Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

"Χειμερινή ενόραση" (Μικρό διήγημα/short story)

  Χειμερινή ενόραση (γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης) “… Ωστόσο, ο γέρος που κάθεται στην κουζίνα κοντά στο τζάκι, ισχυρίζεται ότι από τότε που πέθανε εκείνος, όταν η νύχτα είναι βροχερή, τους βλέπει και τους δύο από το παράθυρο της κάμαράς του… ...Χασομέρησα λίγο εκεί, ο ουρανός ήταν φιλικός. Παρατηρούσα τις πεταλουδίτσες της νύχτας, που φτερούγιζαν στα ρείκια και τις καμπανούλες. Άκουγα το απαλό αγέρι στα χόρτα. Και αναρωτήθηκα, πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ότι έχουν ανήσυχο ύπνο αυτοί που κοιμούνται σε τούτη τη γαλήνια γη…” Η τελευταία σελίδα, έμεινε ανοιχτή στο χέρι του. Μια παρόρμηση τον ωθούσε να μην την κλείσει. Οι λέξεις είχαν ξεκινήσει το δικό τους ταξίδι πιο μακριά από την υλική του ύπαρξη. Το βλέμμα του στάθηκε σε αυτή τη σταθερή ερώτηση του Λόκγουντ (*) για τις περιφερόμενες ψυχές τους και η φράση δεν τελείωνε μέσα του. Κάτι την επαναλάμβανε συνεχώς σαν αίσθηση. Το δωμάτιο είχε χάσει τις γωνίες του, το φως έχανε τη λάμψη του και κάπου ανάμεσα στον ήχο της ανάσας ...

"Η Σβούρα" γράφει η Βούλα Γκεμίση

 


"Η ΣΒΟΥΡΑ"


Γράφει η Βούλα Γκεμίση


«Νιώθω πως χρωστάω και ας έχω ξοφλήσει εδώ και καιρό»

Είναι η επίμονη σκέψη μου εδώ και ώρες. Ούτε εγώ δεν μπορώ να απορυθμίσω με ακρίβεια πόσες ώρες έχουν περάσει. Πρέπει να ήταν μέρα όταν ακούμπησα την πλάτη μου στο διακοσμητικό μαξιλάρι του καναπέ. Πάντα το μισούσα αυτό το μαξιλάρι. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να υπάρχουν όλα αυτά τα περιττά διακοσμητικά αντικείμενα μέσα σε ένα χώρο. Που ακριβώς εξυπηρετούσε τόση ανεξήγητη σπατάλη; Όχι, δεν είχε δοθεί απάντηση σε αυτή τη σκέψη μου. Το ίδιο μαξιλάρι, με εκείνο το σχέδιο - που χωρίς λόγο απεχθανόμουν - τώρα βρισκόταν τοποθετημένο πίσω μου και φάνταζε αρκετά χρήσιμο. Οι μπλε απαίσιοι ρόμβοι που είχε για σχέδιο είχαν κρυφτεί πίσω από την πλάτη μου και έτσι δεν μπορούσα πια να τους βλέπω.

Εγώ βρισκόμουν εκεί και εκείνο πίσω μου. Το μυαλό κενό, το βλέμμα εστιασμένο στο ίδιο σημείο εδώ και ώρες. Μα απέναντι μου είχα τον χρόνο. Και τι με αυτό; Μου ήταν αδύνατο να προσδιορίσω πόσες ώρες έχουν περάσει. Μία κίνηση ακόμα. Για χιλιοστή φορά προφανώς, το χέρι μου κάνει την ίδια μηχανική κίνηση προς τα χείλη μου. Το τσιγάρο ακουμπάει την σχισμή τους και ενώ το βλέμμα είναι καρφωμένο – σχεδόν χαμένο – στο ίδιο σημείο, ούτε που συνειδητοποιώ ότι η καύτρα του έχει πέσει ήδη επάνω στο φθαρμένο, ξεβαμμένο τζιν μου και παλεύει να κάψει κάθε ίνα από το σκληρό ύφασμα του. Ποιος νοιάζεται; Σίγουρα όχι εγώ.

Τα δευτερόλεπτα στο ξύλινο ρολόι που είναι στο ύψος των ματιών μου μοιάζουν με απειλητικό επισκέπτη. Απρόσκλητο για την ακρίβεια γιατί κανείς δεν τον κάλεσε εδώ. «Πάντα τα κατάφερνα καλά και μόνος μου». Θέλω να πέσω κάτω από τα γέλια σε αυτή μου την σκέψη γιατί διόλου δεν βγαίνει με αυτοπεποίθηση πια από μέσα μου. Ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ να πείσω ή καλύτερα, να κοροϊδέψω. Και εκείνος, ο καταραμένος είναι εκεί. Απέναντι μου. Ο δείκτης γυρίζει ανεξέλεγκτα. Μου θυμίζει σβούρα και ας παραμένει μέσα στην ρυθμική κίνηση του με αυτό το βαθύ μαύρο που είναι τόσο μίζερο. Ο δείκτης αυτός μοιάζει με εκείνη την πρώτη μου σβούρα που έσφιγγα μέσα στη χούφτα μου όταν ήμουν παιδί. Σε μία στιγμιαία κρίση ειλικρίνειας, συνειδητοποιώ ότι τίποτα πραγματικά όμοιο με τη σβούρα δεν υπήρχε, πέρα από την ανάγκη μου να ψάξω μέσα στο χρόνο. Η βασική διαφορά είναι ότι ένιωθα πως με κάποιο τρόπο ο χρόνος τότε σταματούσε. Το αγαπούσα κάποτε εκείνο το παιχνίδι. Ήμουν μικρός μα ήμουν κυρίαρχος του παιχνιδιού. Έκλεινα την προσμονή και την αθωότητα μου μέσα στην παλάμη μου και σε κάθε ευκαιρία ήθελα να την γυρνάω δίχως αύριο. Και όσο γυρνούσε η σβούρα μπρος στα δυο μου μάτια τόσο άφηνα το βλέμμα μου να χάνεται επίμονα μέσα στα χρώματα της. Η πολύχρωμη σβούρα μου – μέσα από το στροβίλισμα της - αυτόματα έπαιρνε έναν απροσδιόριστο, φαντασμαγορικό χρωματισμό. Γινόταν μία ατελείωτη χρωματική παλέτα με κίνηση και συναίσθημα – εκρηκτικό συναίσθημα, πρωτόγνωρο - και εγώ την κοίταζα μαγεμένος. Μικρός, πολύ μικρός για να κατανοήσω ότι εγώ ήμουν όντως ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Μπορούσα να ξεκινήσω ή να σταματήσω αυτό το στροβίλισμα όποτε ήθελα. Μπορούσα να την κλείσω ή να την αποδεσμεύσω από την παλάμη μου. Μπορούσα ακόμα και να την κουβαλάω μαζί μου μέσα στην τσέπη μου ή αν την βαριόμουνα, να της έδινα μία… και να την πετούσα μακριά – πολύ μακριά. Ακόμα και στα σκουπίδια.

Μεγαλώνοντας, έκανα συλλογή από σβούρες. Άλλες μεγαλύτερες σε μέγεθος και άλλες μικρότερες. Έμοιαζαν με ασήμαντο παιχνιδάκι μέσα στα χέρια μου. Κάποιες τις βαριόμουνα στην πάροδο του χρόνου. Τις άφηνα στην άκρη ή τις χάριζα στους φίλους μου. Άλλες, τις έκλεινα σε ένα πολύχρωμο κουτί και παρέμεναν για χρόνια εκεί. Φυλαγμένες. Ποτέ δεν είχα την ανάγκη να τις αναζητήσω. Το παιχνίδι ήταν πάντα το ίδιο και το δικό μου κόλλημα δεν ήταν παρά μία συναισθηματική ανικανότητα στο να αντιληφθώ ότι όλες οι σβούρες δεν ήταν οι ίδιες. Γι’ αυτό όσες και να αγόραζα ποτέ δεν μου ήταν αρκετές. Δεν τις πλήρωνα ακριβά μα ερχόταν η στιγμή που τις έβλεπα άχρηστες πια στα μάτια μου. Αυτό προφανώς ήταν το τίμημα ή μήπως όχι; Ήταν όντως άχρηστες; Σαν αυτό το διακοσμητικό μαξιλάρι του καναπέ που είχα πίσω από την πλάτη μου; Με μία γρήγορη ματιά γύρω μου θα ανακάλυπτα και ένα σορό άλλα παρόμοια, άχρηστα διακοσμητικά γύρω μου. Μα αυτά δεν τα είχα επιλέξει εγώ. Άλλο χέρι απλωνόταν στη συλλογή άχρηστων πραγμάτων σε αυτό το σπίτι. Το δικό της. Τώρα το έβλεπα να το απλώνει όλο χάρη προς το μέρος μου και πίσω από αυτό, δέσποζε το γλυκό πρόσωπο της με το χαρακτηριστικό χαμόγελο που δεν έλεγε να φύγει λεπτό από το μυαλό μου. Τράβηξα απότομα το κεφάλι μου προς τα πίσω κρατώντας την αναπνοή μου. Ξανά η καύτρα του τσιγάρου μου έπεσε πάνω στο φθαρμένο, ξεβαμμένο μου τζιν. Μου κέντρισε δήθεν το ενδιαφέρον και αμέσως ευχήθηκα από μέσα μου να με κάψει ζωντανό. Κοίταξα το σβησμένο τσιγάρο μου που ήταν κλειδωμένο ανάμεσα από τα δυο μου δάχτυλα. Η σκέψη ότι και το δικό μου χέρι είχε εγκλωβίσει κάτι τόσο άχρηστο για την ίδια μου τη ζωή με έκανε να βρω ξανά την αναπνοή μου. Σαν κραυγή ακούστηκε ο επόμενος βαθύς αναστεναγμός μου την ώρα που άνοιξα τα δάχτυλα μου αφήνοντας το σβησμένο μου τσιγάρο να αγγίξει το πάτωμα.

Όλες οι σβούρες δεν είναι ίδιες. Μέσα μου επιβιώνει ακόμα μόνο εκείνη, η πρώτη σβούρα που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Μου έδειξε πως είναι να λαχταράς το άγνωστο παιχνίδι μέσα από την αθωότητα. Αυτή ήταν η σβούρα μου. Τώρα χάνεται σαν αποκύημα της φαντασίας μου μέσα στο χρόνο και ας το είχα ζήσει αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Είχε ταλέντο στο να συλλέγει άχρηστα πράγματα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα εγώ. Όπως το μαξιλάρι που μισώ και όμως τώρα το έχω στην πλάτη μου. Ήθελα να με αγγίζει. Μέσα από τις πινελιές των άχρηστων πραγμάτων, εκείνη έφτιαχνε το δικό μας παιχνίδι. Τον κοινό μας μικρόκοσμο. Είναι η σβούρα που αγάπησα γιατί ήταν η πρώτη που μου δίδαξε ότι έκανα λάθος. Σε εκείνο το παιχνίδι ποτέ δεν μπορείς να είσαι ο απόλυτος κυρίαρχος του. Έμεινα μόνος. Φυσικά από επιλογή. Επιλογή, εγωισμός ή παρόρμηση που χόρευε στα πιο επικίνδυνα στενά της καθημερινότητας μας. Ότι και αν ήταν, έφταιγα. Μέσα μου με σιγοκαίει η καύτρα από το άχρηστο τσιγάρο που ρουφάω σαν μανιακός. Κάνω αυτή την σύντομη ανασκόπηση γύρω μου. Εκατοντάδες μικρά διακοσμητικά στολισμένα παντού. Εκείνη στόλιζε τον μικρόκοσμο μας με άχρηστα πράγματα και εγώ το μόνο που ήξερα ήταν να τα απεχθάνομαι.

Σίγουρα δεν μπορώ να απαριθμήσω τις ώρες που έχουν περάσει, μα μπορώ με ακρίβεια πια να απαριθμήσω τα λάθη μου γελώντας ειρωνικά με την καύτρα που έχει ήδη λερώσει το τζιν που φορώ γιατί μεγάλωσα πια αλλά είμαι σίγουρος ότι μέσα στην τσέπη του τζιν μου αν ψάξω θα αναζητήσω την πιο  βαθιά μου επιθυμία, που δεν είναι άλλη από το να βγάλω από μέσα της την πρώτη μου σβούρα. Εκείνη που στριφογυρίζει για πάντα στους παλμούς της καρδιάς μου.

Σχόλια

  1. Ω μου άρεσε πάρα πολύ Βούλα μου! Πολύ ιδιαίτερη γραφή, πολύ όμορφο κείμενο, διάθεση και συναισθήματα πολύ ξεχωριστά. Να σου πω μπράβο κορίτσι μου. Πάντα έχεις να δώσεις κάτι ξεχωριστό και όταν το κάνεις το ζούμε με την καρδιά μας.
    Καλησπέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Γιάννη μου!
      Μία συγγραφική πινελιά μετά από καιρό ήταν κάτι που χρειαζόμουν περισσότερο εγώ νομίζω μέσα από ένα κείμενο και σκέφτηκα να το μοιραστώ στην αγαπημένη μας συγγραφική γωνιά!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Ψώνια Συγγραφείς

  "Τα λεφτά μου όλα δίνω για λίγα clicks, κι ένα μήνυμά σου κάτω από το τραπέζι..." Ψώνια είμαστε. Φαντασμένα πλάσματα που διψάνε για αναγνώριση και δόξα, έχοντας γράψει μερικές σελίδες στο Word. Συγγραφείς, με άλλα λόγια, στα όρια της απελπισίας -θα έλεγε κανείς- για αυτό που δεν έρχεται από μόνο του. Κι εμείς εκεί, στο σπρώξιμο. Με το στανιό να γίνουμε φίρμες και να πουλήσουμε. Γιατί, ως γνωστόν, τα χρήματα είναι στο βιβλίο... Κι αν εδώ σου ξέφυγε ένα γελάκι, μην ανησυχείς, σε καταλαβαίνω. Έχω γελάσει πάμπολλες φορές και ο ίδιος με παρόμοια θέματα. Αλλά συγγνώμη, παρεκτράπηκε λίγο ο ειρμός μου. Πού ήμουν; Α, ναι! Στα ψώνια. Είναι πασιφανής, άλλωστε, η υπερπροσπάθεια. Τη βλέπουμε όλοι στα social media, όπου ο συγγραφέας «μαϊντανίζει», καθώς πρέπει να έχει συνεχή παρουσία και engagement ώστε… να γίνει γνωστός, φυσικά! Τι να κάνει, λοιπόν, το προσφιλές μας ψώνιο; Σπάει το κεφάλι του να βρει θεματολογίες για να κάνει ένα ακόμη βίντεο. Πασχίζει να μάθει τα Canva, τα CapCut κα...

Οι κίτρινες τουλίπες μυρίζουν "Σ' αγαπώ" (γράφει η Ελένη Ζηνονίδη)

"Δεν είναι αυτή τη μία φορά του χρόνου. Αυτή τη μία μέρα. Ειναι συνεχώς από πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας, νεκρές οι ζωντανές. Απλά μια φορά τον χρόνο... αξίζει να τις θυμόμαστε λίγο περισσότερο. Αξίζει να ακούμε τις καρδιές τους όπως όταν μας κουβαλούσαν μέσα τους.  Σε μία ποιητική συλλογή είχα διαβάσει μια εύστοχη τοποθέτηση: " Οταν γιορτάζουν δε μιλούν, μα όταν γελούν το δείχνουν. Όποτε κλάψεις σε ακούν, όμως αν κλαιν' το κρύβουν".  Δεν είναι περίεργο που έχουν όλες μια διαπεραστική μυρωδιά που μας κάνει και κλαίμε; Η κάθε μία τη δική της, αλλά είναι μία. Με όσα αρώματα κι αν ψεκαστούν στο πέρας της ζωής τους. Με όσα κρίματα, ερωτήματα ψεκάσουνε και μας.  Αλλά είναι μαμάδες. Και αδειάζουν, και αλλάζουν, από πάνες μέχρι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φιλτράρουν, προσέχουν, παρέχουν, ιδρώνουν, νυχτώνουν λουσμένες αγωνία πως όλα είναι καλά, ίσως βαλτώνουν, μα δεν κολώνουν. Σαν να τους χαρίζει η ζωή μια ατσάλινη πανοπλία που με τα χρόνια θαμπώνει, γεμίζει χαρακιές, γδαρσίμ...

«Επιμέλεια Βιβλίου και Συγγραφικά Όχι: Το όριο ανάμεσα στη διόρθωση και την αλλοίωση»

"Και τελικά, ποιον εμπιστεύεσαι; Το ένστικτο ή τον επαγγελματία;" Πριν από χρόνια, είχα μια συζήτηση με μια συγγραφέα η οποία, για κάποιο λόγο, μου εμπιστευόταν συχνά προσωπικά της θέματα. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, μου είπε πως παρέδωσε το έργο της σε έναν εκδοτικό οίκο, ο οποίος το έκανε δεκτό προς έκδοση. Χαρμόσυνο, σωστά; Μια ωραία είδηση, αν μη τι άλλο, τόσο για τον κόσμο του βιβλίου όσο και για την ίδια, που έβλεπε την αρχή του «ουράνιου τόξου», μιας και αυτό θα ήταν το πρώτο της βιβλίο. Λάθος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τουλάχιστον, αυτό που θα ακολουθούσε δεν ήταν αυτό που κανείς από όσους γράφουμε θα επιθυμούσε. Ξεκίνησε, λοιπόν, το κομμάτι της επιμέλειας και -προς τιμήν του- ο εν λόγω εκδοτικός δεν έμεινε στην ορθογραφική και συντακτική διόρθωση. Ούτε «ξεπέταξε» στα γρήγορα ένα έργο το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα συγχρηματοδοτούνταν από τη συγγραφέα, όπως είθισται σε μεγάλο βαθμό σήμερα. Προχώρησε πιο βαθιά, εντοπίζοντας σημεία που θεωρούσε προβληματικά, τα οποία ...