Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"



Πιο καλή η μοναξιά...

Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..."

Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές. 

Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμένεις να εμφανιστεί εκείνο το αγόρι που σου σέρβιρε καλαμαράκια το μεσημέρι στο ταβερνάκι μετά το μπάνιο, όταν το αλάτι ήταν ακόμα στα μαλλιά σου και ο ήλιος είχε βάψει τα μάγουλά σου κόκκινα. Στα δεκάξι δε χρειάζεσαι μακιγιάζ, παρόλα αυτά βάζεις λίγη μάσκαρα και περνάς μ' ένα γυαλιστερό λιπγκλος τα χείλη σου περιμένοντας. Και νάτος, πάνω στο ποδήλατό του κάνει κύκλους στο λιμάνι σαν πλανήτης σε τροχιά γύρω απ' τον ήλιο και σε κοιτάζει, δεν τολμά να πλησιάσει, πίσω σου σε μικρή απόσταση περπατούν οι γονείς σου, ανίδεοι για τους τρελούς χτύπους της καρδιάς σου, ανίδεοι για τα φτερά στην πλάτη σου που χτυπούν το ίδιο δυνατά, μα που δε θα τολμήσεις ν' αφήσεις να σε σηκώσουν ψηλά. Δεν ξέρεις ακόμα το όνομά του, θα θυμάσαι όμως για πάντα το πώς σε κοιτούσε, το πώς, μ' έναν μαγικό τρόπο, σαν να συνωμότησε η θάλασσα με τον ουρανό, αργότερα θα τον συναντήσεις στην παραλιακή ντισκοτέκ κι επιτέλους θα μάθεις πώς τον λένε. Ξέρεις πως σε λίγες μέρες θα φύγεις κι αυτός θα μείνει πίσω, μα δεν έχει σημασία την ώρα που με τα καινούργια σου πέδιλα στο χέρι περπατάτε στην αμμουδιά κάτω απ' την αυγουστιάτικη πανσέληνο και σε φιλάει. Η μοναξιά έμεινε στους στίχους και στα καλντερίμια. 

Στα δεκάξι, κάτω απ' τον καυτό μεσημεριάτικο ήλιο, χωρίς αντηλιακό με δείκτη 350, αφήνεις την αλμύρα να σε ξεφλουδίσει και πηδάς από βραχάκι σε βραχάκι τραγουδώντας το τραγούδι που δε θα ξεχάσεις ποτέ και που δεκαετίες μετά θ' αναρωτιέσαι γιατί μια παρέα δεκαεξάρηδων τραγουδούσε, αφού ούτε αυτοί ήξεραν τι θα πει μοναξιά. 

Μη μου μιλάς για καλοκαίρια που περάσαν και που τώρα πια θυμάσαι με νοσταλγία που σε κάνει να θες να κλάψεις. Μη μου μιλάς για καλοκαίρια ξυπόλητα με γεύση παγωτού μηχανής που έλιωνε στα μποφόρ και μυρωδιά καρύδας. Μη μου μιλάς για τα καλοκαίρια που μέσα στο παλιό αυτοκίνητο του πατέρα σου, στο πίσω κάθισμα, χωρίς ζώνες και αερόσακους, έβγαζες το κεφάλι από το παράθυρο κι έκλεινες τα μάτια γιατί ήξερες πως ο άνεμος αγαπούσε τις φακίδες του ήλιου στο πρόσωπό σου. Μη μου μιλάς για καλοκαίρια που το καρπούζι είχε τη γεύση τού πρώτου φιλιού ή και το αντίστροφο. Μη μου μιλάς για καλοκαίρια που με 8 μποφόρ εσύ δεν έφευγες απ' το κατάστρωμα του πλοίου, παρά με δάκρυα στα μάτια προσπαθούσες να φυλακίσεις στο μυαλό σου την εικόνα τού νησιού που απομακρυνόταν, ώσπου έγινε ξανά μια κουκίδα στον χάρτη και μια αντίστροφη μέτρηση μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. 

Μη μου μιλάς για καλοκαίρια που πέρασαν και είχαν τον ήχο ενός τραγουδιού: "Να 'ταν πέτρα η μοναξιά..." Πέτρα στεγνή, κυκλαδίτικη, καυτή το μεσημέρι, δροσερή τη νύχτα. 

Πες μου μόνο αν σε βρήκε ποτέ η μοναξιά.

Πες μου μόνο αν τώρα πια θα πηδούσες το τοιχάκι, θα έβγαινες στο καλντερίμι και θα στεκόσουν μπροστά σ' εκείνη την παρέα για να τους ρωτήσεις: 

"Πώς σας λένε; Υπόσχομαι, ακόμα κι αν ξεχάσω τα πάντα, τα δικά σας ονόματα θα τα θυμάμαι πάντα. Όπως και τις φωνές σας". 

 

 

Σχόλια

Most Popular

Αντρικά και Γυναικεία Βιβλία: Στερεότυπο ή Πραγματικότητα;

  Μεγάλο το συγκεκριμένο debate, και με έβαλε σε σκέψεις μια άποψη που ακούστηκε για την «Άγρια Θάλασσα» της δικής μας, Ελευθερίας Καλογνωμά, από άντρα αναγνώστη. Ένα βιβλίο που, λόγω του κοινού της συγγραφέως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως «γυναικείο». Και εκεί ξεκινάνε οι σκέψεις, με τις δύο πλευρές να υπερμάχονται της θέσης τους με ποικίλα επιχειρήματα, τα περισσότερα από τα οποία είναι στερεωμένα σε τι άλλο; Σε στερεότυπα. Χωρίς να πούμε ότι πρέπει να καταρρίψουμε κάθε μορφής στερεοτυπική αντίδραση –καθώς κάποιες εξυπηρετούν την καθημερινότητα και τη συνέχειά μας– θέλησα να δω λίγο τις δύο πλευρές στα πιο ουσιώδη τους σημεία. Η Πλευρά των Αριθμών και της Βιολογίας Αρχικά, είναι γνωστό ότι άντρες και γυναίκες μας ελκύουν διαφορετικά πράγματα. Δεν θα σταθώ στην παιδική ηλικία, καθώς εκεί ο άνθρωπος διαμορφώνεται βαρύτατα από το περιβάλλον. Παρόλα αυτά, στη συνέχεια της ζωής τους, ο άντρας και η γυναίκα θα βρεθούν να θέλουν ή ακόμη και να έχουν ανάγκη από διαφορετικά πρά...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΑΜΠΑΡΑ

(από τη Βούλα Γκεμίση)   ·   Τι σας ενέπνευσε να ξεκινήσετε να γράφετε; Το σκοτάδι των ανθρώπων και η ανάγκη να καταλάβω από πού προέρχεται και αν ή πώς μπορεί να φωτιστεί. Μπορεί ν’ ακούγεται ζοφερό, αλλά στον πυρήνα της ορμής αυτής κρύβεται ένας ρομαντισμός που αρνείται να συμβιβαστεί με την κυνικότητα της πραγματικότητας. ·   Πώς θα περιγράφατε τη δημιουργική σας διαδικασία; Έμπνευση – γραφή – διόρθωση. Συνήθως αυτά είναι τα στάδια όσον αφορά την ποίηση. Ψάχνω την έμπνευση στο κάθε τι. Έχω συνεχώς τις κεραίες ανοιχτές να πιάσω νοήματα, κινήσεις, εικόνες, συναισθήματα και να τα μεταφέρω σε λέξεις. Όσον αφορά τον πεζό λόγο, τα βήματα περιλαμβάνουν την εξάσκηση και τη μελέτη. Σε πρακτικό επίπεδο, χρειάζομαι έναν καφέ ή ρόφημα, το laptop μου, τις σημειώσεις του κινητού ή ένα στυλό και χαρτί και μια βαθιά ανάσα για να βουτήξω στον οικείο κόσμο των λέξεων. Αν έχω και θέα θάλασσα, ακόμα καλύτερα! ·   Υπάρχει κάποιο θέμα ή μοτίβο που επανέρχεται συχν...