Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

"Η Σβούρα" γράφει η Βούλα Γκεμίση

 


"Η ΣΒΟΥΡΑ"


Γράφει η Βούλα Γκεμίση


«Νιώθω πως χρωστάω και ας έχω ξοφλήσει εδώ και καιρό»

Είναι η επίμονη σκέψη μου εδώ και ώρες. Ούτε εγώ δεν μπορώ να απορυθμίσω με ακρίβεια πόσες ώρες έχουν περάσει. Πρέπει να ήταν μέρα όταν ακούμπησα την πλάτη μου στο διακοσμητικό μαξιλάρι του καναπέ. Πάντα το μισούσα αυτό το μαξιλάρι. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να υπάρχουν όλα αυτά τα περιττά διακοσμητικά αντικείμενα μέσα σε ένα χώρο. Που ακριβώς εξυπηρετούσε τόση ανεξήγητη σπατάλη; Όχι, δεν είχε δοθεί απάντηση σε αυτή τη σκέψη μου. Το ίδιο μαξιλάρι, με εκείνο το σχέδιο - που χωρίς λόγο απεχθανόμουν - τώρα βρισκόταν τοποθετημένο πίσω μου και φάνταζε αρκετά χρήσιμο. Οι μπλε απαίσιοι ρόμβοι που είχε για σχέδιο είχαν κρυφτεί πίσω από την πλάτη μου και έτσι δεν μπορούσα πια να τους βλέπω.

Εγώ βρισκόμουν εκεί και εκείνο πίσω μου. Το μυαλό κενό, το βλέμμα εστιασμένο στο ίδιο σημείο εδώ και ώρες. Μα απέναντι μου είχα τον χρόνο. Και τι με αυτό; Μου ήταν αδύνατο να προσδιορίσω πόσες ώρες έχουν περάσει. Μία κίνηση ακόμα. Για χιλιοστή φορά προφανώς, το χέρι μου κάνει την ίδια μηχανική κίνηση προς τα χείλη μου. Το τσιγάρο ακουμπάει την σχισμή τους και ενώ το βλέμμα είναι καρφωμένο – σχεδόν χαμένο – στο ίδιο σημείο, ούτε που συνειδητοποιώ ότι η καύτρα του έχει πέσει ήδη επάνω στο φθαρμένο, ξεβαμμένο τζιν μου και παλεύει να κάψει κάθε ίνα από το σκληρό ύφασμα του. Ποιος νοιάζεται; Σίγουρα όχι εγώ.

Τα δευτερόλεπτα στο ξύλινο ρολόι που είναι στο ύψος των ματιών μου μοιάζουν με απειλητικό επισκέπτη. Απρόσκλητο για την ακρίβεια γιατί κανείς δεν τον κάλεσε εδώ. «Πάντα τα κατάφερνα καλά και μόνος μου». Θέλω να πέσω κάτω από τα γέλια σε αυτή μου την σκέψη γιατί διόλου δεν βγαίνει με αυτοπεποίθηση πια από μέσα μου. Ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ να πείσω ή καλύτερα, να κοροϊδέψω. Και εκείνος, ο καταραμένος είναι εκεί. Απέναντι μου. Ο δείκτης γυρίζει ανεξέλεγκτα. Μου θυμίζει σβούρα και ας παραμένει μέσα στην ρυθμική κίνηση του με αυτό το βαθύ μαύρο που είναι τόσο μίζερο. Ο δείκτης αυτός μοιάζει με εκείνη την πρώτη μου σβούρα που έσφιγγα μέσα στη χούφτα μου όταν ήμουν παιδί. Σε μία στιγμιαία κρίση ειλικρίνειας, συνειδητοποιώ ότι τίποτα πραγματικά όμοιο με τη σβούρα δεν υπήρχε, πέρα από την ανάγκη μου να ψάξω μέσα στο χρόνο. Η βασική διαφορά είναι ότι ένιωθα πως με κάποιο τρόπο ο χρόνος τότε σταματούσε. Το αγαπούσα κάποτε εκείνο το παιχνίδι. Ήμουν μικρός μα ήμουν κυρίαρχος του παιχνιδιού. Έκλεινα την προσμονή και την αθωότητα μου μέσα στην παλάμη μου και σε κάθε ευκαιρία ήθελα να την γυρνάω δίχως αύριο. Και όσο γυρνούσε η σβούρα μπρος στα δυο μου μάτια τόσο άφηνα το βλέμμα μου να χάνεται επίμονα μέσα στα χρώματα της. Η πολύχρωμη σβούρα μου – μέσα από το στροβίλισμα της - αυτόματα έπαιρνε έναν απροσδιόριστο, φαντασμαγορικό χρωματισμό. Γινόταν μία ατελείωτη χρωματική παλέτα με κίνηση και συναίσθημα – εκρηκτικό συναίσθημα, πρωτόγνωρο - και εγώ την κοίταζα μαγεμένος. Μικρός, πολύ μικρός για να κατανοήσω ότι εγώ ήμουν όντως ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Μπορούσα να ξεκινήσω ή να σταματήσω αυτό το στροβίλισμα όποτε ήθελα. Μπορούσα να την κλείσω ή να την αποδεσμεύσω από την παλάμη μου. Μπορούσα ακόμα και να την κουβαλάω μαζί μου μέσα στην τσέπη μου ή αν την βαριόμουνα, να της έδινα μία… και να την πετούσα μακριά – πολύ μακριά. Ακόμα και στα σκουπίδια.

Μεγαλώνοντας, έκανα συλλογή από σβούρες. Άλλες μεγαλύτερες σε μέγεθος και άλλες μικρότερες. Έμοιαζαν με ασήμαντο παιχνιδάκι μέσα στα χέρια μου. Κάποιες τις βαριόμουνα στην πάροδο του χρόνου. Τις άφηνα στην άκρη ή τις χάριζα στους φίλους μου. Άλλες, τις έκλεινα σε ένα πολύχρωμο κουτί και παρέμεναν για χρόνια εκεί. Φυλαγμένες. Ποτέ δεν είχα την ανάγκη να τις αναζητήσω. Το παιχνίδι ήταν πάντα το ίδιο και το δικό μου κόλλημα δεν ήταν παρά μία συναισθηματική ανικανότητα στο να αντιληφθώ ότι όλες οι σβούρες δεν ήταν οι ίδιες. Γι’ αυτό όσες και να αγόραζα ποτέ δεν μου ήταν αρκετές. Δεν τις πλήρωνα ακριβά μα ερχόταν η στιγμή που τις έβλεπα άχρηστες πια στα μάτια μου. Αυτό προφανώς ήταν το τίμημα ή μήπως όχι; Ήταν όντως άχρηστες; Σαν αυτό το διακοσμητικό μαξιλάρι του καναπέ που είχα πίσω από την πλάτη μου; Με μία γρήγορη ματιά γύρω μου θα ανακάλυπτα και ένα σορό άλλα παρόμοια, άχρηστα διακοσμητικά γύρω μου. Μα αυτά δεν τα είχα επιλέξει εγώ. Άλλο χέρι απλωνόταν στη συλλογή άχρηστων πραγμάτων σε αυτό το σπίτι. Το δικό της. Τώρα το έβλεπα να το απλώνει όλο χάρη προς το μέρος μου και πίσω από αυτό, δέσποζε το γλυκό πρόσωπο της με το χαρακτηριστικό χαμόγελο που δεν έλεγε να φύγει λεπτό από το μυαλό μου. Τράβηξα απότομα το κεφάλι μου προς τα πίσω κρατώντας την αναπνοή μου. Ξανά η καύτρα του τσιγάρου μου έπεσε πάνω στο φθαρμένο, ξεβαμμένο μου τζιν. Μου κέντρισε δήθεν το ενδιαφέρον και αμέσως ευχήθηκα από μέσα μου να με κάψει ζωντανό. Κοίταξα το σβησμένο τσιγάρο μου που ήταν κλειδωμένο ανάμεσα από τα δυο μου δάχτυλα. Η σκέψη ότι και το δικό μου χέρι είχε εγκλωβίσει κάτι τόσο άχρηστο για την ίδια μου τη ζωή με έκανε να βρω ξανά την αναπνοή μου. Σαν κραυγή ακούστηκε ο επόμενος βαθύς αναστεναγμός μου την ώρα που άνοιξα τα δάχτυλα μου αφήνοντας το σβησμένο μου τσιγάρο να αγγίξει το πάτωμα.

Όλες οι σβούρες δεν είναι ίδιες. Μέσα μου επιβιώνει ακόμα μόνο εκείνη, η πρώτη σβούρα που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Μου έδειξε πως είναι να λαχταράς το άγνωστο παιχνίδι μέσα από την αθωότητα. Αυτή ήταν η σβούρα μου. Τώρα χάνεται σαν αποκύημα της φαντασίας μου μέσα στο χρόνο και ας το είχα ζήσει αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Είχε ταλέντο στο να συλλέγει άχρηστα πράγματα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα εγώ. Όπως το μαξιλάρι που μισώ και όμως τώρα το έχω στην πλάτη μου. Ήθελα να με αγγίζει. Μέσα από τις πινελιές των άχρηστων πραγμάτων, εκείνη έφτιαχνε το δικό μας παιχνίδι. Τον κοινό μας μικρόκοσμο. Είναι η σβούρα που αγάπησα γιατί ήταν η πρώτη που μου δίδαξε ότι έκανα λάθος. Σε εκείνο το παιχνίδι ποτέ δεν μπορείς να είσαι ο απόλυτος κυρίαρχος του. Έμεινα μόνος. Φυσικά από επιλογή. Επιλογή, εγωισμός ή παρόρμηση που χόρευε στα πιο επικίνδυνα στενά της καθημερινότητας μας. Ότι και αν ήταν, έφταιγα. Μέσα μου με σιγοκαίει η καύτρα από το άχρηστο τσιγάρο που ρουφάω σαν μανιακός. Κάνω αυτή την σύντομη ανασκόπηση γύρω μου. Εκατοντάδες μικρά διακοσμητικά στολισμένα παντού. Εκείνη στόλιζε τον μικρόκοσμο μας με άχρηστα πράγματα και εγώ το μόνο που ήξερα ήταν να τα απεχθάνομαι.

Σίγουρα δεν μπορώ να απαριθμήσω τις ώρες που έχουν περάσει, μα μπορώ με ακρίβεια πια να απαριθμήσω τα λάθη μου γελώντας ειρωνικά με την καύτρα που έχει ήδη λερώσει το τζιν που φορώ γιατί μεγάλωσα πια αλλά είμαι σίγουρος ότι μέσα στην τσέπη του τζιν μου αν ψάξω θα αναζητήσω την πιο  βαθιά μου επιθυμία, που δεν είναι άλλη από το να βγάλω από μέσα της την πρώτη μου σβούρα. Εκείνη που στριφογυρίζει για πάντα στους παλμούς της καρδιάς μου.

Σχόλια

  1. Ω μου άρεσε πάρα πολύ Βούλα μου! Πολύ ιδιαίτερη γραφή, πολύ όμορφο κείμενο, διάθεση και συναισθήματα πολύ ξεχωριστά. Να σου πω μπράβο κορίτσι μου. Πάντα έχεις να δώσεις κάτι ξεχωριστό και όταν το κάνεις το ζούμε με την καρδιά μας.
    Καλησπέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Γιάννη μου!
      Μία συγγραφική πινελιά μετά από καιρό ήταν κάτι που χρειαζόμουν περισσότερο εγώ νομίζω μέσα από ένα κείμενο και σκέφτηκα να το μοιραστώ στην αγαπημένη μας συγγραφική γωνιά!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Μη μου μιλάς για καλοκαίρια"

Πιο καλή η μοναξιά... Στα δεκάξι δεν την ξέρεις. Δεν υπάρχει η μοναξιά στο λεξιλόγιό σου, μόνο δυο φτερά στην πλάτη έχεις και σκαρφαλώνεις στο τοιχάκι που σε χωρίζει από τον δρόμο, από το στενό καλντερίμι του κυκλαδίτικου νησιού όπου κατηφορίζει μια παρέα παιδιών τραγουδώντας: "Πιο καλή η μοναξιά από σένα που δε φτάνω..." Και θες να πετάξεις, να προσγειωθείς μπροστά στην παρέα και να βαδίσεις μαζί τους ψιθυρίζοντας: "Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω..." Στα δεκάξι τα φτάνεις όλα. Τους φτάνεις όλους. Βρίσκεις για πρώτη φορά την καρδιά σου κι αμέσως μετά τη χάνεις, την αφήνεις για πάντα εκεί, στον ήλιο που βάφει το Αιγαίο κόκκινο, στο φεγγάρι που γίνεται μάρτυρας τού πρώτου φιλιού στις σκιές.  Στα δεκάξι φοράς την καινούργια σου φούστα με τα κίτρινα λουλούδια, το λευκό μπλουζάκι που λίγο μετά θα λερώσεις με το παγωτό μηχανής που ο δυνατός κυκλαδίτικος αέρας θα στείλει απευθείας πάνω σου και θα σε κάνει να βάλεις τα κλάματα. Στα δεκάξι περπατάς στο λιμάνι το βράδυ και περιμέ...

Πονάνε άραγε τα βράδια;

  ­ " Πονάνε άραγε τα βράδια;" Μου το ρωτούσες συχνά αυτό κάποτε. Αυτό και άλλα τόσα. Τότε που τα βράδια τα περνούσαμε αγκαλιά. "Φοβούνται τα βράδια όταν φεύγει ο ήλιος;" Και ήξερα φυσικά τι να σου απαντήσω. Ήμουν έτοιμος όπως όφειλα. Και σου μιλούσα -άλλοτε για ώρες, κι άλλοτε πιο σύντομα- για ετερόφωτα σώματα που όμως κι αυτά μπορούν και διώχνουν το σκοτάδι μακριά, ακόμη και υποβοηθούμενα. Κι επέμενες. "Κι αν κάποτε οι άλλοι σου αρνηθούν το φως τους; Τότε τι;" Γίνεσαι αυτόφωτος και μόνο σου παλεύεις τις σκιές για να τις διώξεις μακριά. Ή σβήνεις μαζί τους, μα αυτό δεν σου το είπα ποτέ. Σου το είπα; Φοβόμουν μάλλον, μην τυχόν και ενδώσεις στον πειρασμό της παραίτησης. "Κρυώνουν τα βράδια;" Όχι, σου έλεγα. Γιατί οι μικρές οι ώρες είναι αυτές που έχουνε τις μεγαλύτερες ανάγκες. Είναι οι ώρες που θέλεις να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς και η αγκαλιά είναι πάντα ζεστή. Γιατί την κάνεις εσύ. Γιατί την κάνει κι ο άλλος. Γιατί δυο σώματ...

Αντρικά και Γυναικεία Βιβλία: Στερεότυπο ή Πραγματικότητα;

  Μεγάλο το συγκεκριμένο debate, και με έβαλε σε σκέψεις μια άποψη που ακούστηκε για την «Άγρια Θάλασσα» της δικής μας, Ελευθερίας Καλογνωμά, από άντρα αναγνώστη. Ένα βιβλίο που, λόγω του κοινού της συγγραφέως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως «γυναικείο». Και εκεί ξεκινάνε οι σκέψεις, με τις δύο πλευρές να υπερμάχονται της θέσης τους με ποικίλα επιχειρήματα, τα περισσότερα από τα οποία είναι στερεωμένα σε τι άλλο; Σε στερεότυπα. Χωρίς να πούμε ότι πρέπει να καταρρίψουμε κάθε μορφής στερεοτυπική αντίδραση –καθώς κάποιες εξυπηρετούν την καθημερινότητα και τη συνέχειά μας– θέλησα να δω λίγο τις δύο πλευρές στα πιο ουσιώδη τους σημεία. Η Πλευρά των Αριθμών και της Βιολογίας Αρχικά, είναι γνωστό ότι άντρες και γυναίκες μας ελκύουν διαφορετικά πράγματα. Δεν θα σταθώ στην παιδική ηλικία, καθώς εκεί ο άνθρωπος διαμορφώνεται βαρύτατα από το περιβάλλον. Παρόλα αυτά, στη συνέχεια της ζωής τους, ο άντρας και η γυναίκα θα βρεθούν να θέλουν ή ακόμη και να έχουν ανάγκη από διαφορετικά πρά...