Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Εγώ, πότε θα γίνω νύφη;


Μόνη σου ήρθες στη ζωή...

Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Πρόσφατα σε γνώρισα, όσο μπορούσα· εγώ στο τώρα, μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή και εσύ σε ένα τότε που μοιάζει να έχει πιάσει πια αράχνες. Κι όμως τόσο ζωντανή και τόσο παρούσα. Εγώ απλά δεν σε ήξερα μέχρι προσφάτως.

Τίποτα δε λένε πουθενά για γονείς. Μήτε μητέρα, μήτε πατέρα. Ένιωσες άραγε το μητρικό χάδι; Σου έλειψε μια πατρική φιγούρα να σε προστατεύει από τις κακοτοπιές; Δεν ξέρω, υποθέσεις κάνω και ερωτήσεις. Aλλά και το διαδίκτυο είναι τόσο φτωχό στην περίπτωσή σου.

Ήρθες στον κόσμο μας λίγο πιο αθώα, λίγο πιο αφελής απ’ ότι θα ήθελαν. Έτσι γράφουν. Δεν ήσουν άνευρη όμως, δεν ήσουν παθητική. Αθυρόστομη και σπιρτόζα σε περιγράφουν. Άμα σε προκαλούσαν, λένε, σήκωνες τα φουστάνια σου και έδειχνες στον κόσμο (σε όλους) τον εσωτερικό σου κόσμο· όχι ολόγυμνο, όμως, ποτέ! Επιδείκνυες τα μακριά, λευκά, δαντελωτά σου εσώρουχα με θάρρος και με θράσος σε μια κοινωνία που δεν ήταν έτοιμη να καταλάβει την ιδιαιτερότητά σου.

Ένα χαμόσπιτο όλο σου το βιος. Μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου, ένα μάτσο κουβάρια μαλλί για πλέξιμο και μερικά κουλούρια. Πουλούσες τον κόπο σου για να ζήσεις. Ξέχασες, όμως να βάλεις τιμή και στην αξιοπρέπειά σου και ορισμένοι την πήραν δωρεάν. Όχι πως κοστολογείται, αν με ρωτάς...

Πέντε ωραίοι τύποι - που έπλητταν αρκετά - δεν είδαν τη νεαρή γυναίκα που πάλευε να επιβιώσει μόνη, σε μια δύσκολη εποχή. Πέρασαν την αφέλειά σου για αδυναμία και το εύπιστο του χαρακτήρα σου εισιτήριο σε φθηνή, χυδαία κωμωδία.

Εσύ ένα πράγμα λαχταρούσες· ένα και μοναδικό. Αυτό έμελλε να γίνει και η αχίλλειος πτέρνα σου. Ήθελες κι εσύ να ντυθείς στα λευκά, να νιώσεις όμορφη όπως κάθε κοριτσάκι, δίπλα σε έναν νεαρό, έναν πιο μεστωμένο άντρα ή ακόμη και έναν μεσήλικα. Δεν σε ένοιαζε. Συντροφιά ήθελες κατά βάθος, έτσι κατάλαβα εγώ. Κάποιον να πάρει μερικά από τα βάσανά σου και να σε ξαλαφρώσει. Ποθούσες να πάρεις το μερίδιο ευτυχίας που σου αντιστοιχούσε. Αλλά εκείνη η ώρα δεν φαινόταν να φτάνει ποτέ.

...Τριανταπέντε... 

Τριανταπέντε χειμώνες πέρασαν και ακόμη δεν βρήκες να γεμίσεις την αγκαλιά σου. Η επιθυμία έγινε λαχτάρα και η λαχτάρα ασίγαστος πόθος. Φωτιά που σου έκαιγε τα σωθικά και πλέον δεν μπορούσες να την κρατήσεις μέσα σου. Γιατί δεν άντεξες; Μέσα στο δικό σου μυαλό, δεν ήταν κακό να το εξομολογηθείς. Και το είπες. Και εκείνοι οι πέντε βρήκαν την ευκαιρία που έψαχναν.

Τέσσερις φορές ή πέντε, δεν είμαι σίγουρος, έκαναν την καρδιά σου να φτερουγίσει. Έβαλες το όμορφο φόρεμά σου, στόλισες τα μαλλιά σου με άνθη και άφησες τις κοπέλες της γειτονιάς να σε καλλωπίσουν. Δεν ξέρω αν ήσουν όμορφη, δε με απασχολεί. Σε μια φωτογραφία άλλωστε σε είδα μόνο. Κάθε φορά, όμως, που έβαζες το νυφικό σου, πρέπει να ένιωθες πολύ ξεχωριστή. Όσες γυναίκες έχω ρωτήσει αυτό μου λένε. Το παιδιάστικο όνειρο σου να γίνεις γυναίκα κάποιου, χωρίς να σε νοιάζει ποιος θα είναι αυτός, απείχε μερικά μόλις εκατοστά και τέντωνες λαίμαργα τα δάχτυλά σου για να το πιάσεις. Σχεδόν το άγγιξες μερικές φορές.

Όλος ο κόσμος χαιρόταν με τη χαρά σου. Τραγουδούσαν, χόρευαν και σου πετούσαν ρύζι, καθώς περιδιάβαινες τους δρόμους λαμπερή και απαστράπτουσα. Τούς έβλεπες που γελούσαν και χαιρόσουν κι εσύ· δεν ήξερες. Εκείνη την πρώτη φορά, εκείνος ο πρώτος γάμος, χάλασε πριν καν αρχίσει. Τα πέντε τζιμάνια που μπήκαν σε τόσο κόπο για να στήσουν τη φαρσοκωμωδία, έδωσαν μια κλωτσιά και τα χάλασαν όλα την τελευταία στιγμή. Όλοι τους γέλασαν. Οι πέντε πλακατζήδες, οι γείτονες, οι άσχετοι που πήραν μέρος στο γλέντι από ανία. Πώς να μην γελάσουν άλλωστε; Πρέπει να ήταν ξεκαρδιστικό να σε βλέπουν να σπαράζεις μπροστά σε μία κλειστή εκκλησία με το μπράτσο σου ακόμη κενό. Δεν ήσουν ισάξια εσύ με αυτούς· εσύ υστερούσες.

Ένα ερώτημα στριφογυρίζει επίμονα στο μυαλό μου σε αυτό το σημείο. Πώς γύρισες σπίτι; Με τι κουράγιο περπάτησες ντυμένη στα λευκά, με τα δάκρια να ξεπλένουν το πρόσωπό σου; Από την άλλη να συγκινήθηκε κανείς βλέποντάς σε άραγε ή ήταν όλοι απασχολημένοι να γελάνε; Και εσύ πότε σταμάτησες να κλαις; Σταμάτησες ποτέ, Γιάννα;

Δεν το έβαλες κάτω όμως, όχι. Η ψυχή σου δεν ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει την ελπίδα. Ακολούθησες ευπειθώς τους πέντε σε μερικές ακόμη ευφάνταστες και καλόγουστες πλάκες και ξανάγινες η νύφη που σου παράγγελναν . Ποτέ σου, όμως, δεν έγινες αυτό που πάντα ήθελες· σύζυγος. Πάντα το έργο τέλειωνε με κλάματα για σένα και γέλια για τους άλλους. Κανείς δε βρέθηκε να σε συνοδεύσει στη ζωή σου. Κανένας να ταιριάξει με μια μοναχική ψυχή...Μόνη έσερνες το καρότσι για να πουλήσεις τα κουλούρια σου, μόνη και το κουφάρι σου πίσω στο χαμόσπιτο. Κρίμα.

Αυτό που δεν κατάφερα να μάθω για σένα - και που θα με στοιχειώνει για καιρό - είναι αν ξέχασες. Πουθενά δεν το έλεγε. Άραγε θυμόσουν μέχρι το τέλος εκείνα τα γέλια; Τον χλευασμό; Τον διασυρμό; Ή μήπως μέσα στην ατυχία σου το ιδιαίτερο μυαλό σου σε προστάτευσε και κατάφερε να τα στείλει όλα στη λήθη; Να έκλαιγες τα βράδια ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι που έμενε πάντα κενό κατά το ήμισυ, ή θα μπορούσες να έχεις συμβιβαστεί τελικά με το γεγονός πως ίσως δεν ήταν της μοίρας σου γραφτό να ζευγαρώσεις;

Δεν σε γνώρισα η αλήθεια είναι. Έζησες αρκετά χρόνια πριν από μένα, ενάμισι αιώνα σχεδόν. Κι όμως, από τότε που έμαθα για σένα, δεν μπορώ να σε ξεχάσω. Εύχομαι να μην καταλάβαινες, να μην σε πόνεσε η κακογουστιά του κόσμου, να μην σε πλήγωσαν τα γέλια την ώρα του θρήνου σου.... Μακάρι το κλάμα σου, την ώρα που πενθούσες το όνειρό σου, ντυμένη στα λευκά, να ήταν τόσο γοερό, που να μην άκουγες. Μακάρι τα μάτια σου να θόλωναν από τα δάκρυα τόσο, που να μην έβλεπες τη σαπίλα του κόσμου γύρω σου. Μακάρι να μπορούσες να ξεχάσεις. Όχι μία, αλλά όλες τις φορές. Δεν ήσουν εσύ λάθος, εκείνοι ήταν. Αυτοί που σε εκμεταλλεύτηκαν, αυτοί που συνέπραξαν και αυτοί που δεν μίλησαν ποτέ για σένα.

Και τελικά, σταμάτησες να μιλάς για γάμο. Παραμεγάλωσες άλλωστε για κάτι τέτοιο. Το όνειρο έμεινε ατελές, αφημένο σε μια σκονισμένη γωνιά της ψυχής. Μπορεί πού και πού να το αναλογιζόσουν κρυφά και ελαφριά να ξεσκόνιζες τα θέλω της νιότης σου. Ελπίζω πως όχι, αλλά έτσι είμαστε οι άνθρωποι. Πρώτα ξύνουμε και έπειτα γλείφουμε τις πληγές μας. Ίσως, λοιπόν, να το έκανες κι εσύ. Ακόμη, όμως, δεν είχες τσακίσει. Λένε πως πετούσες πέτρες σε όποιον προσπαθούσε να σε εξαπατήσει και να σε κοροϊδέψει από ένα σημείο και έπειτα. Καλά τους έκανες. Άργησες, αλλά καλά τους έκανες.

...Εβδομήντα δύο... 

Πολλοί χειμώνες για έναν άνθρωπο που δεν γνώρισε την άνοιξη, λέω εγώ. Το νυφικό σου πλέον δεν θα σου έκανε, αν το είχες κρατήσει κιόλας. Το κρεβάτι δεν κατάφερε να βρει κάποιον να πιάσει εκείνη την άδεια πλευρά που έχασκε δίπλα σου ψυχρή κάθε βράδυ, να σου θυμίζει όσα σε στοίχειωναν. Μέχρι και το αλεύρι ακρίβυνε, διάολε, και πλέον λεφτά από τα κουλούρια δεν έβγαιναν. Φτώχεια οικονομική και συναισθηματική. Τέλειωσε, όμως, και μια μέρα δεν χρειάστηκε να σηκωθείς ξανά από το κρεβάτι σου.

Δεν ξέρω αν ήρθες μόνη σου στη ζωή....λυπάμαι, όμως, που μόνη σου έφυγες.

Ίσως και να είχες πια κουραστεί.


Σχόλια

  1. Χάρη!
    Το λέω μία ακόμα φορά. Μάλλον το φωνάζω! Είμαι περήφανος για σένα αγαπητέ φίλε! Είμαι περήφανος που η λογοτεχνία σου, η ψυχή σου, οι αξίες, τα μέτρα και τα σταθμά σου αποτελούν στολίδι σε τούτο τον κόσμο.
    Με έντονη συγκίνηση καταθέτω μία ακόμα φορά τον θαυμασμό μου για τούτο σου το διήγημα.
    Συγκλονιστικό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ πως να νιώσω που ακούω τέτοια λόγια από έναν άνθρωπο πρωτίστως σαν εσένα; Δες το Γιάννη σαν αντίβαρο, για όλα όσα έχω πάρει κατά καιρούς και συνεχίζω να παίρνω από εσένα! Εγώ είμαι ευγνώμων φίλε, που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν!

      Διαγραφή
    2. Συνέχισε φίλε! Έχεις πολλά να μας δώσεις.

      Διαγραφή
  2. Η λέξη δυνατό δεν επαρκεί για να περιγράψει αυτό που διαβάσαμε. Μας χτυπησε ακριβώς στο συναίσθημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πόσο χαίρομαι Δανάη, που μπόρεσα να δώσω έστω λίγο από αυτό που είχα στο μυαλό μου! Ευχαριστώ πάρα πολύ!

      Διαγραφή
  3. Θα καταντήσω γραφική..Χάρη ζούμε με βιβλίο να σε δούμε!Το εύχομαι ολόψυχα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχαχχαχα ευχαριστώ πολύ για τον οπαδικό χαρακτήρα του σχολίου! Να είσαι καλά Κατερίνα!!!!

      Διαγραφή
  4. ... και φαντάσου τώρα πως αυτή είναι μια μήτρα, που γνώρισε τον έρωτα αλλά δεν γονιμοποιήθηκε ποτέ...ακόμα πιο έντονο φαντάσου να έπιασε ένα έμβρυο αλλά να της το αφαίρεσε η ανεμελιά της νιότης.
    Γεια σου Χάρη τι κάνεις?
    Με λένε Μάνια, ζω στο Μόνρεαλ τα τελευταία δέκα χρόνια
    αυτάαα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φοβερό όντως...Γενικά είναι μια πολύ τραγική ιστορία, που με επηρέασε βαθύτατα από την πρώτη φορά που την άκουσα.
      Μάνια, χάρηκα πάρα πολύ για την γνωριμία στο λογοτεχνικό μας στέκι. Πολλά χαιρετίσματα στο Μόνρεαλ από την πάντα μαγευτική Θεσσαλονίκη!!!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Άννα Καρένινα ή Τελειώνει με Εμάς;

  "Τελικά, τι προσδίδει αξία σε ένα βιβλίο;" 1. Το δίλημμα Ιδού λοιπόν ένα δίλημμα που μπορεί να τσακίσει κόκαλα. Γιατί ενώ φαινομενικά είναι μια εύκολη ερώτηση, η απάντησή της κρύβει παγίδες. Το ασφαλές είναι να απαντήσεις την Καρένινα ή τουλάχιστον να βρεις έναν ευφυή και πλάγιο τρόπο να μιλήσεις για την υποκειμενικότητα της στιγμής, του mood, της διάθεσης κ.α. Τονίζοντας πάντα την αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία ενός έργου όπως αυτό του Τολστόι, αν θες στο τέλος οι συνομιλητές σου να κουνάνε επιδοκιμαστικά το κεφάλι, συμφωνόντας. 2. Η “ασφαλής” επιλογή Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως μια πολύ μεγάλη μερίδα θα απαντούσε χωρίς δεύτερη σκέψη το κλασικό αυτό βιβλίο. Και θα είχαν απόλυτο δίκιο. Η διαχρονικότητά του και μόνο, είναι μέτρο ποιότητας αν μη τι άλλο. Τι συμβαίνει όμως με αυτούς που θα ήθελαν να απαντήσουν πως απολαύσανε περισσότερο το  Τελειώνει με Εμάς ; Μπορούν άραγε να το κάνουν σε έναν κύκλο λογοτεχνικό όπου υπάρχουν ορισμένοι άτυποι κανόνες; Και αν το κάνου...