάει κόκκινο, μία κακή άποψη σε στοιχειώνει, ώσπου αποφασίζεις πως θα κρατήσεις τις εποικοδομητικές αρνητικές, όχι τις -επιβεβαιωμένα- κακόβουλες και φυσικά τις θετικές. Από κει και μετά, διάφορα τύπου "ήθελα άλλες 500 σελίδες", "ήθελα 300 σελίδες λιγότερες", "ο Μπάμπης έπρεπε να είναι ξανθός", μόνο μία απάντηση μπορούν να έχουν, την οποία συνήθως κρατάς για τον εαυτό σου: "Γράψε δική σου ιστορία, φίλε, φίλη μου, με όσες σελίδες θέλεις και κάνε στον Μπάμπη ντεκαπάζ! Αυτή είναι η δική μου ιστορία, έτσι τη φαντάστηκα, έτσι την ήθελα, σου άρεσε, καλώς, δε σου άρεσε, πάλι καλώς".
Ως νέος συγγραφέας, γνωρίζεις άλλους συγγραφείς, συνοδοιπόρους στον αγώνα για αναγνωρισιμότητα. Αν είσαι τυχερός, θα κάνεις όμορφες, νέες φιλίες, θα μοιραστείς χαρές, λύπες, πάθη και λάθη. Θα τους στηρίξεις, γιατί ξέρεις, νιώθεις την αγωνία τους και αρκετοί θα σε στηρίξουν επίσης, από ειλικρινή συμπάθεια και αλληλεγγύη. Αν δεν είσαι τυχερός, θα δώσεις ολούθε και δε θα πάρεις τίποτα ή ελάχιστα. Δε θα δεις π.χ. να κάνουν repost τις αναρτήσεις σου για τα βιβλία σου, ούτε καν ένα like, αν κι εσύ το έκανες επανειλημμένα γι' αυτούς κι αν είσαι πραγματικά άτυχος, θα μάθεις πως, ενώ μπροστά σου είναι όλο μέλι, πίσω σου το κουτσομπολιό πάει σύννεφο. Σαν το σύννεφο στο οποίο ήσουν ανεβασμένος πριν μπεις στον συγγραφικό-εκδοτικό κόσμο.
Πολλά τα λάθη κι είσαι πολύ μικρός για να τα δορθώσεις.
Το ταξίδι της έκδοσης είναι μια περιπέτεια σε θολά νερά κι εσύ σπάνια είσαι ο καπετάνιος του ταξιδιού αυτού, στην καλύτερη περίπτωση θα αναβαθμιστείς σε πρώτο μηχανικό, παρόλα αυτά το μεράκι και η αγάπη σου γι’ αυτό που κάνεις, σε ωθεί να μπαρκάρεις ξανά και ξανά, ν’ αναζητήσεις νέα λιμάνια, ο κόσμος είναι μεγάλος και υπάρχει για όλους μία θέση πάνω σ’ αυτόν.
Ίσως.
Όσες χιλιάδες λέξεις έγραψες, άλλες τόσες θ’ αναρωτηθείς αν αξίζει τον κόπο. Άλλες τόσες θ’ απογοητευτείς κι άλλες τόσες θα καταπιείς θυμό, αγανάκτηση και όλα αυτά που θες πραγματικά να πεις εκεί έξω, μόνο και μόνο επειδή αγαπάς τη συγγραφή και οι πραγματικοί αναγνώστες σού δίνουν κουράγιο και χαρά με την αγάπη τους.
Και τελικά δεν είσαι ψώνιο. Είσαι απλά ένας άνθρωπος που λατρεύει τις λέξεις, τις άπειρες δυνατότητες που σου προσφέρουν. Είσαι απλά ο μηχανικός στα σκοτεινά αμπάρια της έκδοσης, κάποιος που ελπίζει μια μέρα ν’ ανέβει στη γέφυρα και να δαμάσει τα κύματα ως καπετάνιος. Γιατί το έργο είναι δικό σου, δική σου θα έπρεπε να είναι και η σκηνή.
Κι αν όλα μοιάζουν λάθος, η ψυχή που έβαλες μέσα στο βιβλίο σου θα είναι πάντα το μόνο σωστό.
Το μόνο που πραγματικά θα μετράει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου