Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

O Λόφος των Θεών


Το κείμενο που θα ακολουθήσει είναι ένα μικρό διήγημα με πρωταγωνιστή έναν πρώην μοναχό, που κίνησε να βρει το δικό του μονοπάτι. Στο πλάι του βρίσκεται ανά πάσα στιγμή η θεά της Τύχης και μπροστά του ένας ονειρικός κόσμος πλασμένος από επιρροές της αρχαίας Κίνας και του Ανατολικού Ασιατικού κόσμου. 

Καλή απόλαυση!


Η εικόνα που είχε μπροστά του ο νεαρός τυχοδιώκτης, δεν μπορούσε να συγκριθεί ούτε με τις κρυστάλλινες πόλεις της Τσάου – Σού, ούτε με τους κήπους της μάγισσας Μότσου στον Βορρά. Η πεδιάδα ήταν μια απέραντη θάλασσα πράσινου που επεκτεινόταν πέρα από τον ορίζοντα. Το γρασίδι έλαμπε με την εκτυφλωτική λάμψη του ηλίου και με την πρωινή δροσιά που το στόλιζε. Τα λευκά άνθη διασκορπισμένα με τελειότητα, φάνταζαν πινελιές σε έναν πίνακα αστείρευτης ομορφιάς˙ σε έναν πίνακα που ο ίδιος ο δημιουργός δεν θα άντεχε να αποχωριστεί. Καμία συμφορά δεν το είχε αγγίξει: καμία καταστροφή δεν το είχε πλήξει. Οι θεοί προστάτευαν τα πιο θαυμαστά τους έργα και για αυτό δεν ήταν τυχαία η ονομασία του: Ζιονκ Σανζισεν: ο λόφος των θεών.
            
 Για τον Γιαν Τσιν ήταν το απόλυτο μέρος. Εκεί ξαπόσταινε όταν χρειαζόταν ένα διάλειμμα από την βαβούρα του κόσμου και το μόνιμο χάος που επικρατούσε σε κάθε πόλη και σε κάθε γωνιά. Η ζωή του δεν ήταν μόνο κυνηγητό, τζόγος και γλέντια που τα ακολουθούσαν άγριες νύχτες τις οποίες σπάνια θυμόταν το επόμενο πρωί. Δεν ήταν κάθε μέρα εκείνος ο άσωτος υιός που θεοί και μοναχοί τον είχαν ξεγράψει.  Υπήρχαν φορές που η καρδιά του αναζητούσε ξεκούραση και το μυαλό του ηρεμία. Υπήρχαν φορές που δεν ήθελε να ασχοληθεί με τίποτα. Αναζητούσε την απομόνωση και το απόλυτο τίποτα. Θα άφηνε τον κόσμο στην δική του ησυχία και ο κόσμος θα του χάριζε το ίδιο ακριβώς δώρο.
            
Το γρασίδι στην πλάτη του ήταν χίλιες φορές πιο απαλό από τα ψάθινα στρώματα και τα πουπουλένια κρεβάτια. Για προσκέφαλο είχε τα χέρια του και εάν κρύωνε την νύχτα θα χρησιμοποιούσε τη χιλιο-φθαρμένη του κάπα. Νερό και φαγητό είχε μπόλικο. Μπορούσε να παραμείνει εκεί ανενόχλητος για αρκετές μέρες και δεν θα του έλειπε τίποτα.  Άνοιξε τα μάτια του. Ήθελε να αντικρίσει το γαλάζιο πέπλο των ουρανών. Λέγανε πως τα ουράνια δεν ήταν παρά τα πατώματα των θεών. Σαν ένα τεράστιο οίκημα ο κόσμος, με τους τελευταίους ορόφους οι διαστάσεις των δαιμόνων και των διαβόλων ενώ ψηλότερος ήταν η κατοικία των ουράνιων πλασμάτων και θεοτήτων. Ενδιάμεσα βρισκόταν ο κόσμος των θνητών: των απόκληρων και των αμαρτωλών που κάποτε είχαν στα χέρια τους το δώρο της αθανασίας μα το πέταξαν δίχως δεύτερη σκέψη. 
            « Τι έγνοιες έχετε εσείς εκεί πάνω;» χασκογέλασε και τα βλέφαρά του έκλεισαν ακόμα μία φορά.
            «Τόσες όσες δεν μπορείς να φανταστείς» μια γυναικεία φωνή απάντησε στο ερώτημά του κι ο Γιαν Τσιν χαμογέλασε πλατιά.
            «Μα βέβαια, πως τόλμησα να είμαι τόσο αφελής! Θάνατος, λοιμός, πόλεμοι και καταστροφές. Μην αρχίσω να μιλάω για τις άθλιες τοποθεσίες και συνθήκες στις οποίες είστε υποχρεωμένοι να ζείτε για μια αιωνιότητα».
            «Κάνεις λάθος, μικρέ»
            «Δεν το νομίζω, κυρά. Τα προβλήματα των θνητών δεν σας αγγίζουν και δεν πρόκειται ποτέ να σας αγγίξουν. Πάρε για παράδειγμα τούτο εδώ το τοπίο. Ο λόφος σας, όπως τον ονόμασαν οι παλιοί. Τέλειος και αγνός σαν παρθένα κόρη. Πόσα χρόνια υπάρχει; Πόσα χρόνια δεν έχει υποστεί καταστροφές; Χιλιάδες. Ο λόγος; Σας αρέσει και δεν θέλετε να τον χάσετε. Ενώ εμείς; Εμείς είμαστε έρμαια των δικών σας παιχνιδιών και κατά βάθος καταριέστε την ώρα και την στιγμή που δημιουργηθήκαμε. Σας απογοητεύσαμε μια φορά και έκτοτε συνεχίζουμε αμέριμνοι. Λίγοι ακούνε τα λόγια σας και ακόμα λιγότεροι ζούνε με βάση τους νόμους και τις γραφές σας. Για ποιο λόγο, λοιπόν, να σας ενδιαφέρει η ζωή μας; Όμορφη κυρά, μην μου μιλάς για τα δικά σας πάθη και τους δικούς σας πόνους».

            Η λυγερή φιγούρα με τα μακριά μαλλιά, που σαν ποτάμι ανήσυχο ανέμιζαν στο έλεος του ανέμου, του άπλωσε το χέρι της. «Άνοιξε τα μάτια σου, και έλα μαζί μου».

            Με βαριά καρδιά και έναν αναστεναγμό έκανε ακριβώς ότι του ζήτησε. Ο Γιαν Τσιν σηκώθηκε και άνοιξε τα μάτια του, η κυρά βρισκόταν μπροστά του μα το τοπίο τριγύρω του άλλαζε. Τρεμόπαιζε και άλλαζε κάθε ματιά. Εκείνος ο επίγειος παράδεισος μεταμορφωνόταν σε πύρινη κόλαση: στάχτες, φλόγες και θάνατος βρίσκονταν παντού και μετά, ξανά η ίδια γαλήνια εικόνα.

            «Τι είναι πραγματικότητα και τι ψέμα, Γιαν Τσιν; Το χάος ή η τάξη;» σε κάθε της λέξη το περιβάλλον μεταλλασσόταν και ο νεαρός άρχισε να πανικοβάλλεται. «Εάν το χάος επικρατήσει σαν πραγματικότητα σε μία διάσταση τότε δεν θα αργήσει η τάξη να καταρριφθεί και στις υπόλοιπες. Όσο εσείς ζείτε σε μία γενικευμένη ισορροπία που χάνεται μπροστά στα μάτια σας, τόσο εμείς εκεί και οι Άλλοι θα ζούμε σε πλήρη κοσμική αναστάτωση» βημάτισε μπροστά του και τον άρπαξε από τους ώμους, αναγκάζοντας τον να την κοιτάξει κατάματα. Η μορφή της είχε μεταλλαχθεί, ακριβώς σαν το τοπίο τριγύρω του. Είχε σκοτεινιάσει και τα μάτια της από ασημί είχαν μετατραπεί σε μαύρα της αβύσσου και του θανάτου. Η μακριά της χαίτη είχε γίνει ένα με το κάποτε λευκό της ρούχο, άγριος ποταμός που τα νερά του θα παρέσερναν στρατό ολόκληρο και τα χέρια της γαμψά νύχια που έσκαβαν την σάρκα του. Το βλέμμα του ήταν μονίμως καρφωμένα στο δικό της. Τι μάγια του είχε κάνει η καταραμένη! Έπαιρνε ανάσες μα αισθανόταν πως θα έσκαγε το στήθος του. Το σώμα του έτρεμε και τα μάτια του δάκρυσαν από την πίεση και την ένταση. Φοβόταν…όσο κι αν ήθελε να το αρνηθεί, φοβόταν.

            «Βάλτο καλά στο μυαλό σου, θνητέ! Όσο επικρατεί απόλυτο χάος σε εσάς» το χέρι της, αιματοβαμμένο από την πληγή του, κάρφωσε το στήθος του, στο σημείο ακριβώς που χτυπούσε η καρδιά. Ο πόνος τον έπιασε απροετοίμαστο μα δεν έκανε καμία κίνηση. Του ήταν αδύνατον ακόμα και να αρθρώσει την οποιαδήποτε λέξη. «μέσα σας και στην κοινωνία σας, το τέλος θα φαντάζει πιο κοντά από ποτέ!» ο άνεμος λυσσομανούσε και εκείνη αποτραβήχτηκε, ελευθερώνοντας τον απότομα. Με μια μόνο ανάσα βρέθηκε ξαπλωμένος στο τρυφερό γρασίδι. Είχε ιδρώσει μα ο πόνος και το μούδιασμα είχαν εξαφανιστεί μαζί με την θεότητα. Όλα είχαν επανέλθει στα φυσιολογικά τους πλέον επίπεδα. Η πεδιάδα ήταν ξανά καταπράσινη και ζωντανή, ο ουρανός μία μίξη πορτοκαλί με απαλό ροζ: μια πανέμορφη εικόνα. Έτριψε το κεφάλι του, κοιτάζοντας τριγύρω. Σουρούπωνε. Πόσες ώρες κοιμόταν; Αναστέναξε και σήκωσε το μουδιασμένο του κορμί. Με θεούς και δαίμονες σε μόνιμη σύγχυση, έναν ήταν σίγουρο: δεν θα έβρισκε ποτέ την γαλήνη και την ησυχία που αναζητούσε.

Τέλος

Christy Oshima







Σχόλια

  1. Χριστίνα έχω μιλήσει πολλές φορές για την μαγεία των φανταστικών σου κόσμων. Πολλές φορές και για την ιδιαίτερη σκληρότητά τους. Είναι ένα ταξίδι στο όλο σύμπαν στο οποίο κινείσαι συγγραφικά στο μεγάλο σου δημιουργικό κομμάτι. Πολύ καλό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όμορφο και μαγευτικό. Να δώσω επίσης συγχαρητήρια που βάσισες το κείμενο σου σε μια κουλτούρα που δεν πρωταγωνιστεί στην φαντασία. Κυριαρχεί μόνο η Δύση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πάντα με παρεσερναν τα λόγια για τους Θεούς και τους Δαίμονες. Εξαιρετικο!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...