Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

Εγώ, πότε θα γίνω νύφη;


Μόνη σου ήρθες στη ζωή...

Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Πρόσφατα σε γνώρισα, όσο μπορούσα· εγώ στο τώρα, μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή και εσύ σε ένα τότε που μοιάζει να έχει πιάσει πια αράχνες. Κι όμως τόσο ζωντανή και τόσο παρούσα. Εγώ απλά δεν σε ήξερα μέχρι προσφάτως.

Τίποτα δε λένε πουθενά για γονείς. Μήτε μητέρα, μήτε πατέρα. Ένιωσες άραγε το μητρικό χάδι; Σου έλειψε μια πατρική φιγούρα να σε προστατεύει από τις κακοτοπιές; Δεν ξέρω, υποθέσεις κάνω και ερωτήσεις. Aλλά και το διαδίκτυο είναι τόσο φτωχό στην περίπτωσή σου.

Ήρθες στον κόσμο μας λίγο πιο αθώα, λίγο πιο αφελής απ’ ότι θα ήθελαν. Έτσι γράφουν. Δεν ήσουν άνευρη όμως, δεν ήσουν παθητική. Αθυρόστομη και σπιρτόζα σε περιγράφουν. Άμα σε προκαλούσαν, λένε, σήκωνες τα φουστάνια σου και έδειχνες στον κόσμο (σε όλους) τον εσωτερικό σου κόσμο· όχι ολόγυμνο, όμως, ποτέ! Επιδείκνυες τα μακριά, λευκά, δαντελωτά σου εσώρουχα με θάρρος και με θράσος σε μια κοινωνία που δεν ήταν έτοιμη να καταλάβει την ιδιαιτερότητά σου.

Ένα χαμόσπιτο όλο σου το βιος. Μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου, ένα μάτσο κουβάρια μαλλί για πλέξιμο και μερικά κουλούρια. Πουλούσες τον κόπο σου για να ζήσεις. Ξέχασες, όμως να βάλεις τιμή και στην αξιοπρέπειά σου και ορισμένοι την πήραν δωρεάν. Όχι πως κοστολογείται, αν με ρωτάς...

Πέντε ωραίοι τύποι - που έπλητταν αρκετά - δεν είδαν τη νεαρή γυναίκα που πάλευε να επιβιώσει μόνη, σε μια δύσκολη εποχή. Πέρασαν την αφέλειά σου για αδυναμία και το εύπιστο του χαρακτήρα σου εισιτήριο σε φθηνή, χυδαία κωμωδία.

Εσύ ένα πράγμα λαχταρούσες· ένα και μοναδικό. Αυτό έμελλε να γίνει και η αχίλλειος πτέρνα σου. Ήθελες κι εσύ να ντυθείς στα λευκά, να νιώσεις όμορφη όπως κάθε κοριτσάκι, δίπλα σε έναν νεαρό, έναν πιο μεστωμένο άντρα ή ακόμη και έναν μεσήλικα. Δεν σε ένοιαζε. Συντροφιά ήθελες κατά βάθος, έτσι κατάλαβα εγώ. Κάποιον να πάρει μερικά από τα βάσανά σου και να σε ξαλαφρώσει. Ποθούσες να πάρεις το μερίδιο ευτυχίας που σου αντιστοιχούσε. Αλλά εκείνη η ώρα δεν φαινόταν να φτάνει ποτέ.

...Τριανταπέντε... 

Τριανταπέντε χειμώνες πέρασαν και ακόμη δεν βρήκες να γεμίσεις την αγκαλιά σου. Η επιθυμία έγινε λαχτάρα και η λαχτάρα ασίγαστος πόθος. Φωτιά που σου έκαιγε τα σωθικά και πλέον δεν μπορούσες να την κρατήσεις μέσα σου. Γιατί δεν άντεξες; Μέσα στο δικό σου μυαλό, δεν ήταν κακό να το εξομολογηθείς. Και το είπες. Και εκείνοι οι πέντε βρήκαν την ευκαιρία που έψαχναν.

Τέσσερις φορές ή πέντε, δεν είμαι σίγουρος, έκαναν την καρδιά σου να φτερουγίσει. Έβαλες το όμορφο φόρεμά σου, στόλισες τα μαλλιά σου με άνθη και άφησες τις κοπέλες της γειτονιάς να σε καλλωπίσουν. Δεν ξέρω αν ήσουν όμορφη, δε με απασχολεί. Σε μια φωτογραφία άλλωστε σε είδα μόνο. Κάθε φορά, όμως, που έβαζες το νυφικό σου, πρέπει να ένιωθες πολύ ξεχωριστή. Όσες γυναίκες έχω ρωτήσει αυτό μου λένε. Το παιδιάστικο όνειρο σου να γίνεις γυναίκα κάποιου, χωρίς να σε νοιάζει ποιος θα είναι αυτός, απείχε μερικά μόλις εκατοστά και τέντωνες λαίμαργα τα δάχτυλά σου για να το πιάσεις. Σχεδόν το άγγιξες μερικές φορές.

Όλος ο κόσμος χαιρόταν με τη χαρά σου. Τραγουδούσαν, χόρευαν και σου πετούσαν ρύζι, καθώς περιδιάβαινες τους δρόμους λαμπερή και απαστράπτουσα. Τούς έβλεπες που γελούσαν και χαιρόσουν κι εσύ· δεν ήξερες. Εκείνη την πρώτη φορά, εκείνος ο πρώτος γάμος, χάλασε πριν καν αρχίσει. Τα πέντε τζιμάνια που μπήκαν σε τόσο κόπο για να στήσουν τη φαρσοκωμωδία, έδωσαν μια κλωτσιά και τα χάλασαν όλα την τελευταία στιγμή. Όλοι τους γέλασαν. Οι πέντε πλακατζήδες, οι γείτονες, οι άσχετοι που πήραν μέρος στο γλέντι από ανία. Πώς να μην γελάσουν άλλωστε; Πρέπει να ήταν ξεκαρδιστικό να σε βλέπουν να σπαράζεις μπροστά σε μία κλειστή εκκλησία με το μπράτσο σου ακόμη κενό. Δεν ήσουν ισάξια εσύ με αυτούς· εσύ υστερούσες.

Ένα ερώτημα στριφογυρίζει επίμονα στο μυαλό μου σε αυτό το σημείο. Πώς γύρισες σπίτι; Με τι κουράγιο περπάτησες ντυμένη στα λευκά, με τα δάκρια να ξεπλένουν το πρόσωπό σου; Από την άλλη να συγκινήθηκε κανείς βλέποντάς σε άραγε ή ήταν όλοι απασχολημένοι να γελάνε; Και εσύ πότε σταμάτησες να κλαις; Σταμάτησες ποτέ, Γιάννα;

Δεν το έβαλες κάτω όμως, όχι. Η ψυχή σου δεν ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει την ελπίδα. Ακολούθησες ευπειθώς τους πέντε σε μερικές ακόμη ευφάνταστες και καλόγουστες πλάκες και ξανάγινες η νύφη που σου παράγγελναν . Ποτέ σου, όμως, δεν έγινες αυτό που πάντα ήθελες· σύζυγος. Πάντα το έργο τέλειωνε με κλάματα για σένα και γέλια για τους άλλους. Κανείς δε βρέθηκε να σε συνοδεύσει στη ζωή σου. Κανένας να ταιριάξει με μια μοναχική ψυχή...Μόνη έσερνες το καρότσι για να πουλήσεις τα κουλούρια σου, μόνη και το κουφάρι σου πίσω στο χαμόσπιτο. Κρίμα.

Αυτό που δεν κατάφερα να μάθω για σένα - και που θα με στοιχειώνει για καιρό - είναι αν ξέχασες. Πουθενά δεν το έλεγε. Άραγε θυμόσουν μέχρι το τέλος εκείνα τα γέλια; Τον χλευασμό; Τον διασυρμό; Ή μήπως μέσα στην ατυχία σου το ιδιαίτερο μυαλό σου σε προστάτευσε και κατάφερε να τα στείλει όλα στη λήθη; Να έκλαιγες τα βράδια ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι που έμενε πάντα κενό κατά το ήμισυ, ή θα μπορούσες να έχεις συμβιβαστεί τελικά με το γεγονός πως ίσως δεν ήταν της μοίρας σου γραφτό να ζευγαρώσεις;

Δεν σε γνώρισα η αλήθεια είναι. Έζησες αρκετά χρόνια πριν από μένα, ενάμισι αιώνα σχεδόν. Κι όμως, από τότε που έμαθα για σένα, δεν μπορώ να σε ξεχάσω. Εύχομαι να μην καταλάβαινες, να μην σε πόνεσε η κακογουστιά του κόσμου, να μην σε πλήγωσαν τα γέλια την ώρα του θρήνου σου.... Μακάρι το κλάμα σου, την ώρα που πενθούσες το όνειρό σου, ντυμένη στα λευκά, να ήταν τόσο γοερό, που να μην άκουγες. Μακάρι τα μάτια σου να θόλωναν από τα δάκρυα τόσο, που να μην έβλεπες τη σαπίλα του κόσμου γύρω σου. Μακάρι να μπορούσες να ξεχάσεις. Όχι μία, αλλά όλες τις φορές. Δεν ήσουν εσύ λάθος, εκείνοι ήταν. Αυτοί που σε εκμεταλλεύτηκαν, αυτοί που συνέπραξαν και αυτοί που δεν μίλησαν ποτέ για σένα.

Και τελικά, σταμάτησες να μιλάς για γάμο. Παραμεγάλωσες άλλωστε για κάτι τέτοιο. Το όνειρο έμεινε ατελές, αφημένο σε μια σκονισμένη γωνιά της ψυχής. Μπορεί πού και πού να το αναλογιζόσουν κρυφά και ελαφριά να ξεσκόνιζες τα θέλω της νιότης σου. Ελπίζω πως όχι, αλλά έτσι είμαστε οι άνθρωποι. Πρώτα ξύνουμε και έπειτα γλείφουμε τις πληγές μας. Ίσως, λοιπόν, να το έκανες κι εσύ. Ακόμη, όμως, δεν είχες τσακίσει. Λένε πως πετούσες πέτρες σε όποιον προσπαθούσε να σε εξαπατήσει και να σε κοροϊδέψει από ένα σημείο και έπειτα. Καλά τους έκανες. Άργησες, αλλά καλά τους έκανες.

...Εβδομήντα δύο... 

Πολλοί χειμώνες για έναν άνθρωπο που δεν γνώρισε την άνοιξη, λέω εγώ. Το νυφικό σου πλέον δεν θα σου έκανε, αν το είχες κρατήσει κιόλας. Το κρεβάτι δεν κατάφερε να βρει κάποιον να πιάσει εκείνη την άδεια πλευρά που έχασκε δίπλα σου ψυχρή κάθε βράδυ, να σου θυμίζει όσα σε στοίχειωναν. Μέχρι και το αλεύρι ακρίβυνε, διάολε, και πλέον λεφτά από τα κουλούρια δεν έβγαιναν. Φτώχεια οικονομική και συναισθηματική. Τέλειωσε, όμως, και μια μέρα δεν χρειάστηκε να σηκωθείς ξανά από το κρεβάτι σου.

Δεν ξέρω αν ήρθες μόνη σου στη ζωή....λυπάμαι, όμως, που μόνη σου έφυγες.

Ίσως και να είχες πια κουραστεί.


Σχόλια

  1. Χάρη!
    Το λέω μία ακόμα φορά. Μάλλον το φωνάζω! Είμαι περήφανος για σένα αγαπητέ φίλε! Είμαι περήφανος που η λογοτεχνία σου, η ψυχή σου, οι αξίες, τα μέτρα και τα σταθμά σου αποτελούν στολίδι σε τούτο τον κόσμο.
    Με έντονη συγκίνηση καταθέτω μία ακόμα φορά τον θαυμασμό μου για τούτο σου το διήγημα.
    Συγκλονιστικό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ πως να νιώσω που ακούω τέτοια λόγια από έναν άνθρωπο πρωτίστως σαν εσένα; Δες το Γιάννη σαν αντίβαρο, για όλα όσα έχω πάρει κατά καιρούς και συνεχίζω να παίρνω από εσένα! Εγώ είμαι ευγνώμων φίλε, που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν!

      Διαγραφή
    2. Συνέχισε φίλε! Έχεις πολλά να μας δώσεις.

      Διαγραφή
  2. Η λέξη δυνατό δεν επαρκεί για να περιγράψει αυτό που διαβάσαμε. Μας χτυπησε ακριβώς στο συναίσθημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πόσο χαίρομαι Δανάη, που μπόρεσα να δώσω έστω λίγο από αυτό που είχα στο μυαλό μου! Ευχαριστώ πάρα πολύ!

      Διαγραφή
  3. Θα καταντήσω γραφική..Χάρη ζούμε με βιβλίο να σε δούμε!Το εύχομαι ολόψυχα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχαχχαχα ευχαριστώ πολύ για τον οπαδικό χαρακτήρα του σχολίου! Να είσαι καλά Κατερίνα!!!!

      Διαγραφή
  4. ... και φαντάσου τώρα πως αυτή είναι μια μήτρα, που γνώρισε τον έρωτα αλλά δεν γονιμοποιήθηκε ποτέ...ακόμα πιο έντονο φαντάσου να έπιασε ένα έμβρυο αλλά να της το αφαίρεσε η ανεμελιά της νιότης.
    Γεια σου Χάρη τι κάνεις?
    Με λένε Μάνια, ζω στο Μόνρεαλ τα τελευταία δέκα χρόνια
    αυτάαα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φοβερό όντως...Γενικά είναι μια πολύ τραγική ιστορία, που με επηρέασε βαθύτατα από την πρώτη φορά που την άκουσα.
      Μάνια, χάρηκα πάρα πολύ για την γνωριμία στο λογοτεχνικό μας στέκι. Πολλά χαιρετίσματα στο Μόνρεαλ από την πάντα μαγευτική Θεσσαλονίκη!!!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...