Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

"Η Σβούρα" γράφει η Βούλα Γκεμίση

 


"Η ΣΒΟΥΡΑ"


Γράφει η Βούλα Γκεμίση


«Νιώθω πως χρωστάω και ας έχω ξοφλήσει εδώ και καιρό»

Είναι η επίμονη σκέψη μου εδώ και ώρες. Ούτε εγώ δεν μπορώ να απορυθμίσω με ακρίβεια πόσες ώρες έχουν περάσει. Πρέπει να ήταν μέρα όταν ακούμπησα την πλάτη μου στο διακοσμητικό μαξιλάρι του καναπέ. Πάντα το μισούσα αυτό το μαξιλάρι. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να υπάρχουν όλα αυτά τα περιττά διακοσμητικά αντικείμενα μέσα σε ένα χώρο. Που ακριβώς εξυπηρετούσε τόση ανεξήγητη σπατάλη; Όχι, δεν είχε δοθεί απάντηση σε αυτή τη σκέψη μου. Το ίδιο μαξιλάρι, με εκείνο το σχέδιο - που χωρίς λόγο απεχθανόμουν - τώρα βρισκόταν τοποθετημένο πίσω μου και φάνταζε αρκετά χρήσιμο. Οι μπλε απαίσιοι ρόμβοι που είχε για σχέδιο είχαν κρυφτεί πίσω από την πλάτη μου και έτσι δεν μπορούσα πια να τους βλέπω.

Εγώ βρισκόμουν εκεί και εκείνο πίσω μου. Το μυαλό κενό, το βλέμμα εστιασμένο στο ίδιο σημείο εδώ και ώρες. Μα απέναντι μου είχα τον χρόνο. Και τι με αυτό; Μου ήταν αδύνατο να προσδιορίσω πόσες ώρες έχουν περάσει. Μία κίνηση ακόμα. Για χιλιοστή φορά προφανώς, το χέρι μου κάνει την ίδια μηχανική κίνηση προς τα χείλη μου. Το τσιγάρο ακουμπάει την σχισμή τους και ενώ το βλέμμα είναι καρφωμένο – σχεδόν χαμένο – στο ίδιο σημείο, ούτε που συνειδητοποιώ ότι η καύτρα του έχει πέσει ήδη επάνω στο φθαρμένο, ξεβαμμένο τζιν μου και παλεύει να κάψει κάθε ίνα από το σκληρό ύφασμα του. Ποιος νοιάζεται; Σίγουρα όχι εγώ.

Τα δευτερόλεπτα στο ξύλινο ρολόι που είναι στο ύψος των ματιών μου μοιάζουν με απειλητικό επισκέπτη. Απρόσκλητο για την ακρίβεια γιατί κανείς δεν τον κάλεσε εδώ. «Πάντα τα κατάφερνα καλά και μόνος μου». Θέλω να πέσω κάτω από τα γέλια σε αυτή μου την σκέψη γιατί διόλου δεν βγαίνει με αυτοπεποίθηση πια από μέσα μου. Ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ να πείσω ή καλύτερα, να κοροϊδέψω. Και εκείνος, ο καταραμένος είναι εκεί. Απέναντι μου. Ο δείκτης γυρίζει ανεξέλεγκτα. Μου θυμίζει σβούρα και ας παραμένει μέσα στην ρυθμική κίνηση του με αυτό το βαθύ μαύρο που είναι τόσο μίζερο. Ο δείκτης αυτός μοιάζει με εκείνη την πρώτη μου σβούρα που έσφιγγα μέσα στη χούφτα μου όταν ήμουν παιδί. Σε μία στιγμιαία κρίση ειλικρίνειας, συνειδητοποιώ ότι τίποτα πραγματικά όμοιο με τη σβούρα δεν υπήρχε, πέρα από την ανάγκη μου να ψάξω μέσα στο χρόνο. Η βασική διαφορά είναι ότι ένιωθα πως με κάποιο τρόπο ο χρόνος τότε σταματούσε. Το αγαπούσα κάποτε εκείνο το παιχνίδι. Ήμουν μικρός μα ήμουν κυρίαρχος του παιχνιδιού. Έκλεινα την προσμονή και την αθωότητα μου μέσα στην παλάμη μου και σε κάθε ευκαιρία ήθελα να την γυρνάω δίχως αύριο. Και όσο γυρνούσε η σβούρα μπρος στα δυο μου μάτια τόσο άφηνα το βλέμμα μου να χάνεται επίμονα μέσα στα χρώματα της. Η πολύχρωμη σβούρα μου – μέσα από το στροβίλισμα της - αυτόματα έπαιρνε έναν απροσδιόριστο, φαντασμαγορικό χρωματισμό. Γινόταν μία ατελείωτη χρωματική παλέτα με κίνηση και συναίσθημα – εκρηκτικό συναίσθημα, πρωτόγνωρο - και εγώ την κοίταζα μαγεμένος. Μικρός, πολύ μικρός για να κατανοήσω ότι εγώ ήμουν όντως ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Μπορούσα να ξεκινήσω ή να σταματήσω αυτό το στροβίλισμα όποτε ήθελα. Μπορούσα να την κλείσω ή να την αποδεσμεύσω από την παλάμη μου. Μπορούσα ακόμα και να την κουβαλάω μαζί μου μέσα στην τσέπη μου ή αν την βαριόμουνα, να της έδινα μία… και να την πετούσα μακριά – πολύ μακριά. Ακόμα και στα σκουπίδια.

Μεγαλώνοντας, έκανα συλλογή από σβούρες. Άλλες μεγαλύτερες σε μέγεθος και άλλες μικρότερες. Έμοιαζαν με ασήμαντο παιχνιδάκι μέσα στα χέρια μου. Κάποιες τις βαριόμουνα στην πάροδο του χρόνου. Τις άφηνα στην άκρη ή τις χάριζα στους φίλους μου. Άλλες, τις έκλεινα σε ένα πολύχρωμο κουτί και παρέμεναν για χρόνια εκεί. Φυλαγμένες. Ποτέ δεν είχα την ανάγκη να τις αναζητήσω. Το παιχνίδι ήταν πάντα το ίδιο και το δικό μου κόλλημα δεν ήταν παρά μία συναισθηματική ανικανότητα στο να αντιληφθώ ότι όλες οι σβούρες δεν ήταν οι ίδιες. Γι’ αυτό όσες και να αγόραζα ποτέ δεν μου ήταν αρκετές. Δεν τις πλήρωνα ακριβά μα ερχόταν η στιγμή που τις έβλεπα άχρηστες πια στα μάτια μου. Αυτό προφανώς ήταν το τίμημα ή μήπως όχι; Ήταν όντως άχρηστες; Σαν αυτό το διακοσμητικό μαξιλάρι του καναπέ που είχα πίσω από την πλάτη μου; Με μία γρήγορη ματιά γύρω μου θα ανακάλυπτα και ένα σορό άλλα παρόμοια, άχρηστα διακοσμητικά γύρω μου. Μα αυτά δεν τα είχα επιλέξει εγώ. Άλλο χέρι απλωνόταν στη συλλογή άχρηστων πραγμάτων σε αυτό το σπίτι. Το δικό της. Τώρα το έβλεπα να το απλώνει όλο χάρη προς το μέρος μου και πίσω από αυτό, δέσποζε το γλυκό πρόσωπο της με το χαρακτηριστικό χαμόγελο που δεν έλεγε να φύγει λεπτό από το μυαλό μου. Τράβηξα απότομα το κεφάλι μου προς τα πίσω κρατώντας την αναπνοή μου. Ξανά η καύτρα του τσιγάρου μου έπεσε πάνω στο φθαρμένο, ξεβαμμένο μου τζιν. Μου κέντρισε δήθεν το ενδιαφέρον και αμέσως ευχήθηκα από μέσα μου να με κάψει ζωντανό. Κοίταξα το σβησμένο τσιγάρο μου που ήταν κλειδωμένο ανάμεσα από τα δυο μου δάχτυλα. Η σκέψη ότι και το δικό μου χέρι είχε εγκλωβίσει κάτι τόσο άχρηστο για την ίδια μου τη ζωή με έκανε να βρω ξανά την αναπνοή μου. Σαν κραυγή ακούστηκε ο επόμενος βαθύς αναστεναγμός μου την ώρα που άνοιξα τα δάχτυλα μου αφήνοντας το σβησμένο μου τσιγάρο να αγγίξει το πάτωμα.

Όλες οι σβούρες δεν είναι ίδιες. Μέσα μου επιβιώνει ακόμα μόνο εκείνη, η πρώτη σβούρα που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Μου έδειξε πως είναι να λαχταράς το άγνωστο παιχνίδι μέσα από την αθωότητα. Αυτή ήταν η σβούρα μου. Τώρα χάνεται σαν αποκύημα της φαντασίας μου μέσα στο χρόνο και ας το είχα ζήσει αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Είχε ταλέντο στο να συλλέγει άχρηστα πράγματα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα εγώ. Όπως το μαξιλάρι που μισώ και όμως τώρα το έχω στην πλάτη μου. Ήθελα να με αγγίζει. Μέσα από τις πινελιές των άχρηστων πραγμάτων, εκείνη έφτιαχνε το δικό μας παιχνίδι. Τον κοινό μας μικρόκοσμο. Είναι η σβούρα που αγάπησα γιατί ήταν η πρώτη που μου δίδαξε ότι έκανα λάθος. Σε εκείνο το παιχνίδι ποτέ δεν μπορείς να είσαι ο απόλυτος κυρίαρχος του. Έμεινα μόνος. Φυσικά από επιλογή. Επιλογή, εγωισμός ή παρόρμηση που χόρευε στα πιο επικίνδυνα στενά της καθημερινότητας μας. Ότι και αν ήταν, έφταιγα. Μέσα μου με σιγοκαίει η καύτρα από το άχρηστο τσιγάρο που ρουφάω σαν μανιακός. Κάνω αυτή την σύντομη ανασκόπηση γύρω μου. Εκατοντάδες μικρά διακοσμητικά στολισμένα παντού. Εκείνη στόλιζε τον μικρόκοσμο μας με άχρηστα πράγματα και εγώ το μόνο που ήξερα ήταν να τα απεχθάνομαι.

Σίγουρα δεν μπορώ να απαριθμήσω τις ώρες που έχουν περάσει, μα μπορώ με ακρίβεια πια να απαριθμήσω τα λάθη μου γελώντας ειρωνικά με την καύτρα που έχει ήδη λερώσει το τζιν που φορώ γιατί μεγάλωσα πια αλλά είμαι σίγουρος ότι μέσα στην τσέπη του τζιν μου αν ψάξω θα αναζητήσω την πιο  βαθιά μου επιθυμία, που δεν είναι άλλη από το να βγάλω από μέσα της την πρώτη μου σβούρα. Εκείνη που στριφογυρίζει για πάντα στους παλμούς της καρδιάς μου.

Σχόλια

  1. Ω μου άρεσε πάρα πολύ Βούλα μου! Πολύ ιδιαίτερη γραφή, πολύ όμορφο κείμενο, διάθεση και συναισθήματα πολύ ξεχωριστά. Να σου πω μπράβο κορίτσι μου. Πάντα έχεις να δώσεις κάτι ξεχωριστό και όταν το κάνεις το ζούμε με την καρδιά μας.
    Καλησπέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Γιάννη μου!
      Μία συγγραφική πινελιά μετά από καιρό ήταν κάτι που χρειαζόμουν περισσότερο εγώ νομίζω μέσα από ένα κείμενο και σκέφτηκα να το μοιραστώ στην αγαπημένη μας συγγραφική γωνιά!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

"Θύμησες από αλμύρα.." της Αικατερίνης Χριστοδούλου (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια έμπνευση #4)

"Θύμησες από αλμύρα" της Αικατερίνης Χριστοδούλου Πηγή: Freepik Ολα ξεκίνησαν κάπως έτσι.. Ένα πρωινό, λαμβάνετε έναν φάκελο χωρίς αποστολέα. Μέσα υπάρχει μόνο ένα παλιό κασετόφωνο χειρός και μια κασέτα. Πατάτε το play. Η φωνή μιας γυναίκας ακούγεται καθαρά: «Ξέρω ότι με θυμάσαι. Ίσως προσπαθείς να με ξεχάσεις. Μην το κάνεις. Σου μένουν μόνο λίγες μέρες. Δεν λέει το όνομά της. Δεν εξηγεί τίποτε περισσότερο. Η φωνή της είναι ήρεμη, σχεδόν υπνωτιστική. Μα τα λόγια της κουβαλούν κάτι παράξενο: μια απειλή, ή μια κραυγή από το παρελθόν; Το μυαλό σας αρχίζει να αναζητά. Ποια μπορεί να είναι; Από πού σας ξέρει; Τι εννοεί με τις λίγες μέρες; Μήπως κάποτε την πληγώσατε; Μήπως εσείς την εγκαταλείψατε; Ή μήπως ζητά τη βοήθειά σας; Ξανακούτε την κασέτα. Στη δεύτερη ακρόαση, κάτι αλλάζει. Μια λέξη, μια αναπνοή, ένας ψίθυρος που δεν είχατε προσέξει πριν. Μια μελωδία ναι, με τον ήχο να αργοσβήνει. Ίσως ένα στοιχείο επί πλέον. Η φωνή της επιμένει μέσα σας. Και τώρα, η αναμέτρηση αρχίζει. Πρέ...

Βιβλία ανάμεσα στα ζαρζαβατικά: Ευλογία ή υποβιβασμός;

Να μην ξεχάσω να πάρω απορρυπαντικό για πιάτα (το φτηνό) Δεν είναι ασύνηθες πλέον να βλέπουμε βιβλία σε super-markets και άλλου είδους πολυκαταστήματα. Και παρότι αρχικά δεν είχα δώσει καθόλου σημασία στο συγκεκριμένο γεγονός, μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με προβλημάτισε και άρχισα να το σκέφτομαι. Και από την καλή, και από την ανάποδη. Ας είμαστε όμως θετικοί. Ας ξεκινήσουμε βλέποντας το ποτήρι μισογεμάτο. Οι υπεραγορές είναι ένα μέρος απ’ όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλο πλήθος κόσμου. Για πολλούς από αυτούς, είναι άλλη μια αγγαρεία που έχουν να κάνουν μέσα στις τόσες που σωρεύονται και «μπουκώνουν» τη μέρα τους. Μέσα λοιπόν σε όλα τα άλλα, έχουν πρόσβαση και σε ένα μικρό, περιορισμένο βιβλιοπωλείο, τη στιγμή που το να πάνε σε ένα «πραγματικό» βιβλιοπωλείο μπορεί να φαντάζει απίθανο λόγω φόρτου. Για έναν λάτρη των βιβλίων με περιορισμένο χρόνο, αυτό μπορεί να είναι μια πολύ χρήσιμη συντόμευση. Ένα shortcut . Έπειτα, υπάρχουν και αυτοί που είναι ενστικτώδεις αγοραστές...

"Für Elise" γράφει ο Χάρης Κωφιάδης (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #4)

Monsters are not born... Monsters are made, manufactured in an endless cycle of violence Für Elise " I shall die, and what I now feel be no longer felt. Soon these burning miseries will be extinct. I shall ascend my funeral pile triumphantly and exult in the agony of the torturing flames. Farewell. " ( «Θα πεθάνω και αυτό που νιώθω τώρα δεν θα γίνεται πια αισθητό. Σύντομα αυτές οι καυστικές δυστυχίες θα σβήσουν. Θα ανέβω θριαμβευτικά στην νεκρώσιμη σωρό μου και θα αγαλλιάσω μέσα στην αγωνία των βασανιστικών φλογών. Αντίο.») Έκλεισε το βιβλίο και έμεινε να κοιτάζει το εξώφυλλο, μασώντας αφηρημένα τα χείλη του. Μαίρη Σέλεϊ. Φράνκενστάιν .  Δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε διαβάσει. Όχι. Ούτε καν πλησίαζε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ήταν όμως, αλήθεια; Τελευταία όλο και λιγόστευαν τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος. Τι κατάντια! Κούνησε απότομα το κεφάλι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια του νευρικά για να συνέλθει. Επέστρεψε στο βιβλίο. Ό,τι κι αν ήταν, τον γοήτευ...