Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...
Με τον ...Λεβιέ για Εξάρτημα (Επειδή έχουμε απόλυτη ανάγκη από το γέλιο) Ευθυμογράφημα του Γιάννη Πιταροκοίλη -Που πάμε από εδώ βρε Χρήστο μου ; δεν βλέπεις την πινακίδα; Αδιέξοδο δείχνει. -Παραλία μωρό μου, ρομαντικά! Ννα γλεντήσουμε τη μοναξιά μας. -Για αυτό μ’ έφερες στις ερημιές; -Εμ τι, για να δοκιμάσω το GPS στο Ρενό; Δεν έχεις παράπονο, κοίτα! Ηλιοβασίλεμμα και ερημιά. -Κοίτα Ομίχλη στο πέλαγος. -Μαζεύεται τη νύχτα με την υγρασία και φεύγει το πρωί με την ανατολή. -Χρήστο μου, αγκάλιασέ με, δημιουργία ο έρωτας δεν είναι; -Μόνο; Ενέχυρο για όμορφες στιγμές, να τώρα που είμαστε μόνοι. -Εδώ στο αυτοκίνητο; Τολμηρέ μου άντρα! -Αχ Λιζάκι μανάρι μου, καλό και τ’ αυτοκίνητο να σβήνουν οι φωτιές μας. -Ναι Χρήστο μου.... (βογγητά και σκιές απ τα κορμιά που σμίγουν) -Έλα αγάπη μου αργείς; -Εμ φόρα καμιά φούστα κοντή βρε μωρό μου να βολευτούμε. Εσύ μούρθες με τον κορ...