Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

"ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ"

                                                         (Γράφει η Βούλα Γκεμίση)                               


                                               "ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ" - STEPHEN KING



"Ο κεντρικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο 12χρονος Λουκ Έλλις ζει με την οικογένεια του σε ένα προάστιο της Μινεάπολης. Ένα ήσυχο βράδυ, μία ειδική ομάδα ατόμων εισβάλει στο χώρο του, δολοφονώντας τους γονείς του με απώτερο σκοπό να τον μεταφέρουν στο Ινστιτούτο. Ένα μέρος ειδικά διαμορφωμένο για παιδιά με ανεπτυγμένες ικανότητες όπως είναι η τηλεπάθεια και η τηλεκίνηση.

Όταν ο Λουκ θα ανοίξει τα μάτια του, αρχικά θα πιστέψει ότι βρίσκεται στο δωμάτιο του. Πολύ γρήγορα όμως θα αναθεωρήσει την πρωταρχική του σκέψη καθώς παρατηρώντας όλες τις λεπτομέρειες θα αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι το δωμάτιο αυτό δεν είναι παρά μία κακή αντιγραφή του υπνοδωματίου του.

Ο Λουκ εγκλωβίζεται σε ένα κτίριο που μοιάζει με παιδική φυλακή. Σε αυτή την παιδική φυλακή θα συναντήσει και άλλα παιδιά όμοια με εκείνον και ο Λουκ θα τα πλησιάσει προκειμένου να τροφοδοτήσει με απαντήσεις τα ερωτήματα που του έχουν δημιουργηθεί. Τα παιδιά μέσα από τις απαντήσεις του θα του δώσουν το στίγμα του Ινστιτούτου. Το στίγμα αυτό επισημαίνει ότι σε αυτό το κτίριο επιβιώνουν με κανόνες.

Για όποιον υπακούει υπάρχει ανταμοιβή. Για όποιον δεν συμμορφώνεται υπάρχει πάντα σκληρή τιμωρία. Ο Λουκ δυσκολεύεται να προσαρμοστεί μέσα σε αυτό το κτίριο και όταν συνειδητοποιεί ότι τα παιδιά με τα οποία έχει έρθει πολύ κοντά αρχίζουν ένα - ένα να χάνονται, έρχεται αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα αυτή τον καθοδηγεί προς την λογική και ο μόνος δρόμος για να επιβιώσει είναι απλά να εξαφανιστεί. Κάπου εκεί που η λογική ακροβατεί με την παράνοια που ζει ξεκινάει και η αντίστροφη μέτρηση! "

Θα καταφέρει άραγε ο Λουκ να δραπετεύσει; Και αν ναι, ο τρόμος είναι κάτι που τελικά ξεπερνιέται;

*Κλείνοντας σας θέτω τον δικό μου προσωπικό προβληματισμό:
Σ' έναν κόσμο που έχει μάθει να Ευνουχίζει τα Παιδικά Όνειρα μπορούμε να διασφαλίσουμε την Παιδικότητα σε όλα τα επίπεδα της;;; Εσείς τι λέτε;

👉Για όσους θέλετε να δείτε με ποιο τρόπο αυτό το βιβλίο με έκανε να πιστεύω ότι Ζω σε ένα Κοινωνικό Ινστιτούτο μπορεί να δει το παρακάτω βίντεο:

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

👉Αγόρασα το βιβλίο από αυτό το site με Έκπτωση: https://mikk.ro/CvfG

Σχόλια

  1. Ναι, την είδα την παρουσίαση στο κανάλι σου για το βιβλίο και την θεωρώ πολύ καλή. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο αλλά μια τέτοια πρόταση σε κάνει να το κρατήσεις υπ' όψη σου.
    Καλησπέρα Βούλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...